Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 311 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 311/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, περί αναιρέσεως της 1338/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2008 αίτησή του καθώς και στους από 13 Νοεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 998/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο δεύτερο του ν.2802/2000, ο οποίος κύρωσε τη Σύμβαση "περί καταπολεμήσεως της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως", το ανωτέρω άρθρο του ΠΚ αντικαταστάθηκε από την έναρξη της ισχύος του ανωτέρω νόμου (3-3-2000) ως εξής: "Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιαδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά". Η νέα αυτή ρύθμιση, εκτός από λεκτικές διαφορές στη διατύπωση της δωροδοκίας, αφενός διευρύνει αυτήν ως προς την έννοια του υπαλλήλου, διότι περιλαμβάνει και τους κοινοτικούς υπαλλήλους καθώς και τους εθνικούς υπαλλήλους των άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. (βλ. αρθρ. τρίτο ν. 2802/2000), αφετέρου δε περιορίζει το αξιόποινο της, διότι αφήνει πλέον ατιμώρητη τη δωροδοκία για ήδη τελειωμένες υπηρεσιακές ενέργειες, ενώ δεν θίγει και το πλαίσιο της απειλούμενης ποινής.
Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοίχ. Δ' του ίδιου Κώδίκα υπάρχει, στην περίπτωση της καταδικαστικής απόφασης, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη 1338/2006 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος μνημονευόμενα σ'αυτή αποδεικτικά μέσα αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 2004 κατηγορούμενος, που ήταν ανώτερος υπάλληλος της πολιτικώς ενάγουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, παρείχε την εργασία του στο κεντρικό κατάστημά της στην...ως προϊστάμενος διαχείρισης ακινήτων. Με την ιδιότητά του αυτή συμμετείχε και στην τετραμελή επιτροπή, που εισηγείται το ύψος του ποσού πώλησης ακινήτων της Τράπεζας, όποτε υπάρχει αντίστοιχη απόφαση. Παλαιότερα ο μηνυτής ... είχε στην κυριότητά του ένα ακίνητο, κείμενο στην περιοχή του ..., που είχε κατασχεθεί για χρέη του, είχε πλειστηριασθεί και είχε αποκτηθεί από την Τράπεζα. Η τελευταία ενδιαφερόταν να το πουλήσει και ο μηνυτής να το αγοράσει. Εξάλλου η Τράπεζα ευλόγως προτιμά να πωλεί τα ακίνητα που απέκτησε μετά από πλειστηριασμό στους προηγούμενους κυρίους τους, εάν επιτευχθεί συμφωνία για εύλογο τίμημα. Το γεγονός αυτός ήταν γνωστό στον μηνυτή, που υπέβαλε στην Τράπεζα αίτηση αγοράς του προαναφερόμενου ακινήτου τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του 2004, αντί ποσού 120.000, 130.000 και 144.000 ευρώ, αντιστοίχως, δηλαδή σε τιμές σταδιακά αυξανόμενες αλλά πάντως υπολειπόμενες τόσο της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, που ανερχόταν σε 170.000 ευρώ, όσο και του ποσού των 250.000, στο οποίο εκτίμησε την αξία του η τεχνική υπηρεσία της Τράπεζας. Η πρώτη από τις προαναφερόμενες αιτήσεις απορρίφθηκε και η δεύτερη δεν συζητήθηκε. Επίσης δεν συγκλήθηκε η επιτροπή για συζήτηση της τρίτης αίτηση, μολονότι συμφωνούσαν να γίνει δεκτή τρία από τα μέλη της επιτροπής, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, διότι δεν είχε αποφασίσει ακόμη ο πρόεδρος αυτής. Για την τύχη του πιο πάνω ακινήτου είχε επιδείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο κατηγορούμενος, ο οποίος από τον Ιούνιο του 2004, με δική του πρωτοβουλία, ήλθε σε επαφή με τον μηνυτή και, αναφέροντας του τις παραπάνω ιδιότητες του, απαίτησε και έλαβε απ' αυτόν τα ποσά των 1.000, 1.000 και 2.500 ευρώ, στις 23-6-2004, στις 24-6-2004 και στις 31-8-2004, αντιστοίχως, προκειμένου να ενεργήσει, ώστε το ακίνητο να αγορασθεί από τον μηνυτή με όσο ήταν δυνατόν μικρότερο τίμημα. Το τελευταίο ποσό καταβλήθηκε από τον μηνυτή τις απογευματινές ώρες της 31-8-2004 σε καφετέρια της ..., όπου είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν, οπότε και ο μηνυτής συνελήφθη από καραδοκούντα αστυνομικά όργανα της Ασφάλειας Αττικής, στην οποία ο μηνυτής είχε καταγγείλει το γεγονός. Τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, που επιβεβαιώνεται μόνον από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως ..., ότι, εντελώς παράτυπα, μετά από συνεχείς πιέσεις του μηνυτή, δέχθηκε να λάβει απ' αυτόν κάποιο χρηματικό ποσό, προκειμένου να το καταθέσει την επόμενη ημέρα στην Τράπεζα για λογαριασμό αυτού, για να ενισχυθεί έτσι η εκκρεμούσα αίτησή του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο παθητικής δωροδοκίας και ενδεχόμενο και δεχόμενο ότι πριν από την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και, συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα με την αναφορά τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο κατηγορούμενος στις αναφερόμενες ημερομηνίες, ήτοι στις 23-6-2004, στις 24-6-2004 και 31-8-2004 απαίτησε και έλαβε από τον κατηγορούμενο τα ποσά των 1000, 1000 και 2500 ευρώ, αντίστοιχα, προκειμένου να προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, καθορίζονται τα αξιούμενα για την θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας στοιχεία.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 98 παρ.1 και 235 παρ.1 ΠΚ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας κατ'εξακολούθηση, με συνέπεια την επιβολή σ' αυτόν βαρύτερης ποινής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 263 Α του ΠΚ "για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236 ... υπάλληλοι θεωρούνται εκτός από τους αναφερόμενους στο άρθρο 13 και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα α)... β) σε τράπεζες, που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά τον νόμο ή το καταστατικό τους... γ)... δ)... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της με αριθ. 3037/2004 πρωτόδικης απόφασης πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίσθηκαν οι νομίμως εκπροσωπούντες την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, Διευθυντής και υποδιευθυντής αυτής, και δήλωσαν ότι η ως άνω Τράπεζα παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, αιτούμενη το ποσό των 44,20 Ευρώ, επιφυλασσόμενη για το επιπλέον να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης την οποία υπέστη από την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και η οποία ανάγεται στην πίστη στις εργασίες της. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της φήμης και του κλονισμού της πίστης στις συναλλαγές που προκάλεσε σ'αυτήν η αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου προέβη πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο ..., ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω Τράπεζας δυνάμει του 1259/14-10-2004 πρακτικού του Δ.Σ. αυτής. Το Εφετείο επομένως που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε νόμιμη τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να της καταβάλει το πρωτοδίκως επιδικασθέν σ'αυτή ποσό των 44.20 €, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό αυτής ότι στο ποσό αυτό ανέρχεται η ανάλογη χρηματική της ικανοποίηση, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α',Η και Δ πλημμέλειες α) της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής παράστασης της πολιτικής αγωγής, β) της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του με το να μη αποβάλει αυτήν από την διαδικασία, και γ) της αναιτιολόγητης επιδίκασης σ'αυτήν του ως άνω ποσού, και είναι απορριπτέος, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2008 και τους από 13 Νοεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους του ..., για αναίρεση της 1338/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή