Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 834 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Συναυτουργία, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως από κοινού. Απορρίπτει αναίρεση: α) Για κακή σύνθεση Δικαστηρίου, β) Για έλλειψη αιτιολογίας, γ) Για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.




Αριθμός 834/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ...... και προσωρινά διαμένοντος στην ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χριστοδουλόπουλο, 2) Χ2, κατοίκου ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα και 3) Χ3 κατοίκου ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Σορβατζιώτη, για αναίρεση της με αριθμό 1.940 -1.941/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορουμένους τους 1) Ζ1 και 2) Ζ2.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαρτίου 2008 και 6 Μαρτίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αντίστοιχα, αιτήσεις τους οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 528/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρε-σειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι από 6.3.2008 δύο αιτήσεις αναίρεσης, κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως, των Χ3 και Χ2 που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., προκύπτει, ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αποφάσεως, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρίσεως της τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο κατ' άρ. 474 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. ειδικό βιβλίο, αν ο δικαιούμενος στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η δε προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στη δήλωση και να συνοδεύονται από τα σχετικά αποδεικτικά μέσα, προκειμένου εξ αυτών να καταστεί δυνατή η εκτίμηση της ύπαρξης ή όχι της επικαλούμενης ανώτερης βίας, διαφορετικά η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η από 5.3.2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 ασκήθηκε εκπροθέσμως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε με την εκπροσώπηση αυτού δια συνηγόρου, δημοσιεύθηκε στις 16.11.2007 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών την 19.2.2008, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση του προϊσταμένου του ποινικού τμήματος του Εφετείου Πατρών και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει προσωρινά ο αναιρεσείων, την 5.3.2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ημερών, που άρχισε στις 20.2.2008, δηλαδή την επομένη της καταχώρησης της προσβαλλομένης στο ειδικό βιβλίο και έληξε στις 29.2.2008, ημέρα Παρασκευή, χωρίς στη σχετική αίτηση να διαλαμβάνεται κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς, πρέπει η αναίρεση αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 17 κεφ. Β' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Μ.1756/88), σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο Πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το Εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίου κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι στη σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (υπ' αρ. 1.940 -1.941/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών), συμμετείχε ως διευθύνων τη συζήτηση ο Εφέτης Δημήτριος Νίττας, με την ιδιότητα του Προεδρεύοντος Εφέτη, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών, με αποτέλεσμα η παράλειψη αυτή να δημιουργεί κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναίρεσης εκ των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. Όμως, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και συνεπώς και ο Πρόεδρος αυτού, ορίσθηκε με κλήρωση και όχι με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Εφετείο Πατρών, δεδομένου ότι στο Εφετείο Πατρών προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δεκαπέντε (15) δικαστών και συνεπώς, δεν υφίστατο και αντίστοιχη υποχρέωση να αναγράφεται στην απόφαση ότι ο συγκεκριμένος Εφέτης ορίσθηκε επειδή κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών. Επομένως, ο σχετικός ως άνω λόγος των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. IV. H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχιμόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. Ι στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινικήδιάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικό εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικό ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1.940 - 1.941/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες και η συγκατηγορούμενή τους Ζ2 καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών ο καθένας, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης από κοινού (άρ. 26 παρ. 1, 27, 42, 45, 220 Π.Κ.), δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 30 Ιουνίου 2001, στην ..., οι πρώτη, δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων, Ζ2, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, προκειμένου να επιτύχουν την αναγνώριση του πτυχίου που είχαν λάβα από αλλοδαπά Πανεπιστήμια (πρώην Σοβιετικής Ένωσης και Ρουμανίας, αντίστοιχα), κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων του ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ. στο μάθημα της Χειρουργικής, σε αίθουσα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και αφού είχαν προσυννενοηθεί με τον Ζ1 , τέταρτο των κατηγορουμένων, ιατρό, στον οποίο μάλιστα είχαν παραδώσει ως αμοιβή το χρηματικό ποσό των 2.500.000 δραχμών ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτη και 2.000.000 δρχ. η πρώτη, έλαβαν από τον Χ1 πέμπτο των κατηγορουμένων, τον οποίον συνάντησαν σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβαν από τον Ζ1, κινητά τηλέφωνα και ειδικούς μικροπομπούς ομιλίας - ακοής, τους οποίους επιμελώς τοποθέτησε ο Χ1 στα ενδύματα και στο τριχωτό της κεφαλής τους, έτσι ώστε να έχουν απευθείας επικοινωνία με τον Ζ1, ο οποίος θα τους μετέδιδε τις απαντήσεις των θεμάτων. Στη συνέχεια εισήλθαν στην αίθουσα της παραπάνω Ιατρικής Σχολής και διαγωνίστηκαν γραπτά στο προαναφερόμενο μάθημα της Χειρουργικής, όπου μια φωνή τους διαβίβαζε μέσω των ως άνω ηλεκτρονικών οργάνων που τους είχαν εφοδιάσει οι εν λόγω κατηγορούμενοι, τις απαντήσεις των εξεταζόμενων θεμάτων, αλλοιώνοντας έτσι το κύρος των γραπτών εξετάσεων και σκοπεύοντας με τις απαντήσεις αυτές που δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές τους γνώσεις, να εξαπατήσουν τα αρμόδια όργανα του ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ. και να εκδώσουν σχετικό τίτλο αναγνώρισης των σπουδών τους στην Ελλάδα. Η παραπάνω αναληθής βεβαίωση αναγνώρισης των σπουδών τους στην Ελλάδα μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, διότι με βάση αυτή θα μπορούσαν να ενταχθούν στο ιατρικό δυναμικό της χώρας και να ασκούν το επάγγελμα του ιατρού στην Ελλάδα. Όμως, τελικώς, οι κατηγορούμενοι απέτυχαν στην προσπάθειά τους αυτή, από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, επειδή έγιναν αντιληπτοί από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και συνελήφθησαν. Την παραπάνω πράξη τους ομολόγησαν οι τρεις πρώτοι από τους κατηγορουμένους. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, οι μεν πρώτη, δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης από κοινού, ο δε πέμπτος κατηγορούμενος της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης από κοινού, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνησθέντα περιστατικά στις προαναφερθείσες ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτές προκύπτουν από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, οι αναιρεσείοντες διαγωνίσθηκαν γραπτώς στο εξεταζόμενο μάθημα της χειρουργικής, δίνοντας τις απαντήσεις στην επίλυση των θεμάτων που τέθηκαν στις εξετάσεις, που δεν ανταποκρίνονταν όμως στις πραγματικές τους γνώσεις, αφού τις απαντήσεις τις έδιναν με την εξωτερική βοήθεια των συγκατηγορουμένων τους.
Συνεπώς, η συμπεριφορά τους αυτή, συνιστά αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, αφού συνδέεται αναγκαία και άμεσα με την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, που είναι η αναγνώριση από τα αρμόδια όργανα του ΔΙ.ΚΑ.Τ.Σ.Α του πτυχίου τους, το οποίο είχαν λάβει από Αλλοδαπά Πανεπιστήμια. Περαιτέρω, το από 21.1.2002 απολογητικό υπόμνημα του απολειπόμενου κατηγορουμένου Ζ1 , το οποίο δόθηκε κατά το στάδιο της προδικασίας και συγκεκριμένα στον Πταισματοδίκη Αθηνών, περιλαμβάνονταν στα αναγνωστέα έγγραφα, όπως αυτό προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά και ως τέτοιο (έγγραφο), αφού αναγνώσθηκε, αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη, με την ρητή αναφορά του σκεπτικού στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν ήταν δε ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως αβασίμως υποστηρίζεται, το οποίο θα έπρεπε να αναφέρεται ειδικά στο προοίμιο του σκεπτικού. Τέλος, από καμία διάταξη του Κ.Π.Δ. απαγορεύεται η ανάγνωση στο ακροατήριο των ληφθεισών κατά την προδικασία απολογιών των απολειπομένων συγκατηγορουμένων.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι συνεκδικασθείσες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις από 5.3.2008, 6.3.2008 και 6.3.2008 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ....., Χ2 κατοίκου ..... και Χ3 κατοίκου...... αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αρ. 1.940-1.941/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή