Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1000 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1000/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ......, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1.024/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Aθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.469/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 483/15.10.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 152/10-9-08 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, κατά του 1024/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 26-9-07 έφεσή του κατά του 2047/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, που τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη απάτη, διακεκριμένη προσβολή προσωπικών δεδομένων, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, και διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα, [άρθρα 386 παρ.1,3α ΠΚ, 22 παρ.4,6 σε συνδ. με το 2 Ν.2472/97 και 1, 2 παρ.1 α,β, 4 Ν.2331/95,όπως αντικατ. με το άρθρο 2 και 3 Ν.3424/05], και εκθέτω τα ακόλουθα: 2-Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96),όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου [476 ΚΠΔ],όπως τροποπ. με το άρθρο 38 του Ν.3160/03, κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Η τροποποίηση στο άρθρο 476 παρ.2 ΚΠΔ έγινε, όπως αναφέρεται στην Αιτιολ. έκθεση του Ν.3160/03, για να εναρμονισθεί το άρθρο τούτο με το νέο άρθρο 482,από το οποίο μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 41 παρ.1 του Ν.3160/03,απαλείφθηκε το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά βουλεύματος γενικά από τον πολιτικώς ενάγοντα, από τον τρίτο, που άσκησε έφεση κατά του βουλεύματος, του οποίου τις αξιώσεις έκρινε το δικαστικό συμβούλιο, και από τον κατηγορούμενο κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για πλημμέλημα [Γ. Αρβανίτης Συμπλήρ. ΚΠΔ σελ.16.2003, ΑΠ.230/07, ΑΠ.229/06, ΑΠ.256/06, ΑΠ.297/06, ΑΠ.802/06, ΑΠ.269/08]. Ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά του προαναφερομένου βουλεύματος δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 20 του Συντάγματος, ούτε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ,2 του εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, [Ν.1705/87], και 14 παρ. 5 του ΔΣΑΠΔ, [Ν.2462/97], καθόσον από τις ανωτέρω διατάξεις δεν κατοχυρώνεται κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου προς άσκηση εφέσεως κατά βουλευμάτων [ΑΠ.1377/05]. 3-Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου στρέφεται κατά του 1024/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 26-9-07 έφεσή του κατά του 2047/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για διακεκριμένη απάτη, διακεκριμένη προσβολή προσωπικών δεδομένων, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, και διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων προερχομένων από εγκληματική δραστηριότητα,[άρθρα 386 παρ.1,3α ΠΚ, 22 παρ.4, 6 σε συνδ. με το 2 Ν.2472/97 και 1, 2 παρ.1 α,β, 4 Ν.2331/95, όπως αντικατ. με το άρθρο 2 και 3 Ν.3424/05]. Ήτοι στρέφεται κατά βουλεύματος εναντίον του οποίου ο νόμος δεν επιτρέπει αναίρεση. 4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει το μεν να απορρίψει την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ως απαράδεκτη, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η 152/10-9-08 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, κατά του 1024/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 26-9-07 έφεσή του κατά του 2047/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, και
Β-Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, κατά της απόφασης ή του βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Μετά δε την τροποποίηση της άνω παραγράφου του άρθρου 476 ΚΠΔ από το πιο πάνω άρθρο 38 του ν. 3160/2003, η οποία ισχύει κατά το άρθρο 61 του νόμου αυτού από 3-6-2003, κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Επομένως, μετά την 30-06-2003 δεν επιτρέπεται πλέον στον κατηγορούμενο η άσκηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο απορρίπτει την έφεσή του κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ως απαράδεκτη. Όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ν.3160/2003 η τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 476 του ΚΠΔ έγινε για να εναρμονιστεί η παράγραφος αυτή με το νέο άρθρο 482 του ίδιου κώδικα. Ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά του προαναφερομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, ούτε στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθ' όσον από τις ανωτέρω διατάξεις δεν κατοχυρώνεται κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου προς άσκηση εφέσεως κατά βουλευμάτων. Επομένως, η υπό κρίση με αριθ. έκθ. 152/ 10-9-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ......, η οποία στρέφεται κατά του 1024/ 2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 26-9-1007 έφεση του κατά του 2047/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για διακεκριμένη απάτη, διακεκριμένη προσβολή προσωπικών δεδομένων κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθ' όσον, όπως εκτέθηκε, δεν επιτρέπεται από το νόμο η άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά του βουλεύματος αυτού. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθ. έκθ. 152/10-09-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ...... για αναίρεση του 1.024/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή