Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1920 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πολιτική αγωγή, Άμυνα, Ανάγκης κατάσταση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Αιτιολογημένη καταδίκη του κατηγορουμένου ο οποίος πυροβόλησε το θύμα στο στήθος με κυνηγετική καραμπίνα δύο φορές με αποτέλεσμα το θάνατό του. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί άμυνας, καταστάσεως ανάγκης άρθρου 32 ΠΚ και βρασμού ψυχικής ορμής. Πότε υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικών περιστάσεων άρθρου 84 §2α΄, β΄ και γ΄ ΠΚ. Αυτοτελής ισχυρισμός περί έμπρακτης μετάνοιας. Πότε είναι ορισμένος. Τι συνιστά έμπρακτη μετάνοια. Δεν υποχρεούται το δικαστήριο να απαντά σε μη ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό. Πολιτική αγωγή. Περιεχόμενο δηλώσεως, δια λογαριασμού ανηλίκου, δικαιουμένου, από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα του. όταν η δήλωση επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο κρίνεται κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από παρά τον νόμο παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος ανηλίκου, στη δίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση με θύμα τον πατέρα του, εκ του ότι η συναφής δήλωση της μητέρας του για λογαριασμό του δεν διευκρίνιζε γιατί ασκούσε αυτή αποκλειστικά τη γονική του μέριμνα, και ότι ο ανήλικος είναι τέκνο αυτής και του θύματος από νόμιμο γάμο αυτών. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη συνεκτίμηση του μη αναγνωσθέντος δελτίου ποινικού μητρώου κατά την κρίση περί της βασιμότητας ελαφρυντικών προτέρου εντίμου βίου μετά την περί ενοχής κατάφασης του δικαστηρίου. Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Κατάρτιση αποφάσεως δια ψηφοφορίας μεταξύ τακτικών δικαστών και ενόρκων. Η μη διατύπωση στην απόφαση αν λήφθηκε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία δεν σημαίνει ότι λήφθηκε από τους τακτικούς μόνο δικαστές χωρίς τη σύμπραξη των ενόρκων και χωρίς να γίνει ψηφοφορία. Απορρίπτεται ο περί του αντιθέτου λόγος υπερβάσεως εξουσίας εκ μέρους των τακτικών δικαστών.





Αριθμός 1920/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη- Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Αλικαρνασσού Κρήτης, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Παρασκευόπουλο και Γεωργία Τατάγια, περί αναιρέσεως της 13-14/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Ψ1, ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου παιδιού της, Ψ και 2. Ψ2, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Στεφόπουλο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 836/2006.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσιους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. 'Ετσι, ειδικότερα, επί θανατώσεως προσώπου νομιμοποιείται ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το τέκνο του θύματος, ως ανήκον στην, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, οικογένεια τούτου. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως. Η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατύπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο μέτρο που έγινε δεκτή απ'αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπετι από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκαν και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες, 1) Η Ψ1, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της Ψ και 2) Ο Ψ2, οι οποίοι ζήτησαν να υποχρεωθεί ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία τους προκάλεσε η δικαζόμενη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με θύμα το σύζυγο και πατέρα τους Ψα, κατά της παραστάσεως δε αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από κανένα. Το ανωτέρω δικαστήριο, με την 56-57-58-59/2003 απόφασή του, προχώρησε στη διαδικασία και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για το ως άνω έγκλημα και για παράνομη κατοχή όπλου, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και τον υποχρέωσε να πληρώσει στους πολιτικώς ενάγοντες 150.000 ευρώ στον καθένα για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, στην επ'ακροατηρίου συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, παρέστησαν ομοίως ως πολιτικώς ενάγοντες οι ανωτέρω, αφού επανέλαβαν, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, την ίδια ακριβώς, όπως και πρωτοδίκως, δήλωση για το επιδικασθέν ποσόν, επιδικάσθηκε δε σε καθένα, με την προσβαλλόμενη 13-14/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, το ποσόν των 100.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Ενόψει όλων αυτών, ο ανήλικος, ειδικότερα, Ψ ενομιμοποιείτο ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε σχετική δήλωση ήταν σύννομη και τον νομιμοποιούσε προς τουτο, καθόσον, αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, α) είναι σαφές από την ανωτέρω δήλωση, ότι ο εν λόγω ανήλικος παρέστη ως πολιτικώς ενάγων με την ιδιότητα του τέκνου της Ψ1 και του φονευθέντος συζύγου της Ψα, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω διευκρίνιση ότι ο ανήλικος είναι τέκνο των ανωτέρω εκ νομίμου γάμου τούτων, β) δεν ήταν, επίσης, αναγκαίο να διεκρινισθεί ότι η μητέρα του ανηλίκου ήταν η αποκλειστικώς ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού, αφού, κατά νόμον, αν η γονική μέριμνα του ενός γονέα έχει παύσει λόγω θανάτου του, αυτή ανήκει αποκλειστικά στον άλλο γονέα (άρθρο 1510 παρ.1 εδ. β' ΑΚ) και γ) στην ανωτέρω δήλωση περιλαμβάνεται αυτονοήτως ο ισχυρισμός περί θανατώσεως του πατρός του ανηλίκου από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, λόγος για τον οποίο και παρέστη ο ανήλικος ως πολιτικώς ενάγων και, επομένως, τυχόν απαίτηση περαιτέρω διευκρινίσεως στη δήλωση αυτή για πιο λόγο δεν παρέστησαν, για λογαριασμό του πολιτικώς ενάγοντος ανηλίκου, αμφότεροι οι γονείς του, θα παραβίαζε την κοινή λογική. Εξάλλου, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα, εμμέσως πλην σαφώς, από τον αναιρεσείοντα, δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα από την παράλειψη του Προέδρου του δικάσαντος Μικτού Ορκωτού Εφετείου να δώσει τον λόγο στον αναιρεσείοντα, μετά τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, για να προβάλει τυχόν αντιρρήσεις κατ'αυτής, καθόσον από τα ως άνω πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε σχετικώς ο λόγος από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του, ο δε Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν είχε υποχρέωση να δώσει προς τούτο τον λόγο αυτεπαγγέλτως. Τέλος, η παράλειψη επισημάνσεως στα αυτά πρακτικά, ότι δεν προβλήθηκε αντίρρηση από κανέναν κατά της ανωτέρω παραστάσεως πολιτικής αγωγής, δεν καθιστά τη δίκη μη δικαία, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον η μεν επισήμανση αυτή δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, στα δε πρακτικά της δίκης καταχωρούνται κατά νόμον (άρθρα 140, 141 ΚΠοινΔ), όλα όσα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως και όχι τα μη γενόμενα κατ'αυτήν. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η παράσταση του ανωτέρω ανηλίκου πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης ήταν παράνομη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 371 παρ.2 ΚΠοινΔ "οι αποφάσεις των πολυμελών δικαστηρίων καταρτίζονται από την ψήφο των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παρίσταται ο γραμματέας. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση συγκεντρώνει τις ψήφους, αρχίζοντας από τον κατώτερο στο βαθμό, ενώ ο ίδιος ψηφίζει τελευταίος, Αν υπάρχει διχογνωμία επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας...". Κατά δε το άρθρο 404 παρ.1 εδ.α' "το μικτό ορκωτό δικαστήριο αποφασίζει για την κατηγορία", ως μικτού ορκωτού νοουμένου του εκ τακτικών δικαστών και ενόρκων δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την κήρυξη του πέρατος της συζητήσεως της υποθέσεως από τον Πρόεδρο, "οι τακτικοί δικαστές και οι ένορκοι του δικαστηρίου αποσύρθηκαν στο δωμάτιο των διασκέψεων και αφού συσκέφθηκαν μυστικά, με παρουσία και του γραμματέα, κατάρτισαν και όταν επέστρεψαν στην έδρα, παρουσία του Εισαγγελέα, του γραμματέα και πάντων των διαδίκων, δημοσίευσαν δια του προέδρου του δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίαση, την υπ'αριθμό 14 απόφασή του που έχει ως εξής...". Από την περικοπή αυτή των πρακτικών και ιδίως από τη φράση "οι τακτικοί δικαστές και οι ένορκοι κατήρισαν την απόφαση", η οποία σημαίνει, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 371 παρ.2 ΚΠοινΔ, ότι έγινε ψηφοφορία, κατόπιν της οποίας καταρτίσθηκε η απόφαση, προκύπτει αναμφιβητήτως το νομότυπο της καταρτίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι δια ψηφοφορίας των τακτικών δικαστών και των ενόρκων, οι οποίοι συγκρότησαν το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης. Ούτε προκύπτει το αντίθετο από το ότι δεν γίνεται μνεία στην απόφαση αν λήφθηκε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφίαν, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον η μη διατύπωση στην απόφαση ότι υπήρξε μειοψηφία δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι η απόφαση λήφθηκε ομόφωνα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, διότι, κατ'εκτίμηση, οι τακτικοί δικαστές του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης αποφάσισαν επί της κατηγορίας και των λοιπών ζητημάτων που ανήκαν, κατά το άρθρο 404 παρ.1 ΚΠοινΔ, στην αρμοδιότητα του Μικτού Ορκωτού Εφετειου, χωρίς τη σύμπραξη των ενόρκων και χωρίς να γίνει ψηφοφορία μεταξύ αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠοινΔ). Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, τέτοια ακυρότητα, λαμβανόμενη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια διάταξη είναι και η παρέχουσα στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με έγγραφο, ως αποδιεκτικό μέσο, μετά την ανάγνωση τούτου. Εντεύθεν παρέπεται ότι δημιουργείται η ως άνω ακυρότητα αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσεώς του, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε και δη το δελτίο ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος. Η περικοπή του ανωτέρω αιτιολογικού, την οποία επικαλείται ο υποστηρίζων το αντίθετο αναιρεσείων, όπου μνημονεύεται το δελτίο ποινικού μητρώου τούτου, το οποίο πράγματι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ότι ανεγνώσθηκαν, ήτοι η περικοπή "...Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος όλων των αδίκων πράξεων που του αποδίδονται και να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α'.β',γ',δ' και ε' του ΠΚ, αφού, ανεξαρτήτως ης ύπαρξης λευκού ποινικύ μητρώου, ο κατηγορούμενος, άνθρωπος μονήρης και ιδιόρρυθμος, ο οποίος, όπως κατατέθηκε, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του λόγω της κακομεταχείρισής της από αυτόν, ακολούθησε δε η λύση του γάμου τους, δεν απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι πριν από την τέλεση των ως άνω άδικων πράξεων διήγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο...", αφορά στα μετά την κατάφαση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και ειδικότερα στον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από την ως άνω περικοπή του αιτιολογικού, απορρίφθηκε διότι κρίθηκε ότι και αληθούς υποτιθεμένης της υπάρξεως λευκού ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος, όπως αυτός είχε ισχυρισθεί, αυτό δεν εξαρκούσε για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, δηλαδή παραθεωρηθέντος του ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος και κατά το στάδιο αυτό, κατά το οποίο, πάντως, επιτρεπτώς συνεκτιμάται και το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου για τη στάθμιση του καθόλου προτέρου βίου του, καίτοι μη αναγνωσθέν, χωρίς να επέρχεται εκ τούτου απόλυτη ακυρότητα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ. που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, από τη λήψη υπόψη για την ενοχή του αναιρεσείοντος του μη αναγνωσθέντος στο ακροατήριο δελτίου ποινικού μητρώου αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 299 παρ.1 ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας καθείρξεως, κατά δεν την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης καθείρξεως. Θεωρείται ότι υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής οσάκις λαμβάνει χώρα αιφνίδια υπερδιέγερση ενός συναισθήματος, η οποία φθάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια που αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα σταθμίσεως των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από αυτήν. Περαιτέρω κατά το άρθρο 22 ΠΚ "1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2. Άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθεμένου στην οποία προβαίνει το άτομο για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3. Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό της επικινδυνότητας της επιθέσεως, από το είδος της βλάβης που απειλούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επιθέσεως και από τις λοιπές περιστάσεις". Κατά το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα "όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση με ποινή ελαττωμένη και αν έγινε από αμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν, ενώ μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση αν ενήργησε μ'αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση". Κατά δε το άρθρο 32 ΠΚ "δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγγενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδιεκτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνται κι στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογουνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορούμένου ότι διέπραξε την αξιόποινη πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας και εντός των κατά νόμον ορίων αυτής ή καθ'υπέρβαση των ορίων αυτών, οφειλόμενη σε φόβο ή ταραχή που του προκάλεσε η επίθεση, ότι προέβη στην πράξη ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης που αναγνωρίζει το άρθρο 32 ΠΚ, επί ανθρωποκτονίας δε εκ προθέσεως το ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επίσης, αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμενου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου, στη επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", (υπό β) "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξαρτήσεως", (υπό γ') "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη", (υπό δ') "το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του" και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για την τέταρτη από τις περιστάσεις αυτές, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης που την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, Χ1 και ο θανών, Ψα, ήσαν αδέλφια και δη γιοι του Ψ2, μετά το θάνατο του οποίου κληρονόμησαν ένα ποιμνιοστάσιο εμβαδού 3.000 περίπου στρεμμάτων στην αγροτική περιοχή "....." του Δήμου Καστελίου Πεδιάδος. Αρχικά, οι σχέσεις τους ήταν καλές, αργότερα όμως αυτές οξύνθηκαν, μέχρι σημείου να διαπληκτίζονται σχεδόν καθημερινά με διάφορες, συνήθως ασήμαντες, αφορμές και να ανταλλάσσουν ύβρεις και απειλές. Έτσι, μοίρασαν με προφορική συμφωνία την ανωτέρω κληρονομιαία έκταση, έκτοτε δε καθένας από αυτούς έβοσκε το ποίμνιο του στο δικό του μέρος. Περί τα τέλη Ιουλίου 2002 τα ζώα του Ψα κατέστρεψαν την περίφραξη του περιβολιού του κατηγορούμενου και έφαγαν τα κηπευτικά προϊόντα που καλλιεργούσε αυτός εκεί, από την πώληση των οποίων κερδοσκοπούσε. Την καταστροφή αυτή της περίφραξης του περιβολιού του και την εντεύθεν ζημία του απέδωσε ο τελευταίος σε σκοπιμότητα του αδελφού του. Έτσι, την 2-8-2002, έχοντας αποφασίσει να τον φονεύσει, όταν τον συνάντησε στο ποιμνιοστάσιο, τον σημάδευσε και τον πυροβόλησε δύο φορές και από απόσταση 15 περίπου μέτρων με κυνηγετική καραμπίνα, με αποτέλεσμα να τον πλήξει με τη δεύτερη βολή στη θωρακική χώρα και να του προξενήσει τις αναφερόμενες στην αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατος του. Την απόφαση να φονεύσει τον αδελφό του είχε λάβει προηγουμένως ο κατηγορούμενος με ήρεμη ψυχική διάθεση, προσχεδιάζοντας και προκαθορίζοντας το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο, που θα υλοποιούσε την απόφαση του αυτή. Ο ισχυρισμός αυτού, ότι κατά την ημέρα εκείνη αιφνιδιάσθηκε από το θύμα, το οποίο, κατά τη διάρκεια φραστικού μεταξύ τους επεισοδίου, του επιτέθηκε, αρχικά με πέτρες και στη συνέχεια κρατώντας τσεκούρι και έτσι, φοβούμενος ότι θα τον σκότωνε, μπήκε στο πλησίον ευρισκόμενο σπίτι του και ξαναβγήκε συναποκομίζοντας την κυνηγετική του καραμπίνα, οπλισμένη, ευρισκόμενος δε σε άμυνα και σε κατάσταση ανάγκης, αλλά και σε βρασμό ψυχικής ορμής εξαιτίας της απώλειας των κηπευτικών του προϊόντων, πυροβόλησε μια φορά στον αέρα για να το φοβίσει και στη συνέχεια πυροβόλησε για δεύτερη φορά κατ' αυτού και το εφόνευσε, δεν αποδεικνύεται αληθής, ενόψει και του ότι, όπως προελέχθη, ο κατηγορούμενος είχε ήδη αποφασίσει σε προηγούμενο χρόνο και αμέσως μετά την απώλεια των προϊόντων του να φονεύσει τον αδελφό του, γι' αυτό και είχε προσφάτως αγοράσει την ως άνω καραμπίνα από τον ιδιοκτήτη της και εξετασθέντα μάρτυρα ....... αντί 240€, όπως αυτός κατέθεσε και στη συνέχεια είχε προμηθευτεί φυσίγγια με χονδρά σκάγια για αγριογούρουνα, ικανά να φονεύσουν και άνθρωπο. Ο ίδιος, αμέσως μετά την απώλεια των προϊόντων του, είχε τηλεφωνήσει στη μητέρα του και της είχε πει "να ετοιμάζει και άλλη κάσα" (η τελευταία είχε χάσει προσφάτως την θυγατέρα της), υπονοώντας ότι σύντομα θα εφόνευε τον αδελφό του, όπως κατέθεσαν σχετικώς οι εξετασθέντες μάρτυρες Ψ1, ....... και Ψ2. Εξάλλου, έστω και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο φονευθείς επιτέθηκε στον κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε, κρατώντας το τσεκούρι που βρέθηκε πλησίον του πτώματος του, το οποίο, όμως, πτώμα είχε μετακινηθεί, άγνωστο από ποιον, σε ικανή απόσταση από τον τόπο του εγκλήματος και πάλι δεν στοιχειοθετείται συνδρομή περίπτωσης άμυνας, ούτε και κατάστασης ανάγκης, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος, όπως και ο ίδιος εξέθεσε στην απολογία του, πέτυχε να εισέλθει στην οικία του, η οποία του παρείχε πλήρη προστασία και δεν υπήρχε κανένας λόγος να εξέλθει στη συνέχεια από αυτή και να πυροβολήσει τον διώκτη του. Περαιτέρω, ούτε και σε βρασμό ψυχικής ορμής ήταν δυνατόν να βρισκόταν κατά τη στιγμή εκείνη ο κατηγορούμενος, προέχοντως διότι από την απώλεια των κηπευτικών του είχε παρέλθει αρκετός χρόνος. Μόνο, συνεπώς, κίνητρο της άδικης πράξης που ετέλεσε αυτός ήταν τα κακά αισθήματα, που επεφύλασσε για τον αδελφό του και η επίταση τούτων κατά τα τελευταία έτη εξαιτίας και των σχεδόν καθημερινών συγκρούσεων των δύο ανδρών, ενώ αναμφισβητήτως καταλυτικό ρόλο έπαιξε η πίστη του κατηγορούμενου ότι το θύμα σκοπίμως κατέρριψε την περίφραξη του περιβολιού του, προκειμένου να τον ζημιώσει. Έτσι, η απόφαση για την αφαίρεση της ζωής του τελευταίου δεν ελήφθη λίγο πριν αυτός πυροβολήσει, αλλά κατά τον προαναφερθέντα πρότερο χρόνο και ενόσω ήταν σε ήρεμη ψυχική διάθεση. Κατά ταύτα, οι περί του αντιθέτου ανωτέρω αυτοτελείς του κατηγορουμένου ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου να διαπράξει την ανθρωποκτονία, έκανε χρήση του περιγραφόμενου στο διατακτικό δίκαννου κυνηγετικού όπλου, όπως επίσης κατείχε και έφερε τούτο πριν την διάπραξη αυτής, χωρίς να έχει άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος όλων των άδικων πράξεων , που του αποδίδονται και να απορριφθεί το αίτημα του για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α', β',γ',δ' και ε' του Π.Κ. αφού, ανεξαρτήτως της ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου, ο κατηγορούμενος. άνθρωπος μονήρης και ιδιόρρυθμος, ο οποίος, όπως κατατέθηκε, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγο του λόγω της κακομεταχείρισης της από αυτόν, ακολούθησε δε η λύση του γάμου τους, δεν απέδειξε συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι πριν από την τέλεση των ως άνω άδικων πράξεων διήγαγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο. Ομοίως, δεν προέκυψε ότι αυτός ωθήθηκε στις πράξεις του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή από την επιβολή προσώπου, στο οποίο όφειλε υπακοή ή με το οποίο βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης ή από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντα ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη, ή ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μη αρκούντος του ότι ζήτησε απλώς συγγνώμη ή έδειξε καλή διαγωγή στη φυλακή, ενώ ούτε καλή αυτού συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του αποδείχθηκε, μη αρκούσας, γενικά, της παθητικής αυτού συμπεριφοράς, ούτε και του πιστοποιητικού καλής διαγωγής στη φυλακή, διότι οράται και κρίνεται η διαγωγή σε ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία". Μετά από τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, αφού απέρριψε όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλε ο αναιρεσείων, κήρυξε αυτόν ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και επέβαλε σ'αυτόν ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξη της ανθρωποκτονίας και συνολικές ποινές φυλακίσεως δύο ετών και χρηματικής ποινής 900 ευρώ για τις λοιπές πράξεις.
Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολοφία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όσον αφορά ειδικότερα στο κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ως προς το οποίο και πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδιεκτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 ΠΚ. Περαιτέρω, ενόψει των ως άνω εκτιθεμένων παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία της και όσον αφορά στην απόρριψη των προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα, σε σχέση με την πράξη της ανθρωποκτονίας, αυτοτελών ισχυρισμών περί άμυνας και υπερβάσεως των ορίων αυτής, περί καταστάσεως ανάγκης του άρθρου 32 ΠΚ και περί βρασμού ψυχικής ορμής. Ειδικότερα, επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη των εν λόγων αυτοτελών ισχυρισμών με την αναφορά περιστατικών που αναιρούν το περιεχόμενο των προβληθέντων σχετικώς από τον αναιρεσείοντα και οδήγησαν στην απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου, ήτοι περιστατικών σύμφωνα με τα οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, α) δεν συνέτρεξε επίθεση του θύματος, άμεση και παρούσα, με το τσεκούρι που κρατούσε στα χέρια του, κατά του αναιρεσείοντος, στην επίκληση της οποίας (επιθέσεως) και στον εντεύθεν παρόντα και άλλως αναπότρεπτο κίνδυνο για τη ζωή του στήριξε ο αναιρεσείων τον ισχυρισμό ότι κατά την τέλεση της πράξεως ευρίσκετο σε άμυνα, επικουρικώς δε ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η εναντίον του επίθεση του θύματος και τον ισχυρισμό περί καταστάσεως ανάγκης του άρθρου 32 ΠΚ και β) δεν συνέτρεξε αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθημάτων φόβου και οργής του αναιρεσείοντος οφειλόμενη στην άνω ισχυριζόμενη επίθεση και στην προηγηθείσα καταστροφή των κηπευτικών του αναιρεσείοντος από το θύμα, στην επίκληση των οποίων στήριξε ο αναιρεσείων τον ισχυρισμό ότι ενήργησε ευρισκόμενος σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επαρκώς, επίσης, αιτιολογείται, με την αναφορά των αυτών ως άνω περιστατικών, η απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφίων β' και γ' της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ, για τη θεμελίωση των οποίων προέβαλε ο αναιρεσείων ότι ωθήθηκε στην πράξη του γιατί διατελούσε υπό την επίδραση σοβαρής απειλής κατά της ζωής του και της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω της κατ'αυτού επιθέσεως του θύματος με τσεκούρι και ότι παρασύρθηκε από οργή και βίαιη θλίψη που του προκάλεσε η ίδια συμπεριφορά του θύματος, ενώ ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία απορρίψεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου του εδαφίου α' της παρ.2 του ίδιου άρθρου 84 ΠΚ. Επομένως, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλίομενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατηγορία και ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων προέβαλε, δια του συνηγόρου του, και τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ.2 εδάφ.δ' ΠΚ), επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή του ότι "εξιστόρησε στην ανάκριση τις αληθείς συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ανέλαβε τις ευθύνες που του ανήκουν, συνέδραμε την ανάκριση στη διαλεύκανση της υποθέσεως, επεχείρησε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, προσπάθησε με νόμιμα μέσα και ενέργειες να φωτίσει το έργο της δικαιοσύνης, δεν προέβαλε αναληθείς ισχυρισμούς, υπήρξε πρόθυμος αρωγός και διευκόλυνε το έργο της δικαιοσύνης" και, ακόμη, ότι είχε μέχρι του συμβάντος λευκό ποινικό μητρώο, δεν είχε κατηγορηθεί για άλλη εγκληματική συμπεριφορά και "ζήτησε έμπρακτα συγνώμη" από την οικογένεια του αδελφού του (θύματος), από τη μητέρα του και τα αδέλφιά του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν θεμελιώνεται στα ως άνω επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα, καθόσον δι'αυτών δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια του αναιρεσείοντος άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών των πράξεών του, αλλά και διότι η διευκόλυνση του έργου της ανακρίσεως δια της αληθούς εξιστορήσεως των συνθηκών τελέσεως της πράξεως δεν συνιστά εκδήλωση έμπρακτης μετάνοιας, όπως επίσης δεν συνιστά έμπρακτη μετάνοια ούτε η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, ούτε η έλλειψη άλλης προηγούμενης κατηγορίας, ούτε η καλή διαγωγή στη Φυλακή (επικληθείσα απ'τον αναιρεσείοντα ως ένδειξη ειλικρινούς μετάνοιας κατά την ανάπτυξη άλλου αυτοτελούς ισχυρισμού του). Επομένως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ'αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία πλεοναστικώς αναφέρει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος "έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, μη αρκούντος του ότι ζήτησε απλώς συγγνώμη ή έδειξε καλή διαγωγή στη φυλακή".
Συνεπώς, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και κατά το σκέλος του, που προβάλλει ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 13-14/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ