Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 960 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επάρκεια αιτιολογίας. Επαρκής αιτιολογία και της παρεμπίπτουσας αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναβολής. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων και απόρριψη λόγου για απόλυτη ακυρότητα. Μη συνδρομή των όρων της κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος αναφοράς προς την Αρχή. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, θεμελιούμενη στην έλλειψη αδείας για την άσκηση ποινικής διώξεως.




Αριθμός 960/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 466/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.

Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1949/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου σ' αυτές εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, ''γεγονότος'' που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του ''γεγονότος'' εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο, με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψής του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος.
ΙΙ.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη.. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του ζήτησε, και το αίτημά του διατυπώθηκε εγγράφως, την αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση τόσον για την μηνυτήρια αναφορά του ΑΒΜ 221/01 όσον και για τις ΑΒΜ 3813/06 και ΑΒΜ 4426/07 των οποίων, ισχυρίσθηκε, εκκρεμεί η εκδίκαση, προσκόμισε δε και τα αναφερόμενα εν τέλει του αιτήματος έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν. Η αίτηση απορρίφθηκε από το δικαστήριο ως αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία "...
Επειδή η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφή΅ησης που αποδίδεται στον κατηγορού΅ενο, φέρεται ότι τελέστηκε απ' αυτόν στις 8.1.2001, και συνεπώς, σύ΅φωνα ΅ε τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1,3, και 5, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο αυτής εξαλείφεται λόγω παραγραφής στις 8.1.2009. Τούτο διότι η αναστολή της παραγραφής, προκει΅ένου περί πλη΅΅ελη΅άτων, όπως η αποδιδό΅ενη στον κατηγορού΅ενο αξιόποινη ως άνω πράξη, δεν ΅πορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια, ακό΅η και στην περίπτωση της αναστολής της δίκης κατά το άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ. Εξάλλου, ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο φέρεται τελεσθείσα η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, προγενέστερου της ισχύος του άρθρου 59 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε ΅ε το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005, δεν ε΅πίπτει στην εφαρ΅ογή των διατάξεων αυτού (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), παρεκτός του ότι δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει, ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις πράξεις που αφορά η κρινό΅ενη κατηγορία αφού αναφέρεται ότι κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση, ότι σχετικά ΅ε την ΑΒΜ 3813/2006 ΅ηνυτήρια αναφορά του κατηγορου΅ένου διενεργείται δικαστική διερεύνηση, ενώ η ΑΒΜ 4426/2007 ΅ηνυτήρια αναφορά του έχει τεθεί στο αρχείο και ζητείται η ανάσυρσή της, ΅η εφαρ΅οζο΅ένης και εξ αυτού του λόγου της ανωτέρω διατάξεως. Κατ' ακολουθία, ενόψει του χρόνου παραγραφής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης για τους λόγους στους οποίους θε΅ελιώνει το αίτη΅ά του ο κατηγορού΅ενος, το οποίο πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει, κατά το άρθρο 548 ΚΠΔ, να ανακληθεί η προεκδοθείσα υπ' αριθ. 358/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ΅ε την οποία είχε ανασταλεί η δίκη, κατ' εφαρ΅ογή του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ, ως προς τη διάταξή της περί της αναστολής της δίκης....". Ο αναιρεσείων αιτιάται την άνω, απορριπτική του αιτήματος αναβολής, παρεμπίπτουσα απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας διότι το δικαστήριο δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του προκειμένου να οδηγηθεί σε απορριπτική κρίση και συγκεκριμένα δεν μνημονεύει εάν εκτίμησε τόσο τα έγγραφα τα οποία αυτεπαγγέλτως ανέγνωσε όσο και εκείνα τα οποία αυτός επικαλέσθηκε και κατέθεσε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του την από τις άνω διατάξεις αξιούμενη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι απολύτως σαφής, ορισμένη και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο ενόψει του περιεχομένου του αιτήματος αναβολής κατά το άρθρο 59 του Κ.Π.Δ, αναφέρει στο σκεπτικό του ότι έλαβε υπόψη τις μηνυτήριες αναφορές του αναιρεσείοντος για τις οποίες αυτός ζήτησε την αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως, η ειδική δε μνεία και στα λοιπά επισυναφθέντα στην αίτηση έγγραφα (εκθέσεις Μπάνου, έγγραφο Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων και το μεταγενέστερο της προκείμενης ποινικής δίωξης υπ' αριθμ.222/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ιωαννίνων) ήταν περιττή και μη συντελεστική στη διάγνωση του αιτήματος αναβολής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 548 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια είναι και η απόφαση του δικαστηρίου περί αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 59 του ιδίου κώδικα.
Συνεπώς και η απόφαση αυτή είναι ελευθέρως ανακλητή, μπορεί δε να είναι και σιωπηρή, με την έννοια ότι η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση και το δικαστήριο ερευνά την υπόθεση χωρίς να εμμείνει στην περί αναβολής απόφασή του, παρεπομένου, εντεύθεν, ότι μετά την επανεισαγωγή της υποθέσεως και την κλήτευση του κατηγορουμένου να παραστεί στην μετ' αναβολή δικάσιμο, τυχόν πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για ανάκληση της αναβλητικής αποφάσεως είναι περιττή, το δε δικαστήριο δεν υποχρεούται εκδώσει απόφαση σχετικώς και μάλιστα αιτιολογημένη, Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται για έλλειψη αιτιολογίας τόσο η παρεμπίπτουσα απορριπτική του αιτήματος αναβολής απόφαση όσο και η ανακλητική προηγούμενης αναβολής απόφαση, καθώς και ο συναφής της υπέρβασης εξουσίας θεμελιούμενος στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως χωρίς προηγούμενη αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, εν σχέσει με την ουσία των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα κατηγοριών, η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "...Στην προκείμενη περίπτωση από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομότυπα και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος από την 1.4.1979 μέχρι τις 28.5.1999 ήταν Διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στις 8.1.2001 κοινοποίησε στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ... την από 28.12.2000 αναφορά του, με την οποία ισχυρίστηκε για την πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, η οποία το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν Τμηματάρχης, υπεύθυνη του Γραφείου Εκτελέσεως Έργων του ίδιου Πανεπιστημίου, υφισταμένη του κατηγορουμένου, εκτός των άλλων, τα κατωτέρω γεγονότα τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτής και τα οποία ήταν ψευδή, ο ίδιος δε γνώριζε ότι ήταν ψευδή. Ειδικότερα: 1) Ισχυρίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα τον Απρίλιο του έτους 1994 στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της τροποποίησε παράνομα το χρονοδιάγραμμα κατασκευής των κτηρίων της Iατρικής Σχολής και εργασίες που εκτελέστηκαν και πληρώθηκαν το Β' εξάμηνο του 1992, μετακινήθηκαν σε μεταγενέστερα εξάμηνα και ότι στη συνέχεια ενέκρινε την πληρωμή των παράνομων αναθεωρήσεων γι' αυτές τις εργασίες, με αποτέλεσμα να εισπράξει ο ανάδοχος του έργου ... ποσά που δεν έπρεπε να του καταβληθούν. Όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθόσον είχε γίνει μεν αρχικά τροποποίηση του χρονοδιαγράμματος κατασκευής από τον εργολάβο και υποβλήθηκε στην Τεχνική Υπηρεσία του Πανεπιστημίου για έγκριση, με βάση την οποία εργασίες που είχαν εκτελεστεί μετακινήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο και πράγματι αυτή η τροποποίηση είχε εγκριθεί, όμως επακολούθησε νέα τροποποίηση και διορθώθηκε ως προς τις εσφαλμένες αναγραφές του και έτσι ο ανάδοχος δεν πληρώθηκε για εργασίες που είχαν εκτελεστεί με αναθεωρημένες τιμές, ούτε εγκρίθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα ή άλλον καταβολή τέτοιων ποσών στον ανάδοχο, ούτε καταβλήθηκαν σ' αυτόν ποσά από αναθεωρήσεις που δεν δικαιούνταν. Ο κατηγορούμενος, ως Διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας γνώριζε την επελθούσα διόρθωση και την πληρωμή μόνο ποσών που με βάση την πραγματική εκτέλεση των εργασιών έπρεπε να καταβληθούν, αφού είχε πλήρη εποπτεία και ενημέρωση της εκτέλεσης του έργου και είχε υπογράψει το λογαριασμό και έτσι τελούσε σε γνώση του ισχυρισμού των ανωτέρω ψευδών γεγονότων για την πολιτικώς ενάγουσα. 2) Ισχυρίστηκε ότι το Μάιο 1994 το Τεχνικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου ενέκρινε την υγρομόνωση του κτηρίου της Φιλοσοφικής Σχολής (Β' φάση) με μεμβράνες PVC. Η εργασία αυτή θα περιλαμβάνονταν στον επόμενο συγκριτικό πίνακα του έργου με τιμή 4500 δραχμές ανά τετραγωνικό μέτρο, πλήρως περατωμένη χωρίς καμία αναθεώρηση για όσες εργασίες εκτελεστούν μέχρι τέλος του 1994. Ότι η πολιτικώς ενάγουσα αντίθετα με την παραπάνω απόφαση ενέκρινε παράνομα τον 240 λογαριασμό του έργου της Φιλοσοφικής Σχολής και μετά την υπογραφή του από τον αρμόδιο επιβλέποντα, την πληρωμή στον ανάδοχο ποσού για την αναθεώρηση των μεμβρανών 13.912.731 δραχμών και τον 250 λογαριασμό ποσού 2.318.789 δραχμών για την αναθεώρηση μεμβρανών και έτσι καταβλήθηκαν στον ανάδοχο παράνομα και αχρεωστήτως 16.231.520 δραχμές. Όμως, το αναφερόμενο αναφερόμενο στην πολιτικών ενάγουσα γεγονός είναι ψευδές. Πραγματικά στην προέγκριση του αντίστοιχου έργου περιλαμβάνονταν τιμή χωρίς αναθεώρηση. Στη σύμβαση όμως που υπογράφηκε με την ανάδοχο προβλέπονταν αναθεώρηση των τιμών για το έργο της υγρομόνωσης με μεμβράνες PVC. Έτσι, οι λογαριασμοί που συντάχθηκαν ήταν σε εφαρμογή της σύμβασης αυτής. Πλην όμως, όταν διαπιστώθηκε από τον επιβλέποντα το έργο μηχανικό η αντίφαση μεταξύ της προέγκρισης και της σύμβασης, στην οποία, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη η πολιτικώς ενάγουσα, ο επιβλέπων μηχανικός ενημέρωσε την τελευταία περί αυτής και στον επόμενο λογαριασμό αφαιρέθηκε η αναθεώρηση και ο ανάδοχος πληρώθηκε την αμοιβή της εργασίας χωρίς αναθεώρηση της τιμής. Μάλιστα ο ανάδοχος, αν και θα μπορούσε, στηριζόμενος στη σύμβαση που είχε υπογραφεί, να διεκδικήσει την αναθεώρηση δεν προέβη σε τέτοια ενέργεια. Όλα τα ανωτέρω ήταν γνωστά στον κατηγορούμενο λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, την υπογραφή του λογαριασμού με τον οποίο αφαιρέθηκε η αναθεώρηση, αλλά και του ότι παρακολουθούσε τη διακίνηση των λογαριασμών, και έτσι εν γνώσει του ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα για την πολιτικώς ενάγουσα. 3) Ισχυρίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα ξηλώνει κατά χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα τις ψευδοροφές από πλαστικοποιημένη λαμαρίνα που προβλέπονταν από την αρχική μελέτη και είχαν τοποθετηθεί στα κτήρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου, λόγω σοβαρών κακοτεχνιών που τις καθιστούσαν επικίνδυνες για την ασφάλεια των εργαζομένων και των φοιτητών, τοποθετώντας πλάκες ορυκτών ινών, αντίθετα με τα προβλεπόμενα στην αρχική μελέτη και με δαπάνες βεβαίως του Πανεπιστημίου, ενώ είχε την κύρια ευθύνη για την ποιότητα κατασκευής και έπρεπε να φροντίσει εγκαίρως ώστε οι κακοτεχνίες να αποκατασταθούν με δαπάνες του εργολάβου. Όμως, γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τα ισχυριζόμενα ήταν ψευδή, καθόσον οι ψευδοροφές είχαν κατασκευαστεί αρχικά όπως πρόβλεπε η μελέτη από πλαστικοποιημένη λαμαρίνα, πλην όμως, λόγω του μεγάλου βάρους της κατασκευής τους, οι ψευδοροφές έπεφταν. Η πολιτικώς ενάγουσα είχε επισημάνει ότι δεν ήταν σωστή η πρόβλεψη της μελέτης σχετικά με τα υλικά κατασκευής των ψευδοροφών. Η πτώση αυτών δεν οφείλονταν σε πλημμελή κατασκευή τους από τον εργολάβο, αλλά σε εσφαλμένη πρόβλεψη της μελέτης ως προς την καταλληλότητα αυτών των υλικών. Ίδιο πρόβλημα δημιουργήθηκε σε όλες τις ίδιου τύπου ψευδοροφές και άλλων κτηρίων, σε έργα δηλαδή που δεν είχε εκτελέσει ο ίδιος ανάδοχος. Έτσι, αναγκαστικά οι ψευδοροφές έπρεπε να αντικατασταθούν από πιο ελαφριά κατασκευή. Και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει νέα πίστωση για τη στήριξη των ψευδοροφών, χωρίς να ζητήσει την αποκατάσταση με δαπάνες του εργολάβου. Γι' αυτό το λόγο έγινε η αντικατάσταση αυτών με πλάκες ορυκτών ινών, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος για το προσωπικό και τους φοιτητές από την πτώση τους. Ο ανάδοχος είχε εκτελέσει το έργο όπως πρόβλεπε η μελέτη και δεν είχε ευθύνη για την πτώση των ψευδοροφών που δεν οφείλονταν σε πλημμελή κατασκευή αυτών. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την αλήθεια λόγω της ιδιότητάς του και των συζητήσεων που είχαν γίνει και της ανωτέρω ενέργειας του ιδίου, όμως εν γνώσει του ισχυρίστηκε τα πιο πάνω ψευδή γεγονότα για την πολιτικώς ενάγουσα. 4) Ισχυρίστηκε ότι κανένας πίνακας οριστικής αναθεώρησης και σε κανένα έργο του συγκεκριμένου αναδόχου δεν συνοδεύονταν από πίνακες κατανομής των προς αναθεώρηση εργασιών για κάθε αναθεωρητική περίοδο και ότι η πολιτικώς ενάγουσα ως προϊσταμένη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας είχε καίρια την ευθύνη για την τήρηση αυτής της διάταξης, η μη εφαρμογή της οποίας έδωσε τη δυνατότητα στον ανάδοχο να μεταθέτει ποσότητες εργασιών από τη μια αναθεωρητική περίοδο στην άλλη και εκμεταλλευόμενος τούτο να μετέλθει απάτη σε βάρος του Πανεπιστημίου και να ωφεληθεί ποσό 60.000.000 δραχμών. Όμως ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ποτέ στα έργα που είχαν εκτελεστεί δεν συντάσσονταν αυτοί οι βοηθητικοί πίνακες, ο ίδιος είχε υπογράψει επί είκοσι χρόνια λογαριασμούς χωρίς να ζητεί από τους υφισταμένους του τέτοιους πίνακες, και ότι η απάτη που μετήλθε ο ανάδοχος για την είσπραξη του ανωτέρω ποσού χωρίς να το δικαιούται, δεν οφείλεται στη μη σύνταξη των εν θέματι πινάκων, αφού η απάτη δεν έγινε με επέμβαση στους συντελεστές ή στις ποσότητες των εργασιών, αλλά οφείλεται σε επέμβαση στα αθροίσματα των λογαριασμών και μ' αυτό τον τρόπο θα γινόταν και δεν θα αποτρέπονταν ακόμη και αν είχαν συνταχθεί τέτοιοι πίνακες. Όλα αυτά τα γνώριζε ο κατηγορούμενος λόγω της ιδιότητάς του και εν γνώσει του ισχυρίστηκε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα για την πολιτικώς ενάγουσα. Ο κατηγορούμενος σκοπό είχε την προσβολή της τιμής και υπόληψης της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία μετά την απομάκρυνση αυτού από τη θέση του Διευθυντή των Τεχνικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου, τοποθετήθηκε σ' αυτή τη θέση, εμφανίζοντας αυτήν ως μη έντιμη και ευνοούσα με παράνομες ενέργειες τον ανάδοχο να λαμβάνει παράνομα αμοιβές που δεν δικαιούνταν, ζημιώνοντας οικονομικά το Πανεπιστήμιο. Τούτα δε μολονότι συνέβησαν τα έτη 1994-1996, χρόνος κατά τον οποίο ο ίδιος ήταν Διευθυντής των Τεχνικών Υπηρεσιών, η αναφορά του έγινε τον Ιανουάριο του 2001. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της συκοφαντικής δυσφήμησης της πολιτικώς ενάγουσας....". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα δε, αναφέρονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, τα περιστατικά που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στην απευθυνόμενη στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από 28-12-2000 έγγραφη αναφορά του, τα οποία είναι πράγματι γεγονότα κατά την έννοια των αναφερόμενων διατάξεων και επίσης ότι τα περιστατικά αυτά είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους. Σε σχέση δε με τον άμεσο δόλο του κατηγορούμενου, ο οποίος επί του προκειμένου περιλαμβάνει, όχι μόνο τη γνώση του ότι τα γεγονότα που διέδωσε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης και τη θέλησή του να τα διαδώσει, αλλά και τη γνώση ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή, αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτός (κατηγορούμενος) τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των καταγγελθέντων περιστατικών και διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών. Η αιτίαση ότι το σκεπτικό της αποφάσεως αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του διατακτικού είναι αβάσιμη αφού από την επισκόπηση αυτών προκύπτει το αντίθετο. Περαιτέρω, αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι η απόφαση πάσχει κατά την αιτιολογία της ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία λήφθηκαν υπόψη, διότι το δικαστήριο ούτε στο προοίμιο ούτε στο κυρίως σκεπτικό αναφέρεται στην διαταχθείσα από τον Πταισματοδίκη Ιωαννίνων και διενεργηθείσα από τους ..., ... και ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία, περιλαμβανόμενη στον κατάλογο των εγγράφων, ανέγνωσε το δικαστήριο. Τούτο δε διότι από την επισκόπηση της εκθέσεως των άνω πραγματογνωμόνων δεν προκύπτει ότι η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη διατάχθηκε στο πλαίσιο της εκκρεμούς για τη συκοφαντική δυσφήμηση δίκης, τα ζητήματα δε επί των οποίων γνωμοδότησαν οι πραγματογνώμονες (οικονομικές υπερβάσεις στο κτίριο πληροφορικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) δεν σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τις ψευδείς καταγγελίες του κατηγορουμένου για τις οποίες η κρινόμενη κατ' αυτού ποινική δίωξη.
Συνεπώς, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων την έκθεση αυτή, την οποία, πάντως ως απλό έγγραφο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά έγγραφα. Επομένως και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ.- Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Η αιτίαση περί ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία επήλθε, κατά τον αναιρεσείοντα από το ότι το δικαστήριο, για σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής του, έλαβε υπόψη του χωρίς όμως να αναγνώσει την από 28-12-2000 αναφορά του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί το ως άνω έγγραφο, συνταχθέν από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, δεν ήσαν άγνωστο σ' αυτόν, περιέχονταν στο κατηγορητήριο ως στοιχείο της πράξεως της παράβασης του άρθρου 363 του ΠΚ. για την οποία καταδικάσθηκε και η μη ανάγνωση αυτού δεν επέφερε την επικαλούμενη ακυρότητα. Εξάλλου, στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα ήτοι Υποφάκελλο Ε' που περιέχει εντολές καθυστέρησης εργασιών, απόκλισης από το χρονοδιάγραμμα και βεβαιώσεις εμπρόθεσμης εκτέλεσης, των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα, καθόσον δεν διαλαμβάνεται ο εκδότης αυτών, το περιεχόμενο αυτών και ημερομηνία έκδοσης. Και η αιτίαση αυτή του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται επαρκώς, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Π.Δ κατ' αμφότερα τα σκέλη του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV.- Από το συνδυασμό των άρθρων 10 παρ.1,2 του ισχύοντος Συντάγματος, 1,2 και 3 του Ν.Δ 796/191 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ.2 της από 7-8-1974 Συντακτικής πράξεως, συνάγεται ότι το έγγραφο με το οποίο ασκείται το προστατευόμενο από το άρθρο 10 παρ.1 του Συντάγματος ατομικό δικαίωμα που καθένας έχει, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρεται στις Αρχές, τότε μόνο κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων έχει τον χαρακτήρα αναφοράς, στην οποία κατά τις κείμενες διατάξεις οι Αρχές υποχρεούνται αιτιολογημένα να απαντήσουν σε σύντομο χρόνο, ώστε μόνο μετά την τελική κοινοποίηση της αποφάσεως της Αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά και ύστερα από άδειά της να επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε, όταν α) περιέχει αιτιάσεις κατά ενέργειας ή παραλείψεως κάποιας Αρχής ή των οργάνων της β) περιέχει, ακόμη, αμέσως ή εμμέσως αίτημα για επανόρθωση η αποτροπή ολικής ή ηθικής βλάβης και γ) απευθύνεται σε Αρχή η οποία ασκεί διοικητική εξουσία και έχει αρμοδιότητα από το νόμο και υποχρέωση να επανορθώσει ή αποτρέψει τις επιζήμιες συνέπειες που επήλθαν από την ενέργεια ή παράλειψη (Ολ. ΑΠ 1241/1984 και 1245/1986). Η έλλειψη οποιουδήποτε από τα άνω στοιχεία συνέπεια έχει ότι επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που υπέβαλε την αναφορά για παραβάσεις που τυχόν διαλαμβάνονται σ' αυτήν, ήτοι τη μη συνδρομή των όρων του άρθρου 10 παρ.2 του Συντάγματος και των διατάξεων των άρθρων 41, 55 και 370 εδ. γ' του Κ.Π.Δ ώστε αν το δικαστήριο δεν κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατ' εκείνου ο οποίος υπέβαλε την αναφορά από την οποία λείπει οποιοδήποτε από τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, δεν υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την από 28-12-2000 αναφορά του κατηγορουμένου απευθυνόμενη στον Πρύτανη του πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η οποία ως έγγραφο της δικογραφίας παραδεκτώς επισκοπείται για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως περί θετικής υπέρβασης εξουσίας, προκύπτει ότι από τις αποδιδόμενες στην πολιτικώς ενάγουσα ενέργειες και παραλείψεις, το περιεχόμενο των οποίων κρίθηκε ότι στοιχειοθετεί το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, δεν περιέχει ούτε αμέσως ούτε εμμέσως οποιοδήποτε αίτημα του αναιρεσείοντος για αποκατάσταση ή αποτροπή υλικής ή ηθικής βλάβης αυτού και για τον λόγο αυτό, πρωτίστως, δεν έχει το χαρακτήρα της κατά το άρθρο 10 του Συντάγματος αναφοράς, ώστε, εν σχέσει με την περιεχόμενη στην αναφορά συμπεριφορά του αναιρεσείοντος η οποία θεμελιώνει το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 363 Π.Κ , να απαιτείται για την κατ' αυτού άσκηση ποινικής δίωξης η προηγούμενη άδεια της παραπάνω Αρχής.
Συνεπώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκασε της υποθέσεως και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την οποία έλλειπε η άδεια της παραπάνω Αρχής, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και την δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176, 183 Κ.Πολ.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 466/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή