Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 799 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ελλιπή αιτιολογία. Παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 799/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, περί αναιρέσεως της 1279/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1932/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Βέροιας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Με την υπ' αριθμό ..... βεβαίωση της ΔΟΥ Νάουσας βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου ποσό αρχικά ποσό 54.222,63€, μετά από διαγραφή βεβαιώθηκε σε βάρος του το ποσό των 27.111,33 ευρώ, από την ίδια αιτία που αφορά λοιπά χρέη, και μαζί με τις προσαυξήσεις, συνολικά ποσό 47.282,11 ευρώ, που κατέστη απαιτητό εφάπαξ στο σύνολο του στις 29.12.2000. Εναντι του άνω χρέους του, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό, καθυστερώντας να καταβάλει αυτό πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Για τη μη καταβολή του χρέους συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Νάουσας ο ..... πίνακας χρεών του κατηγορουμένου, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου, όπου ήταν εγγεγραμμένη η άνω οφειλή. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι άσκησε προσφυγή και επέτυχε την αναστολή της οφειλής του, η οποία δεν είναι εισέτι ληξιπρόθεσμη, με συνέπεια να καθίσταται ανενεργός η βεβαίωση του χρέους και να μην υφίσταται έρεισμα για την άσκηση ποινικής δίωξης είναι απορριπτέος. Ειδικότερα αποδείχθηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας ο Τελώνης Πτολεμαΐδας (κατ' εφαρμογή του άρθρου 89 παρ. 2 του ν. 1165/1918) εξέδωσε σε βάρος του κατηγορουμένου την ..... καταλογιστική πράξη, περί επιβολής πολλαπλού προστίμου, ύψους 18.476.360 δρχ., λόγω διαπράξεως από τον τελευταίο λαθρεμπορικής τελωνειακής παραβάσεως, και ειδικότερα γιατί κατείχε και κυκλοφορούσε στην Ελλάδα αυτοκίνητο με αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας μη νομίμως. Κατά της πιο πάνω καταλογιστικής πράξεως αυτός άσκησε ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων προσφυγή. Λόγω όμως, της ισχύος της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 137 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, η οποία ήταν ευεργετική υπέβαλε Τελωνείο την ..... αίτησή του περί υπαγωγής στην άνω διάταξη ενώ παράλληλα παραιτήθηκε και από την εκκρεμούσα προσφυγή του, με την με αριθμό την .....υπεύθυνη δήλωσή του. Κατόπιν αυτού εκδόθηκε από τον Τελώνη Πτολεμαΐδας νέα καταλογιστική πράξη, περί επιβολής προστίμου, ταυτάριθμη της πρώτης, (με αριθμό .....) με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 9.238.180 δρχ. (το ύψος του οποίου καθορίσθηκε με βάση τις αναλογούσες στο όχημα φορολογικές επιβαρύνσεις) και το τελωνείο απέστειλε στη Δ.Ο.Υ. Νάουσας εντολή διαγραφής του ποσού των 27.111,33€, με συνέπεια η τελευταία να αποστείλει στον κατηγορούμενο νέα ατομική ειδοποίηση για ποσό 27.111,30€ και με τις προσαυξήσεις ποσό 49.179,90€.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσ/κης έφεση, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η τελευταία από τις άνω καταλογιστικές πράξεις πρέπει να απορριφθεί αφού ο κατηγορούμενος μετά την παραίτησή του από την ασκηθείσα προσφυγή του, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει νέα προσφυγή, τυχόν δε ασκηθησομένη είναι απαράδεκτη. Κατόπιν αυτού επειδή καλώς βεβαιώθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου το άνω ποσό το οποίο και δεν κατέβαλε, όπως προεκτέθηκε, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ωστόσο πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως ... ".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής, ασαφής και αντιφατική και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, ενώ το δικαστήριο στο σκεπτικό του δέχεται ότι την 7-12-2000 βεβαιώθηκε στη Δ.Ο.Υ Νάουσας εις βάρος του κατηγορουμένου ποσό 54.222,63 ευρώ από πρόστιμο που είχε επιβληθεί σ' αυτόν από το Τελωνείο Πτολεμαϊδας, στη συνέχεια δέχεται ότι το χρέος αυτό διαγράφηκε και επαναβεβαιώθηκε για 27.111,33 ευρώ που μαζί με τις προσαυξήσεις ανήλθε συνολικά στο ποσό των 47.282,11 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται, εφόσον έγινε διαγραφή του αρχικού χρέους, πότε βεβαιώθηκε το νέο κατά ποσό χρέος και για ποιό λόγο έγινε απαιτητό το νέο χρέος στις 29-12-2000, αφού, κατά τις εν συνεχεία παραδοχές της αποφάσεως, συνεπεία προσφυγής του κατηγορουμένου εκδόθηκε από το τελωνείο Πτολεμαϊδας, μετά πάροδο περίπου διετίας νέα καταλογιστική πράξη με αριθμό ..... με την οποία το πρόστιμο μειώθηκε και προσδιορίσθηκε σε 27.111,33 ευρώ και στη συνέχεια η Δ.Ο.Υ Νάουσας απέστειλε στον κατηγορούμενο νέα ατομική ειδοποίηση για το άνω ποσό. Με τις παραδοχές αυτές δημιουργείται ασάφεια τόσον ως προς τον χρόνο βεβαιώσεως του χρέους όσον και ως προς το ύψος της οφειλής του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, το δικαστήριο ενώ στο σκεπτικό του δέχεται ότι το χρέος βεβαιώθηκε την 7-12-2000 και ήταν εφάπαξ καταβλητέο, κατά τον ενσωματούμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών, την 29-12-2000 δεν εξηγείται πως ο κατηγορούμενος κατέστη υπόχρεος καταβολής του χρέους την 30-12-2000 πριν την πάροδο δηλαδή του κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 διμήνου. Ενόψει των παρατηρουμένων ως άνω ασαφειών, ελλείψεων και αντιφάσεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο της παραπομπής θα κρίνει και το τυχόν ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξεως λόγω παραγραφής.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1.279//2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή