Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 849 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Κατά το άρθρο 19 παρ. 4 Ν. 2523/1997 είναι εικονικά τα φορολογικά στοιχεία και όταν εκδίδονται για υπαρκτή μεν συναλλαγή αλλά χρησιμοποιούνται από τον συναλλασσόμενο ξένα τιμολόγια εικονικής εταιρίας. Επιτρεπτή κατά το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/04 «Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις» η εξέταση στο ακροατήριο ως μαρτύρων των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ που έχουν ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα. Αιτιολογημένη καταδίκη. Απόρριψη αναιρέσεως.





ΑΡΙΘΜΟΣ 849/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, περί αναιρέσεως της 354/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1187/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία '', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατηρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και ιδία της παραγράφου 4 του άνω άρθρου 19, σαφώς προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων τιμολογίων πληρούται όχι μόνον επί ανύπαρκτης αλλά και επί υπαρκτής συναλλαγής, όταν στην τελευταία περίπτωση το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναλλάσσεται πραγματικώς, δεν εκδίδει το φορολογικό στοιχείο που προσήκει στο όνομα ή την επωνυμία του, αλλά φορολογικό στοιχείο τρίτου προσώπου το οποίο είναι άσχετο και αμέτοχο της συναλλαγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασκεί ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο τη μεσιτεία και εμπορία αγροτικών προϊόντων με έδρα τον ...... Καρδίτσας, στις 15-6-2001, 20-6-2001, 25-6-2001, 30-6-2001 και 30-7-2001, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησής του έξι τιμολόγια πωλήσεως σίτου, τα οποία φέρεται ότι εξέδωσε η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...... ΕΠΕ και συγκεκριμένα: 1) το υπ' αρ. ....... τιμολόγιο πώλησης αξίας 3.037.860 δρχ. πλέον ΦΠΑ 243.028 δρχ., 2) το υπ' αρ. ...... τιμολόγιο πώλησης αξίας 25.443.910 δρχ. πλέον ΦΠΑ 2.034.712 ΔΡΧ., 3) το υπ' αρ. ...... τιμολόγιο πώλησης αξίας 19.429.664 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.554.373 δρχ., 4) το υπ' αρ. ...... τιμολόγιο πώλησης αξίας 42.618.213 δρχ. πλέον ΦΠΑ 3.409.457 δρχ., 5) το υπ' αρ. ....... τιμολόγιο πώλησης αξίας 3.481.920 δρχ. πλέον ΦΠΑ 278.553 δρχ., και 6) το υπ' αρ. ....... τιμολόγιο πώλησης αξίας 23.627.968 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.890.237 δρχ., Η ως άνω εταιρία, με την οποία εμφανιζόταν ως διαχειριστής και μοναδικός εταίρος ο Γ1, ήταν εικονική, καθόσον αν και τηρήθηκαν για την σύστασή της οι νόμιμες διαδικασίες, δεν λειτούργησε ποτέ πραγματικά παρά μόνο φαινομενικά, δεν διέθετε κανένα από τα αναγκαία μέσα για την άσκηση εμπορίας αγροτικών προϊόντων (αποθήκες, εξοπλισμό, μεταφορικά μέσα, αντιπροσώπους, πωλητές), δεν εκπλήρωσε ποτέ καμία από τις φορολογικές της υποχρεώσεις (υποβολή δηλώσεων φόρου εισοδήματος, απόδοση του παρακρατηθέντος από τους αγρότες ΕΛΓΑ και ΦΠΑ κ.λ.π.). Συστάθηκε δε από την Ζ1 σε συνεργασία με μεσίτες - εμπόρους γεωργικών προϊόντων, με σκοπό τη θεώρηση φορολογικών στοιχείων, χρήση των οποίων έκαναν τα ως άνω υποκρυπτόμενα άτομα, για την κάλυψη συναλλαγών, που τα ίδια πραγματοποιούσαν, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων, ώστε να ιδιοποιούνται τον παρακρατηθέντα από τους αγρότες ΕΛΓΑ, να αποκρύπτουν φορολογητέα ύλη, να αποφευγούντος ΦΠΑ. Ο δε φερόμενος ως διαχειριστής της Γ1 δεν είχε καμία γνώση σχετικά με την εμπορία αγροτικών προϊόντων, δέχθηκε να συσταθεί η εταιρία στο όνομά του, έναντι αμοιβής, και δεν είχε καμία ουσιαστική συμμετοχή στις σχετικές συναλλαγές, τις οποίες πραγματοποιούσαν τα ως άνω υποκρυπτόμενα άτομα. Τα παραπάνω τιμολόγια ήταν εικονικά ως προς τον πρόσωπο του εκδότη, καθόσον φέρεται ότι εκδόθηκαν από την ως άνω εικονική εταιρία ....... ΕΠΕ, ενώ οι συναλλαγές, για τις οποίες εκδόθηκαν αυτά, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου και της Ζ1. Επίσης ο κατηγορούμενος στις 18-7-2001 και στις 20-10-2001 έχοντας στην κατοχή του τιμολόγια της ως άνω εικονικής εταιρίας ....... ΕΠΕ και εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος αυτής, τα χρησιμοποίησε για συναλλαγές, που πραγματοποίησε ο ίδιος. Συγκεκριμένα εξέδωσε εικονικά ως προς το πρόσωπο της εκδότριας το υπ' αρ. ....... τιμολόγιο πωλήσεως αξίας 1.714.545 δρχ. πλέον ΦΠΑ 137.163 δρχ. προς την εταιρία με την επωνυμία "....... Ο.Ε." και το υπ' αρ. ....... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 5.774.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.039.320 δρχ. προς την εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΣΟΦΑΔΩΝ ΚΑΙ ΛΑΜΙΑΣ Α.Ε." τα οποία φέρεται ότι εξέδωσε η ανωτέρω εικονική εταιρία ..... ΕΠΕ, ενώ οι συναλλαγές, για τις οποίες εκδόθηκαν τα ως άνω τιμολόγια, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ανωτέρω ΟΕ και ΑΕ και του κατηγορουμένου. Αυτός γνώριζε τα προεκτεθέντα περιστατικά εικονικότητας της εταιρίας .... ΕΠΕ και συνακόλουθα την εικονικότητα των ανωτέρω υπ' αρ. ..., .... έως .... και ...... τιμολόγια πωλήσεως, καθόσον είχε συναλλαχθεί με την υποκρυπτόμενη Ζ1.Αλλωστε ο κατηγορούμενος, όπως προεκτέθηκε, είχε στην κατοχή του τιμολόγια της ....... ΕΠΕ και εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος αυτής. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και την από ...... έκθεση ελέγχου των ελεγκτών ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας. Επομένως ο κατηγορούμενος κατά την πλειοψηφούσα γνώμη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για αποδοχή και έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε, ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή... ". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, περαιτέρω δε, καθόσον αφορά την έκδοση των ένδεκα (11) εικονικών τιμολογίων,εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι τα τιμολόγια αυτά ήσαν εικονικά, αφού δέχεται ότι χρησιμοποιήθηκαν για να καλύψουν ισόποσες συναλλαγές του (πώληση σίτου) όχι δικά του παραστατικά στοιχεία αλλά τα άνω ένδεκα τιμολόγια με την επωνυμία της εικονικής εταιρίας ....... ΕΠΕ τα οποία κατ' άγνωστο τρόπο και κενά κατά το περιεχόμενο είχαν περιέλθει στην κατοχή του, εξηγεί δε γιατί η άνω εταιρεία ήταν στην πραγματικότητα εικονική. Η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το στοιχείο του δόλου είναι αβάσιμη. Επί εγκλημάτων που δεν έχουν υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση ο δόλος δεν αιτιολογείται ειδικώς, αφού ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, παράβαση τις διατάξεως του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.


ΙΙΙ.- Σύμφωνα με το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος) όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο). Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 254/14.12.2004) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 174 του ν. 2960/2001, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε ως μάρτυρες οι .......και ........, υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, ο οποίος άσκησε προανακριτικά καθήκοντα κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, παρά την εναντίωση που προέβαλε ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ, η οποία (εναντίωση) και απορρίφθηκε ενόψει της διατάξεως του άρθρου 174 του ν. 2960/2001. Η διάταξη αυτή κατά το χρόνο εξετάσεως του μάρτυρα αυτού ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (27-2-2007) ετύγχανε αναλόγου εφαρμογής και για την προκειμένη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 23 του ν. 3296/14.12.2004. Επομένως δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέταση των εν λόγω μαρτύρων, ο δε δεύτερος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 355/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή