Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 5 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός απαραδέκτου της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε αφού τα συνοδευτικά έγγραφα του άρθρ. 21 παρ. 4 του Ν. 2523/1997 αναφέρονται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρ. 17, 18 και 19 του Νόμου αυτού και όχι στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Απορρίπτεται ως αόριστη η ένσταση περί δεδικασμένου. Ο τρίτος λόγος περί πενταετούς παραγραφής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, τη βεβαίωση της 20-12-1996, με βάση την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την επικαλούμενη απόφαση. Αναιρεί την απόφαση μόνον όσον αφορά την μετατροπή της ποινής, διάταξη για παράβαση του άρθρου 510 παρ. 1 Δ΄ και Η΄ του ΚΠΔ, γιατί παρέλειψε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής και χωρίς αιτιολογία προέβη σε μετατροπή της σε χρηματική.




ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (η οποία ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Καλαντζάκο, περί αναιρέσεως της 1271/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1814/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη, που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των απ' αυτές και μόνο τις διατάξεις προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσας φορολογικής του παραβάσεως, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για το δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων των πράξεων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι "ο Προϊστάμενος της Δ' Δ.Ο.Υ. Πειραιά του κοινοποίησε τις υπ' αριθμ. 168/97, 169/97. 170/97 και 171/ 97 αποφάσεις βεβαίωσης χρεών και άσκησε κατ' αυτών εμπρόθεσμες προσφυγές. Επ' αυτών εξεδόθησαν οι υπ' αριθμ. 155/2000, 156/2000, 157/2000 και 158/2000 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Αυτές μου κοινοποιήθηκαν την 19-04-2000. Κατά αυτών δεν άσκησε έφεση. Κατά της 155/2000 απόφασης άσκησε έφεση η Δ' Δ.Ο.Υ. Πειραιά. Η έφεση της απορρίφθηκε. Αφού δεν άσκησε έφεση και μετά την τελεσιδικία τους την 20-11-2000 ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. βεβαίωσε οριστικά τους οφειλόμενους φόρους, ύψους 35.919,02 ευρώ ή σε δραχμές 13.851.303. Μετά ταύτα συνέταξε τον υπ' αριθμ. 13/2005 πίνακα χρεών όπου αναφερόταν αναλυτικά το είδος του κάθε φόρου, προστίμου κλπ. Την 30-08-2005 ζήτησε με αίτηση σχετική από τον αρμόδιο εισαγγελέα την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του για το ποσό που βεβαιώθηκε. Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατ' άρθρο 23 ν. 2523/97 σχηματίσθηκε δικογραφία και του επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα την 27-10-2005. Στη σχηματισθείσα δικογραφία περιελήφθη μόνο ο πίνακας χρεών και όχι τα έγγραφα που αναφέρονται στη παράγραφο 4 του αρθρ. 21 Ν. 2523/97. Δηλαδή δεν συντάχθηκαν και δεν απεστάλησαν από τον προϊστάμενο της Δ' Δ.Ο.Υ. στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, ούτε της καταλογιστικής πράξης του φόρου. Με τη παράλειψη αυτή εξέλιπε η απαιτούμενη δικονομική προϋπόθεση για την δίωξη της πράξης, αφού δεν προέκυψε η οριστικοποίηση των φορολογικών εγγράφων που απαιτείται για τις περιπτώσεις που υπάρχει παραβίαση της προθεσμίας καταβολής δόσεων χρεών προς το Δημόσιο. Η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη λόγω αυτής της έλλειψης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη αυτής της δικονομικής προϋπόθεσης έγινε γνωστή και στο πρώτο βαθμό και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με έγγραφο αυτοτελή ισχυρισμό πλην όμως αυτός εσφαλμένα απορρίφθηκε στο δεύτερο βαθμό με ελλιπή και εσφαλμένη αιτιολογία". Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΑΤ.1271/2007 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης, με την αιτιολογία ότι τα ανωτέρω συνοδευτικά έγγραφα είναι αναγκαία μόνο για την άσκηση ποινικής δίωξης με βάση τα άρθρα 17-18 Ν.2523/1997 και όχι στην ένδικη υπόθεση, που ασκήθηκε ποινική δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως νομικά αβάσιμο δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ουδέ υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, διότι, σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τη σχετική ένσταση, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠοινΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 § 1 ΚΠοινΔ αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, ενώ κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός άλλων στοιχείων, και η ταυτότητα της πράξης, δηλαδή του αυτού ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το απ' αυτή αξιόποινο αποτέλεσμα, είτε τούτο συνάπτεται αμέσως με τη δράση (τυπικό έγκλημα), είτε επακολουθεί αυτήν (ουσιαστικό έγκλημα). Ειδικότερα δε επί της συρροής, οπότε με την αυτή ενέργεια ή παράλειψη του δράστη τελούντα περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 § 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει ως εκ τούτου, νέα δίωξη για την άλλη αξιόποινη πράξη που συρρέει με την πρώτη κατ' ιδέα και που δεν κρίθηκε, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξης αποτέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΟλΑΠ 1110/1982). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκε και αναγνώστηκε η αναφερόμενη στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υπ' αριθ. 313/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ουδέ αναγράφεται το διατακτικό της στον προβληθέντα υπό στοιχείο Β σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε να ελεγχθεί η συνδρομή ή μη της απαιτούμενης προϋποθέσεως της ταυτότητας της πράξης. Για το λόγο αυτό ήταν αόριστος ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να απαντήσει, λαμβανομένου υπόψη ότι και στην επισκοπούμενη υπ' αρίθ. 520/14-3-2006 έκθεση εφέσεως δεν περιεχόταν σχετικός λόγος. Παρά ταύτα το Εφετείο εκ περισσού απάντησε ότι δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεων, πράγμα το οποίο συνάγεται και από τον εκτιθέμενο διαφορετικό χρόνο βεβαιώσεως και τα διαφορετικά ποσά.
Συνεπώς, λόγω της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί δεδικασμένου. Ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί πενταετούς παραγραφής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι ότι πρόκειται για χρόνο τελέσεως του ενδίκου εγκλήματος που ανάγεται στο χρόνο βεβαιώσεως 20-12-1996, και ότι η παραγραφή άρχισε την 21-1-1997 και μέχρι το έτος 2005 που ασκήθηκε η ποινική δίωξη είχε παρέλθει ο πενταετής χρόνος που απαιτείται για την παραγραφή του ενδίκου πλημμελήματος. Αυτή όμως η βεβαίωση αφορά άλλη προηγούμενη σχετική πράξη, για την οποία επικαλείται την υπ' αριθ. 313/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ενώ εν προκειμένω η βεβαίωση των χρεών έγινε στις 20-11-2000 όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του,οι οποίες ερευνώνται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠοινΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Περαιτέρω, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το ως άνω Δικαστήριο, καίτοι επέβαλε στον αναιρεσείοντα την προαναφερθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, εντούτοις παρέλειψε να αναγνώσει το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος και να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής και, χωρίς την επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία, προέβη στη μετατροπή της σε χρηματική, υπολογιζόμενη προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με αποτέλεσμα, έτσι, να υπερβεί αρνητικώς την εξουσία του. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, ο τέταρτος λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ της κρινόμενης αιτήσεως και ο αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενος υπόψη υπό στοιχ. Η' του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος, να αναιρεθεί μερικώς η πληττόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνον όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (ΚΠοινΔ 519).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. ΑΤ 1271/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, και συγκεκριμένα μόνο αναφορικά με τη διάταξη της περί μετατροπής της Ποινής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ