Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 298 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Απάτη, Συνέργεια, Εξακολουθούν έγκλημα, Εξάλειψη αξιοποίνου.




Περίληψη:
Άμεση συνέργεια σε κακουργημα-τική απάτη κατ’ άρθρο 1 Ν 1608/1950, σε βάρος τράπεζας εδρεύουσας στην ημεδαπή, κατ’ εξακολούθηση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν πλείονες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου δύνανται να θεωρηθούν ως ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Για τον προσδιορισμό του οφέλους ή της ζημίας λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων και δεν παρίσταται ανάγκη εξειδικεύσεως αυτών. Πότε έχει εφαρμογή το άρθρο 379 ΠΚ και επί απάτης (άρθρο 393 ΠΚ). Για να επέλθει μερική εξάλειψη του αξιοποίνου απαιτείται η μερική καταβολή να γίνει από τον δράστη προς τον ζημιωθέντα. Η παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής υποθήκης δεν επιφέρει ολική ή μερική εξάλειψη του αξιοποίνου, αλλ’ έχει τον χαρακτήρα απλής εξασφαλίσεως της παθούσας σε περίπτωση μη ικανοποιήσεως της από τον δράστη.





Αριθμός 298/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσίπρα, για αναίρεση της με αριθμό 1488/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1285/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 379 παρ. 1 του ΠΚ, το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαιρέσεως εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις Αρχές, απέδωσε, χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνον απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος, ενώ κατά το άρθρο 399 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 379, εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός των άλλων και για την πράξη του άρθρου 386, ακόμη και υπό την κακουργηματική της μορφή και σε σχέση με το Ν.1608/1950, γιατί το άρθρο 1 του νόμου αυτού δεν διαπλάσσει νέα εγκλήματα, αφού είναι τα αυτά εγκλήματα του ΠΚ σε διακεκριμένη μορφή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η μερική απόδοση ή ικανοποίηση του ζημιωθέντος, εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος, αποτελώντας λόγο μειώσεως της ποινής, εφόσον περαιτέρω έγινε πριν ο δράστης εξεταστεί από την Αρχή, με την ελεύθερή βούλησή του, δηλαδή εκουσίως και αυθορμήτως και να μη οφείλεται σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούλησή του αίτια, διότι στην περίπτωση αυτή το αίτιο που οδήγησε στην ικανοποίηση του ζημιωθέντος δεν είναι η μεταμέλεια που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της έμπρακτης μετάνοιας. Η ικανοποίηση του ζημιωθέντος (εντελής ή μερική) μπορεί να γίνει και με την κατάρτιση συμβάσεως μεταξύ των ενδιαφερομένων (ζημιωθέντος και υπαιτίου ή τρίτου), με την οποίαν καταργείται η εκ του αδικήματος αξίωση και αντικαθίσταται με νέα (ανανέωση). Τέτοια, όμως, κατάργηση της, εκ του αδικήματος, ενοχής και σύστασης νέας δεν μπορεί να επέλθει μόνο με την εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου του υποχρέου, διότι η εγγραφή υποθήκης έχει χαρακτήρα απλής εξασφαλίσεως της παθούσας σε περίπτωση μη ικανοποιήσεώς της από το δράστη. Εξ άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δράστης δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, πρότεινε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μερικής εξαλείψεως του αξιοποίνου, διότι, προ πάσης εξετάσεώς του από οποιαδήποτε Αρχή και εντός των συμβατικών προθεσμιών, με δική του θέληση κατέβαλε στον μεν λογαριασμό ........ του Γ1 ποσό 2.000.000 δρχ., έναντι της ...... επιταγής ΕΤΕ, η οποία αποτελεί αντικείμενο της κατηγορίας, ενώ έναντι της επιταγής ......... ποσό 3.000.000 δρχ. κατεβλήθη από τον Γ2, διότι ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν είχε λογαριασμό στην Τράπεζα. Ακόμη πρόσφερε οικειοθελώς και προ πάσης έρευνας από την Αρχή 13 ακίνητά του στην ......, στα οποία έγραψε υποθήκη η Τράπεζα προς διασφάλιση μέρους της ενδίκου απαιτήσεώς της εκ δραχμών 16.000.000 και 30% επί οικοπέδου μετά της ισογείου οικίας, κειμένης στη ......, στην οποία έγραψε προσημείωση υποθήκης για ποσό 5.000.000 δρχ. Ότι, οι παραπάνω παραχωρήσεις περιουσιακών του στοιχείων, ελαχίστης αξίας 21.000.000 δρχ. και η δια μετρητών ως άνω καταβολή ποσού 5.000.000 δρχ., επέφεραν αντίστοιχη εξάλειψη του αξιοποίνου της άμεσης συνέργειας της απάτης και ως εκ τούτου έπρεπε να αφαιρεθούν από τη συνολική ζημία της Τράπεζας των 52.200.000 δρχ. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε, είναι μη νόμιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του και δή κατά το πρώτο (καταβολή μετρητών 5.000.000 δρχ. κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε), διότι η μερική αυτή καταβολή, εκτός του ότι δεν έγινε στο σύνολό της από τον υπαίτιο (κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα), δεν έγινε και προς τη ζημιωθείσα Τράπεζα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ. Η κατάθεση του ως άνω ποσού στους λογαριασμούς των φυσικών αυτουργών Γ1 και Γ2, λαβούσα χώρα μετά την ανάληψη των ποσών εκ μέρους αυτών με τη συνδρομή του αναιρεσείοντος, από τη ζημιωθείσα Τράπεζα, δηλαδή μετά την αποκάλυψη της απάτης δεν επιφέρει μερική εξάλειψη του αξιοποίνου, πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί (δηλαδή θα μπορούσε να επέλθει μερική εξάλειψη του αξιοποίνου), εάν η κατάθεση του προαναφερθέντος ποσού στους λογαριασμούς των φυσικών αυτουργών ελάμβανε χώρα πριν αποκαλυφθεί η απάτη, αλλά και πριν γίνει η κατά τα άνω ανάληψη των χρημάτων, από την παθούσα Τράπεζα, οπότε οι λογαριασμοί των φυσικών αυτουργών θα εφέροντο να έχουν πιστωθεί με το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ο ως άνω ισχυρισμός, κατά το έτερο σκέλος του (περί μερικής εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθήκης επί ακινήτων του αναιρεσείοντος), είναι επίσης μη νόμιμος, διότι η τοιαύτη εγγραφή υποθήκης γενομένη μάλιστα μετά την αποκάλυψη της απάτης, δεν επιφέρει (μερική) εξάλειψη του αξιοποίνου, αλλ' έχει το χαρακτήρα, όπως εσημειώθη, απλής εξασφαλίσεως της παθούσας σε περίπτωση μη ικανοποιήσεώς της από το δράστη. Το Εφετείο, τον ως άνω ισχυρισμό τον απέρριψε, σιωπηρώς μεν κατά το μέρος που ισχυρίσθη ότι επήλθε μερική εξάλειψη του αξιοποίνου με την παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής υποθήκης επί ακινήτων του αναιρεσείοντος, ρητώς δε κατά τα λοιπά και ειδικότερα με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 393 (σε συνδ. Με αυτή του άρθρου 379) ΠΚ δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση γιατί απαιτεί πλήρη ικανοποίηση του παθόντος. Εφόσον ο προδιαληφθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, κατά τα προαναπτυχθέντα, η κατά τα άνω απόρριψη αυτού από το Εφετείο δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 ΚΠΔ και επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 379 και 393 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής, εις το δικαστήριο δε της ουσίας εναπόκειται η κρίση, αν πλείονες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου δύνανται να θεωρηθούν ότι τελούν σε ενότητα εγκληματικής αποφάσεως, ως εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Στην καταφατική περίπτωση μπορεί να μην επιβληθεί ιδιαιτέρα ποινή για κάθε πράξη και ακολούθως καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 του ΠΚ, αλλά δύναται να καταγνωσθεί από το δικαστήριο μία και ενιαία για όλες τις πράξεις ποινή εις την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των πράξεων, οι οποίες πλέον θεωρούνται ως μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, το οποίο (έγκλημα) θεωρείται ένα και ενιαίο. Η ως άνω δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως εις πράγματα αναφερομένη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, υπάρχει το έγκλημα της απάτης, όταν κάποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Κατά δε το άρθρο 1 του Ν.1608/1950 "περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων για τους καταχραστάς του Δημοσίου", όπως σήμερα ισχύει, εις τον ένοχο ορισμένων αξιοποίνων πράξεων, μεταξύ των οποίων και η της απάτης, εφόσον στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή κατά Τράπεζας που εδρεύει στην Ελλάδα και το επιτευχθέν ή επιδιωχθέν όφελος του πράξαντος ή η προσγενομένη ή οπωσδήποτε απειληθείσα ζημία του Δημοσίου ή της Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (ήδη 146.000 ευρώ), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 του ΝΔ 2576/1953, οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση δια πολλών μερικοτέρων πράξεων, τότε, για τον, κατά το αυτό άρθρο, προσδιορισμό του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσας ζημίας, καθώς επίσης και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος, ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι κατά τη διάπραξη, εκτός άλλων και του εγκλήματος της απάτης εις βάρος του Δημοσίου ή Τράπεζας που εδρεύει στην Ελλάδα κατ' εξακολούθηση δε με περισσότερες μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους ή της ζημίας, δηλαδή των στοιχείων από τα οποία εξαρτάται η βαρύτης του εγκλήματος και ο χαρακτηρισμός αυτού ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδικεύσεως αυτών, της διατάξεως του άρθρου 16 του Ν.2576/1953, ως ειδικής και αφορώσης τους καταχραστάς του δημόσιου τομέα, κατισχυούσης της γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ. Το Εφετείο που, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εδέχθη ανελέγκτως ότι υπόκειται έγκλημα τελεσθέν κατ' εξακολούθηση και όχι περίπτωση της κοινής πραγματικής συρροής, ορθώς τις διατάξεις του άρθρου 98 ΠΚ και άρθρου 1 Ν.1608/1950 ερμήνευσε και εφάρμοσες και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σημειουμένου εδώ ότι οι ομοειδείς πράξεις που συνιστούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, μπορεί να τελεσθούν την αυτή χρονική στιγμή ή και την αυτή ημέρα. Περαιτέρω, εφόσον εν προκειμένω η εις βάρος της Τράπεζας τελεσθείσα άμεση συνέργεια εις απάτη, διώκεται σε βαθμό κακουργήματος και δεδομένου του περιορισμού της αυτοτέλειας των επί μέρους πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, γενομένου δια του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.2576/1953, έπεται κατ' ανάγκην, ως εκ της φύσεως του πράγματος, ότι και οι μερικότερες πράξεις του ενιαίου κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, συνιστούν πράξεις εις βαθμόν κακουργήματος και όχι πλημμελήματος. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως", προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο της άμεσης συνέργειας στην τέλεση εγκληματικής πράξεως είναι η πρόθεση του αμέσου συνεργού ποτ έγκειται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής και στη γνώση ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της αδίκου πράξεως. Τέτοια είναι και η συνδρομή του κομιστή επιταγής, ο οποίος, παρόλο που γνωρίζει ότι αυτή εκδόθηκε με απατηλό τρόπο, γιατί δεν καταβλήθηκε το ισόποσο της αξίας της, εμφανίζεται ο ίδιος, ή εκείνος στον οποίον την οπισθογράφησε για να την εισπράξει για λογαριασμό του στον αρμόδιο για την πληρωμή αυτής υπάλληλο, στον οποίο με την προσκομιδή της παρέχεται η ψευδής βεβαίωση ότι η επιταγή αυτή είναι κανονική και αυτός νόμιμος κομιστής δικαιούχος του ενσωματωμένου δικαιώματος και με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η είσπραξή της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα άμεσης συνέργειας στις ακόλουθες πράξεις διακεκριμένης απάτης, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα: Ο Ζ1, ήταν απλός υπάλληλος επί των συναλλαγών (teller) του Υποκαταστήματος ("θυρίδας") Νέας Ιωνίας Αττικής της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος (Ε.Κ.Τ.Ε) β'), και υπηρετούσε μαζί με τον Ζ2, πού ήταν διευθυντής της "θυρίδας". Οι εργασίες της "θυρίδας" ήταν περιορισμένου αντικειμένου, μετά από απόφαση της διοίκησης της παθούσας τράπεζας και αφορούσαν μόνο εργασίες ταμιευτηρίου, δηλαδή καταθέσεις και αναλήψεις σε σχετικούς λογαριασμούς, ενώ ήταν ανεπίτρεπτες πράξεις δανειοδοτήσεως. Η "θυρίδα" λειτουργούσε με το σύστημα "οn Ιine", δηλαδή με ηλεκτρονικό υπολογιστή, μέσω του οποίου οι εκάστοτε δοσοληψίες διαβιβάζονταν στον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή και δι' αυτού, σε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της παθούσας τράπεζας. Αυτοί, από κοινού, προκειμένου να ωφεληθούν παρανόμως τρίτοι γνωστοί τους (Γ1,Γ2), με βλάβη της περιουσίας της παθούσας τράπεζας, προέβαιναν (μετά από τηλεφωνική συνεννόηση μαζί τους) σε εικονικές πιστώσεις σχετικών λογαριασμών τους όψεως ή ταμιευτηρίου, τις οποίες εκ των υστέρων "κάλυπταν" με ισόποσες τραπεζικές επιταγές, που όμως ήταν ακάλυπτες και επίσης στην άμεση πίστωση των ιδίων λογαριασμών, με τα ποσά τραπεζικών επιταγών που τους παρέδιδαν συγχρόνως, χωρίς δηλαδή την παρέλευση του προβλεπόμενου, κατά τις οδηγίες της παθούσας τράπεζας, ελάχιστου χρονικού διαστήματος των τεσσάρων ημερών (προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι επιταγές αυτές ήταν καλυμμένες στην πληρώτρια τράπεζα, με αντίστοιχα διαθέσιμα), ή (μετά από τηλεφωνική συνεννόηση) και μεταγενέστερα, ενώ οι επιταγές αυτές ήταν ακάλυπτες, παριστάνοντας έτσι ψευδώς, μέσω του συστήματος "on line" της παθούσας τράπεζας στους αρμόδιους υπαλλήλους της, ότι. στους λογαριασμούς αυτούς υπήρχαν μεγάλα πιστωτικά υπόλοιπα και πετυχαίνοντας έτσι κατά τούτο την παραπλάνηση τους. Στη συνέχεια, οι εν λόγω Γ1 και Γ2, πραγματοποιούσαν αναλήψεις από τους αναφερόμενους λογαριασμούς τις οποίες δεν δικαιούνταν από άλλα υποκαταστήματα της παθούσας τράπεζας ή εξέδιδαν επί τούτων τραπεζικές επιταγές και τις εμφάνιζαν οι ίδιοι ή δι' άλλων προσώπων, σε άλλα υποκαταστήματα (της παθούσας τράπεζας) και πετύχαιναν την είσπραξή τους, με την εν γνώσει της παράσταση στους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας ψευδών γεγονότων ως αληθινών, δηλαδή ότι, οι επιταγές που παρέδιδαν στην παθούσα τράπεζα για την πίστωση των λογαριασμών τους, είχαν αντίκρυσμα, ενώ ήταν ακάλυπτες (εικονική κατάθεση μετρητών), με ισόποση βλάβη της περιουσίας της παθούσας τράπεζας. Ειδικότερα: α) την 31-1-1989, οι ως άνω υπάλληλοι της παθούσας προέβησαν στην πίστωση του υπ' αριθμό ..... λογαριασμού όψεως του γνωστού τους Γ1, με το ποσό των 19.500.000 δρχ, με βάση δύο τραπεζικές επιταγές με αριθμό ....... και ....... αντίστοιχα, ποσού 9.500.000 δρχ. και 10.000.000. δρχ., εκδόσεως Γ2 και πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τις οποίες αυτός τους παρέδωσε συγχρόνως, χωρίς να τις "δεσμεύσει" τουλάχιστον επί τετραήμερο και οι οποίες, εμφανισθείσες νομίμως προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν από έλλειψη αντικρίσματος. Έτσι, ο αναφερόμενος λογαριασμός του Γ1, πιστώθηκε σαν να είχαν καταβληθεί μετρητά με το πιο πάνω ποσό, το οποίο όμως ουδέποτε καταβλήθηκε στην τράπεζα, στη συνέχεια ο τελευταίος, εξέδωσε εν γνώσει του αυθημερόν από μπλοκ επιταγών της τράπεζας που είχε στη διάθεση του, επιταγή σε διαταγή του κατηγορουμένου χ1 ποσού 11.000.000 δραχμών, πληρωτέα στην "Ε.Κ.Τ.Ε.", η οποία εμφανισθείσα νομίμως από αυτόν την ίδια ημέρα προς πληρωμή στο υποκατάστημα Ακαδημίας Αθηνών της παθούσας τράπεζας, πληρώθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της, που είχαν παραπλανηθεί μέσω του συστήματος "οn line" της τράπεζας, ότι ο λογαριασμός επί του οποίου είχαν εκδοθεί και σύρονταν οι ως άνω επιταγές αυτές, είχε επαρκές πιστωτικό υπόλοιπο, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τέτοιο πιστωτικό υπόλοιπο και η επιταγή επιστράφηκε τελικά από το Γραφείο Συμψηφισμού Αθηνών ως ακάλυπτη, β)Την 1.2.1989 οι ως άνω υπάλληλοι της παθούσας τράπεζας Ζ1 και Ζ2 προέβησαν στην πίστωση του ιδίου (υπ' αριθμό ......) λογαριασμού όψεως του αυτού Γ1, με το ποσό των 21.400.000 δρχ., με βάση δύο τραπεζικές επιταγές, τις οποίες αυτός του παρέδωσε συγχρόνως, χωρίς να τις "δεσμεύσουν" τουλάχιστον επί τετραήμερο και οι οποίες, εμφανισθείσες νομίμως προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες, δεν πληρώθηκαν από έλλειψη αντικρίσματος, έτσι, ο αναφερόμενος λογαριασμός του Γ1, πιστώθηκε σαν να είχαν καταβληθεί μετρητά με το πιο πάνω ποσό, το οποίο όμως ουδέποτε καταβλήθηκε στην τράπεζα . Στη συνέχεια ο τελευταίος, εξέδωσε εν γνώσει του αυθημερόν από μπλοκ επιταγών της τράπεζας που είχε στη διάθεση του, δύο άλλες επιταγές σε διαταγή του κατηγορούμενου χ1, η πρώτη ποσού 7.000.000 δρχ. και η δεύτερη ποσού 14.400.000 δρχ., πληρωτέες στην "Ε.Κ.Τ.Ε.", τις οποίες τις εμφάνισε νομίμως την ίδια ημέρα προς πληρωμή στο κατάστημα "Πανεπιστημίου" της τράπεζας και πληρώθηκαν από τους αρμόδιους υπαλλήλους της, που είχαν παραπλανηθεί μέσω του συστήματος "οn line της τράπεζας, ότι ο λογαριασμός επί του οποίου είχαν εκδοθεί και σύρονταν οι επιταγές αυτές, είχε επαρκές πιστωτικό υπόλοιπο, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τέτοιο πιστωτικό υπόλοιπο, και οι επιταγές επιστράφηκαν τελικά από το Γραφείο Συμψηφισμού Αθηνών ως ακάλυπτες, και γ) την 31.1.1989, οι ως άνω υπάλληλοι της παθούσας τράπεζας Ζ1 και Ζ2 προέβησαν στην πίστωση του υπ' αριθμό ..... λογαριασμού όψεως του γνωστού τους Γ2, κατά το ποσό των 19.800.000 δρχ, με βάση δύο τραπεζικές επιταγές με αριθμό ....... και ....... αντίστοιχα, ποσού 8.700.000 δρχ. και 11.100.000. δρχ., εκδόσεως του κατηγορουμένου χ1 και πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τις οποίες αυτός τους παρέδωσε συγχρόνως, χωρίς να τις "δεσμεύσουν" τουλάχιστον επί τετραήμερο και οι οποίες, εμφανισθείσες νομίμως προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν από έλλειψη αντικρίσματος. Έτσι, ο αναφερόμενος λογαριασμός του Γ2, πιστώθηκε σαν να είχαν καταβληθεί μετρητά με το πιο πάνω ποσό, το οποίο, όμως, ουδέποτε καταβλήθηκε στην τράπεζα και το οποίο ο αναφερόμενος Γ2, ανέλαβε αυθημερόν, από το κατάστημα "Πανεπιστημίου" της τράπεζας, παραπλανηθέντων των αρμόδιων υπαλλήλων της, μέσω του συστήματος "οn line", ότι ο λογαριασμός από τον οποίο πραγματοποιείτο η ανάληψη, είχε πιστωτικό υπόλοιπο, μεγαλύτερο κατά το ποσό των 19.800.000 δρχ.. Οι αναφερόμενες δύο επιταγές, επιστράφηκαν τελικά από το Γραφείο Συμψηφισμού Αθηνών, απλήρωτες από έλλειψη αντικρίσματος. Το ποσό των 19.800.000 δρχ.. που ωφελήθηκε τελικά ο Γ2 ζημιώθηκε η τράπεζα. Συνολικά, το παράνομο όφελος, που, από κοινού, αποκόμισαν οι ως άνω φυσικοί αυτουργοί της απάτης Γ1 και Γ2, από την είσπραξη των ακάλυπτων επιταγών, ανήλθε συνολικά στο ποσό των (11.000.000 + 21.400.000 + 19.800.000 από κεφάλαιο επιταγών + 222.000 από απώλεια χρεωστικών τόκων, λόγω του δεν ετέθη η VALEUR. των 4 εργάσιμων ημερών =) 52.422.000 δραχμών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της παθούσας τράπεζας, διότι, κατά το ποσό αυτό, που κατέβαλε για την πληρωμή των επιταγών αυτών, πλέον τόκων VALEUR που απώλεσε, μειώθηκε η περιουσία της. Ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη, που του αποδίδεται, δηλαδή της άμεσης συνδρομής σε απάτη, σε βάρος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει μετά το ν.1738/1987 και έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 4 § 3 ν. 2408/96 "για τους καταχραστές Δημοσίου", διότι α) η συνολική ζημία που προκλήθηκε, αλλά και απειλήθηκε, καθώς και το συνολικό όφελος επιδιώχθηκε, αλλά και επιτεύχθηκε, από τους ως άνω φυσικούς αυτουργούς της πράξης της απάτης σε βάρος της παθούσας τράπεζας, είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 € (50.000.000 δραχμών), που αποτελεί το ελάχιστο όριο για το χαρακτηρισμό της πράξης απάτης, ως κακουργήματος, τιμωρούμενο κατά τις διατάξεις αυτές, ανεξάρτητα από τη συνδρομή της περιπτώσεως της § 3 του. άρθρου 386 ΠΚ, της τελέσεως δηλαδή της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ανεξάρτητα από το ότι ο κατηγορούμενος εκ των υστέρων (13.2.1989, πριν από κάθε έρευνα, κατέβαλε στο λογαριασμό του φυσικού αυτουργού Γ2 το ποσό των 2.000.000 δραχμών, έναντι της υπ' αριθμό ....... ακάλυπτηςεπιταγής ΕΤΕ, η οποία αποτελεί αντικείμενο της κατηγορίας και ότι ο ίδιος ο Γ2, στις 7.3.1989 και 13.2.1989, πριν από κάθε έρευνα, κατέβαλε, το ποσότων 3.000.000 δραχμών, έναντι της υπ' αριθμόν ....... ακάλυπτης επιταγής, η οποία αποτελεί αντικείμενο της κατηγορίας, διότι δεν απαλλάσσεται ο υπαί-τιος, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 ΠΚ, που απαιτεί πλήρη ικανοποίηση του παθόντος, ούτε αφαιρούνται εκ των υστέρων τα ποσά από το ποσό της ζημίας ή του οφέλους, ώστε, μετά την αφαίρεση τους, να μην στοιχειοθετείται, λόγω ποσού, το ιδιώνυμο έγκλημα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 "περί καταχραστών του Δημοσίου", διότι, ήδη, έχει συντελεστεί το αδίκημα αυτό, για το οποίο λαμβάνεται υπόψη το κατά την τέλεση της πράξης όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο, ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, όπως η παθούσα τράπεζα, που περιλαμβάνεται στα πρόσωπα του άρθρου 263 Α του ΠΚ (ΑΠ 1191/01 ΕλλΔνη 42 1452).
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δηλαδή να κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 386, 46 παρ. 1β ΠΚ και άρθρο 1 του Ν.1608/1950 και τούτο διότι: Η πράξη της απάτης από τους φυσικούς αυτουργούς δεν συντελέστηκε με την πίστωση των λογαριασμών τους με τα ποσά των ακάλυπτων επιταγών που εμφάνισαν στην Τράπεζα προς πληρωμή, γιατί με μόνη την ως άνω πίστωση, δεν μειώθηκε η περιουσία της Τράπεζας, αφού είχε τη δυνατότητα ανακλήσεως των πιστώσεων μέχρι την παρέλευση του προβλεπομένου, κατά τις οδηγίες της παθούσας Τράπεζας, ελαχίστου χρονικού διαστήματος των τεσσάρων ημερών, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι επιταγές αυτές έχουν κάλυψη στην πληρώτρια Τράπεζα, με αντίστοιχα διαθέσιμα, αλλά (συντελέστηκε η πράξη της απάτης) με την χρήση των επιταγών που δεν είχαν αντίκρυσμα και την εντεύθεν είσπραξη των ποσών των πιστώσεων από τον κατηγορούμενο, δηλαδή η πράξη της άμεσης συνέργειας παρασχέθηκε κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως και όχι προ αυτής, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 386, 46 παρ. 1β ΠΚ και άρθρο 1 Ν.1608/1950 πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Απορριπτομένων όλων των λόγω αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιουνίου 2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1488/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο στις 5 Φεβρουαρίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ