Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 420 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Απορρίπτει αίτηση επανάληψης διαδικασίας εκ του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 4 ΚΠΔ, διότι η καταδικαστική και η αθωωτική απόφαση δεν είναι μεταξύ τους αντιφατικές, καθόσον, μεταξύ αυτών, δεν υπάρχει ταυτότης πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 57 παρ. 1 ΚΠΔ, διότι τα πρόσωπα των παθόντων στις αποφάσεις αυτές διαφέρουν.




Αριθμός 420/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τουσιάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 400/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 302/6.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρ. 527 §§1, 4 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 3-3-2008 αίτηση του Χ, που υπεβλήθη από τον συνήγορο του Νικόλαο Τουσιάκη, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, που είχε παραστεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που επερατώθη με την υπ'αριθ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έχει καταδικασθεί για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων κατά συρροή (άρθρο 1, 2, 3 του ν.δ. 3424/1955 εν συνδ. με αρθρ. 8 ν. 1409/1983 και 94 §1 Π.Κ.), σε συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών, που μετετράπη σε χρηματική προς 5 ευρώ για κάθε μέρα και χρηματική ποινή 4.467, 35 ευρώ και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Κατά την διάταξη του αρθρ. 525§1 περ 4 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον στις περιπτώσεις, οι οποίες περιοριστικώς αναφέρονται στην διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Στην περίπτωση αυτή χωρεί επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, που εδίκασε, είναι δε αδιάφορο εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκεί ότι αυτή ήταν άγνωστη στο δίκασαν δικαστήριο, γιατί δεν είχε υποβληθεί, για οποιονδήποτε λόγο, στην κρίση του, όταν δε υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, προς άρση της υπάρχουσας αβεβαιότητος ως προς την ορθότητα της καταδίκης, πρέπει να ακυρωθούν οι αποφάσεις αυτές και να διαταχθεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση παραπομπής, η επανάληψη της διαδικασίας (Α.Π. 1906/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 725, Α.Π. 984/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 340). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει: α)το αθωωτικό δεδικασμένο να ήταν άγνωστο στους δικάσαντας και τον καταδικασθέντα και β)να συντρέχουν οι κατά το αρθρ. 57§1 Κ.Π.Δ. όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Περαιτέρω η ίδια ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα, κατά το αρθρ. 525§1 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που κατεδικάσθη είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Νέες αποδείξεις και νέα γεγονότα μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 525§1 περ 4 Κ.Π.Δ., με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί εις το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερα από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο δε είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 783/2002, 1170/2002 Ποιν.Λόγ. 2002 σελ. 816, 1170, αντιστοίχως, Α.Π. 782/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ. 230, Α.Π. 1819/2002 Ποιν.Χρ. ΝΓ/705. Επομένως, η υπό κρίσιν αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του, που επερατώθη με την υπ'αριθ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς εφετείου Λάρισας, για τον λόγο ότι από την προσκομιζόμενη υπ'αριθ. 1649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί αμετάκλητος, έχει κηρυχθεί αθώος της πράξεως που κατεδικάσθη με την προαναφερομένη υπ'αριθ. 855/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, είναι νόμιμη, παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα αρθρ. 527 § 3, 528§1 και 465§1, 2 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν. II) Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθ. 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ'αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη με την υπ'αριθ. 1681/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατεδικάσθη ο αιτών για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων κατά συρροή (αρθρ. 1, 2, 3 του ν.δ. 3424/1955, εν συνδ. με αρθρ. 8 ν. 1409/83 και 94§1 Π.Κ.) εις συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών, που μετετράπη εις χρηματική προς 5 ευρώ για κάθε ημέρα και χρηματική ποινή 4.467, 35 ευρώ. Μετά ταύτα ο αιτών, επικαλούμενος "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" μετά την έκδοσιν της προαναφερομένης αποφάσεως με αριθ. 855/2003 του Εφετείου Λαρίσης, με την από 15-1-2005 αίτηση του εζήτησε την επανάληψιν της διαδικασίας που επερατώθη με την έκδοσιν της παραπάνω απόφασης, πλην όμως απερρίφθη με την υπ'αριθ. 1613/2006 απόφασιν του Αρείου Πάγου. Συνίστανται δε οι πράξεις, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλομένης ως άνω αποφάσεως, εις το ότι ο αιτών κατά τους κατωτέρω χρόνους και τόπους, ως αγοραστής αγροτικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παράγρ. 1 του αρθρ. 22 του ν. 992/1979, προς μεταπώληση κατέστη υπερήμερος ως προς την καταβολή του τιμήματος, στους κατωτέρω πωλητές. Συγκεκριμένα αγόρασε με σκοπό την μεταπώληση και παρέλαβε από τους: 1) Α στο χωριό ..... την 12-5-1999 ποσότητα 12.680 κιλών σκληρού σίτου αντί συνολικού τιμήματος 528.883 δρχ., το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημερών. 2) Β την 20-5-1999 και 23-5-1999 στην ..... ποσότητες 11.890 και 5.870 αντίστοιχα κιλών σκληρού σίτου αντί συνολικού τιμήματος 723.543 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημερών. 3) Γ στην ..... την 14-5-1999 ποσότητα 43.780 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 1.804.831 δρχ., το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημερών 4) Δ την 14-5-1999 στην ..... ποσότητα 32.856 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 1, 894.831 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημ. 5) Ε την 23-5-1999 στην ..... ποσότητα 9.900 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 403.326 δρχ., το οποίο συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημ. 6) ΣΤ την 12-5-1999, ποσότητα 18.080 κιλών σκληρού σίτου αντί τιμήματος 754.117 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη να καταβληθεί εντός 20 ημ. Και 7) Ζ την 12-5-1999, ποσότητα 23.460 κιλών αντί τιμήματος 955.760 δρχ., το οποίον συνεφωνήθη επίσης να καταβληθεί εντός 20 ημ. Όμως, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αν και συνεφωνήθη να καταβληθούν κατά τους προαναφερόμενους χρόνους, δεν τα κατέβαλε και έτσι κατέστη υπερήμερος. Περαιτέρω σύμφωνα με το διατακτικό της υπ'αριθ. 748/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο αιτών εκηρύχθη ένοχος της υπερημερίας ως προς την καταβολήν τιμήματος αγροτικών προϊόντων εις βάρος του παραγωγού Η και κατεδικάσθη εις συνολική ποινή φυλάκισης 8 μηνών που η εκτέλεσίς της ανεστάλη επί τριετία. Ειδικώτερον προκύπτει ότι την 19 και 20 Μαΐου 1999 ο αιτών προέβη στην αγορά, με σκοπό την μεταπώληση προς τρίτους, από την παραπάνω παραγωγό αρχικώς μεν ποσότητα 15.890 χιλιογρ. Σίτου, προς 43 δρχ. το χιλιόγραμμο και συνολικά 683.270 δρχ., στην συνέχεια δε ποσότητα 43.430 χιλιογρ. σίτου προς 43 δρχ. το χιλιογρ. Και συνολικά 1.876.490 δρχ. Το ως άνω συνολικό τίμημα εκ 2.474.237 δρχ. συνεφωνήθη να καταβληθεί υπό του αιτούντος μέχρι την 18-6-1999, πλην όμως ούτος κατέστη υπερήμερος περί την καταβολήν του και μόνον μετά την μεσολάβησιν του μεσίτου Θ κατεβλήθη εις τον παραγωγό τμήμα του συνολικού ως άνω ποσού, απομένοντος υπολοίπου προς εξόφλησιν εκ 200.000 δρχ. Μετά ταύτα, αφού η εν λόγω απόφασις κατέστη αμετάκλητος, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, εξεδόθη η υπ'αριθ. 354/2007 απόφασις του Αρείου Πάγου δια της οποία ηκυρώθη η παραπάνω υπ'αριθ. 748/2002 απόφασις και παρεπέμφθη η υπόθεση για επανάληψη της διαδικασίας εις το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 1649/2007 απόφασις του εν λόγω Δικαστηρίου δια της οποίας εκηρύχθη αθώος της περιγραφόμενης ως άνω πράξεως. Από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της παραπάνω αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο εδέχθη ότι η συγκεκριμένη ως άνω ποσότης σιτηρών δεν ηγοράσθη υπό του αιτούντος - κατηγορουμένου από τον προαναφερθέντα παραγωγό Η αλλά υπό του Ι, ο οποίος τελικώς μετεπώλησε την συνολική ως άνω ποσότητα εκ 59.320 χιλιογρ. Δυνάμει των υπ'αριθ. ..... δελτίου ποσοτικής παραλαβής και υπ'αριθ. ..... τιμολογίου αγοράς γεωργικών προϊόντων, προς τον κατηγορούμενο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι από το σύνολο των εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, των οποίων έγινε επίκλησις υπό του αιτούντος "ως νέων αποδείξεων και γεγονότων" για την θεμελίωσιν της περί επαναλήψεως της διαδικασίας αιτήσεως του, το Δικαστήριον του Αρείου Πάγου με την προαναφερομένην υπ'αριθ. 354/2007 απόφασίν του εδέχθη ότι αφ'ενός μεν τα 44 τιμολόγια αγοράς του ανωτέρω εμπόρου Ι και η χειρόγραφη κατάσταση των δελτίων αποστολής αυτού, που έχει συνταχθεί, κατά τον αιτούντα, από τον κ. Θ, δεν είναι νέες, αλλά αποδείξεις που ελήφθησαν υπ'όψιν από το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας που εξέδωσε το υπ'αριθ. 44/2002 βούλευμα, το οποίο το Δικαστήριο ανέγνωσε και επομένως έλαβε εμμέσως υπ'όψιν του κατά την έκδοση της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 855/2003 αποφάσεως του, ενώ για τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία εδέχθη ότι δεν προσθέτουν τίποτε περισσότερο από εκείνα που ήδη εγνώριζε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που εξέδωσε την προσβαλλομένην υπ'αριθ. 748/2002 απόφασίν του, πλην του υπ'αριθ. ..... δελτίου ποσοτικής παραλαβής γεωργικών προϊόντων και ..... τιμολόγιον, εκδόσεως Ι προς τον παθόντα Η, δι'όν λόγον και εκρίθησαν τα έγγραφα αυτά, ως νέες αποδείξεις και διετάχθη η επανάληψις της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω υπ'αριθ. 748/2002 καταδικαστική απόφασις για την περιγραφόμενη ως άνω πράξιν που ετελέσθη εις βάρος μόνον του ανωτέρω παραγωγού (Η). Ήδη ο αιτών με την υπό κρίσιν αίτησίν του επικαλείται ως νέα γεγονότα και αποδείξεις αφ'ενός μεν το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ'αριθ. 1649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δια της οποίας εκηρύχθη της πράξεως της υπερημερίας καταβολής τιμήματος γεωργικώνπροϊόντων και αφ'ετέρου τα ακόλουθα έγγραφα και δη: 1) τα υπ'αριθ. ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., Δελτία ποσοτικής παραλαβής εμπορευμάτων, που φέρονται ότι εξεδόθησαν από τον έμπορο Ι προς τους παραγωγούς Γ, Δ, Β, Ε, Α, Ζ και ΣΤ, αντιστοίχως, για τις αναφερόμενες εις αυτά ποσότητες σιτηρών που φέρονται ότι παρελήφθησαν υπό του παραπάνω εμπόρου (Μεσίτη) από τους ως άνω παραγωγούς, 2) τα υπ'αριθ. ....., ....., ....., ....., ....., .... και ..... τιμολόγια αγοράς, που φέρονται ότι εξεδόθησαν από τον ανωτέρω έμπορο (Μεσίτη) (Ι) προς τους προαναφερόμενους παραγωγούς και για τις αυτές ποσότητες σιτηρών και 3)ένδεκα (11) επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης που εξεδόθησαν υπό του κατηγορουμένου εις διαταγήν του ΑθΙ, όμως η επικαλούμενη, ως άνω, υπ'αριθ. 1649/2007 απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αφορά πράξεις που είναι μεν όμοιες κατά το είδος του και κατά τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν και κατεδικάσθη αμετάκλητα ο αιτών με την υπ'αριθ. 855/2003 απόφασιν του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, διαφέρουν όμως τόσον ως προς τον χρόνον τελέσεως των όσον και ως προς το πρόσωπον των παθόντων. Το μόνον που προκύπτει εκ της ως άνω απαλλακτικής αποφάσεως, δυναμένου να χαρακτηρισθεί ως νέου γεγονότος, είναι ότι το Δικαστήριο εδέχθη ότι η συγκεκριμένη αγοραπωλησία, δυνάμει των υπ'αριθ. 34/20-5-99 και 58/20-5-1999 φορολογικών εγγράφων, επραγματοποιήθη από τον παραγωγό Η υπό του προαναφερθέντος εμπόρου (Μεσίτου) Ι, ο οποίος φέρεται ότι εξέδωσε τόσον τα προαναφερόμενα έγγραφα όσον και εκείνα που αναφέρονται στις αγοραπωλησίες σιτηρών από τους παραγωγούς που περιγράφονται στην προσβαλλομένην υπ'αριθ. 855/2003 απόφασιν. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εν λόγω αποφάσεως εκ του συνόλου των υπό του αιτούντος επικαλουμένων εγγράφων από τα οποία προκύπτει, όπως ισχυρίζεται, το ανωτέρω νέο αποδεικτικό στοιχείο, τα περισσότερα εξ αυτών διαλαμβάνονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και επομένως, ως αποδεικτικά στοιχεία, ήτο γνωστά εις το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, τα οποία αξιολόγησε εν συνδυασμώ με τις λοιπές αποδείξεις και έλαβε υπ'όψιν του όταν εξέδωσε την παραπάνω καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση του. Ειδικότερον προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν όλα τα δελτία ποσοτικής παραλαβής των σιτηρών από τους προαναφερόμενους παραγωγούς (αγρότες) που εξεδόθησαν υπό του ανωτέρω εμπόρου (Μεσίτου) Ι και από τα τιμολόγια μόνον τα υπ'αριθ. ..... και ..... που εξεδόθησαν υπό του ιδίου για λογαριασμό των εκ των παραγωγών Γ και Δ, αντιστοίχως, τα οποία, ενώ ευρίσκοντο στην κατοχήν του αιτούντος, δεν προσεκομίσθησαν υπ'αυτού εις το Δικαστήριον προς υπεράσπισίν τουι, καθώς και αι υπ'αριθ. ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ..... επιταγές της Αγροτικής Τραπέζης που εξεδόθησαν υπό του αιτούντος εις διαταγήν του ανωτέρω εμπόρου Ι, γεγονός άλλωστε που εκρίθη ότι οι επιταγές αυτές δεν αποτελούν νέες αποδείξεις με την 1613/2006 απόφασιν του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά την ακροαματική διαδικασία επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη ως άνω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης προεβλήθη ο ισχυρισμός υπό του κατηγορουμένου ότι δηλαδή ούτος δεν προέβη στην αγορά των προαναφερομένων ποσοτήτων σιτηρών από τους παραπάνω παραγωγούς αλλά ο Ι που εξέδωσε και τα σχετικά ως άνω τιμολόγια, ο οποίος ηρευνήθη και απερρίφθη από το Δικαστήριο. Μάλιστα εις τα πλαίσια αυτά της αποδεικτικής διαδικασίας και εν όψει της καταθέσεως του Θ, που ενήργησε ως μεσίτης για την παραγματοποίησιν των εν λόγω αγοραπωλησιών, εκλήθη ο αιτών προς παροχήν εξηγήσεων και ανέφερε χαρακτηριστικώς "... πράγματι έγινε συνάντηση με τον Θ και τον Ι στην ..... . Άφησα δικά μου δελτία αποστολής στον Θ και παραλάμβανα τα σιτηρά στην ....., με τιμολόγια του Ι". Μετά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριον εδέχθη ότι η εμφάνιση του Ι, ως αγοραστού των εν λόγω ποσοτήτων σιτηρών, ήτο εικονική και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμον τον σχετικό ισχυρισμό του. Το γεγονός δε ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ'αριθ. 1649/2007 απόφαση του εδέχθη, επί ομοίας περιπτώσεως, ότι ο αιτών δεν υπήρξε αγοραστής των σιτηρών από τον παραγωγό Η αλλά ο Ι, δεν δύναται να αποτελέσει η εν λόγω απαλλακτική απόφασις νέα απόδειξιν για την απαλλαγή του, επί συναφούς υποθέσεως εφ'ής εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 855/2003 καταδικαστική απόφασις. Κατά τα λοιπά, με την υπό κρίσιν αίτηση προβάλλονται υπό του αιτούντος επιχειρήματα υπέρ της αθωότητας του και επιχειρείται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ'όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν. Με τα δεδομένα αυτά τα ανωτέρω γεγονότα και στοιχεία που επικαλείται ο αιτών για την θεμελίωση της υπό κρίσιν αιτήσεως, τόσο από μόνα τους, όσο και σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσεκομίσθησαν και ελήφθησαν υπ'όψιν από το δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών Χ, είναι αθώος των αξιοποίων πράξεων, για τις οποίες κατεδικάσθη ή ότι κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αρθρ. 581 § 1 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να απορριφθεί η από 3-3-2008 αίτηση του Χ, για επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας, που επερατώθη με την υπ'αριθ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις τον αιτούντα.
Αθήναι τη 21-5-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιοριστικώς αναφερόμενες, στη διάταξη αυτή, περιπτώσεις, όπως είναι η του εδαφίου 4, κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε, ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Η περίπτωση αυτή χωρεί, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, όταν υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές αποφάσεις, από τις οποίες, η μια καταδικαστική και η άλλη αθωωτική, που αφορούν το ίδιο πρόσωπο και την αυτή πράξη, κατά τους ορισμούς του άρθρου 57 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για τη στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου.
Συνεπώς, η υπό κρίση από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτηση, η οποία εγχειρίσθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 3 Μαρτίου 2008, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, προς το συμφέρον του, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αρ. 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, για το λόγο ότι, με την υπ' αρ. 1.649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί αμετάκλητη, έχει κηρυχθεί αθώος της πράξεως που καταδικάσθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Λάρισας, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη (άρ. 525 παρ. 1 εδ. 4 Κ.Π.Δ.), παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, με την υπ' αρ. 855/2003 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αρ. 1.681/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον κατεδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 4.467,35 ευρώ, για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων κατά συρροή (άρθρα 1, 2, 3 του ν.δ, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.1.409/83 και 94 παρ. 1 Π.Κ.). Σημειώνεται ότι, μετά την απόρριψή της, κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Λάρισας, ασκηθείσας, ως άνω, αναίρεσης, ο αιτών, επικαλούμενος ως "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" τα περισσότερα των αναφερομένων στην ένδικη αίτηση εγγράφων, με την από 15.1.2005 αίτησή του, ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας, πλην, όμως αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 1.613/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω απόφασης του Εφετείου Λάρισας, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αιτών, συνίστανται στο ότι, κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ως αγοραστής αγροτικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παραγ. 1 του άρθρου 22 του ν.992/1979, προς μεταπώληση, κατέστη υπερήμερος ως προς την καταβολή του τιμήματος, στους κατωτέρω πωλητές. Συγκεκριμένα, αγόρασε με σκοπό την μεταπώληση και παρέλαβε από τους: 1) Α στο χωριό ....., την 12.5.1999, ποσότητα 12.680 κιλών σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 528.883 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 2) Β, την 20.5.1999 και 23.5.1999, στη ....., 11.890 και 5.879, αντίστοιχα, κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 723.543 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 3) Γ, στη ....., στις 14.5.1999, 43.780 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 1.804.831 δραχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 4) Δ, στις 14.5.1999, στη ....., 32.856 κιλά σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 1.804.831 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 5) Ε, στις 23.5.1999, στη ....., 9.900 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 403.326 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών, 6) ΣΤ, στις 12.5.1999, 18.080 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 754.117 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών και 7) Ζ, στις 12.5.1999, 23.460 κιλά σκληρού σίτου, αντί συνολικού τιμήματος 955.760 δραχ., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός 20 ημερών. Όμως, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αν και συμφωνήθηκε να καταβληθούν μέσα σε 20 ημέρες από την παράδοση των αναφερομένων ποσοτήτων σκληρού σίτου, δεν κατέβαλε και έτσι ο κατηγορούμενος έγινε υπερήμερος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της υπ' αρ. 748/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος για υπερημερία ως προς την καταβολή τιμήματος αγροτικών προϊόντων σε βάρος του παραγωγού Η, κατοίκου ..... και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Συγκεκριμένα, με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτόν ότι, στις 19 και 20 Μαΐου του 1999, ο αιτών προέβη στην αγορά, με σκοπό την μεταπώληση προς τρίτους, από τον προαναφερόμενο παραγωγό, αρχικά μεν ποσότητας 15.890 κιλών σίτου, προς 43 δραχμές το κιλό και συνολικά 683.270 δρχ., στη συνέχεια δε ποσότητας 43.430 κιλών σίτου, προς 43 δραχ. το κιλό και συνολικά 1.876.270 δρχ. Το συνολικό δε ποσό των 2.474.237 δραχμών συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι την 18.6.1999, πλην, όμως, αυτός έγινε υπερήμερος ως προς την καταβολή του και μόνο μετά τη μεσολάβηση του μεσίτη κ.Θ, καταβλήθηκε στον ως άνω παραγωγό ένα μέρος του συνολικού ποσού και απομένει υπόλοιπο προς εξόφληση ύψους 200.000 δραχμών. Μετέπειτα και αφού η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, ο αιτών υπέβαλε στον 'Αρειο Πάγο την από 5.5.2006 αίτησή του, με την οποία ζητήθηκε η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που είχε περατωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Λάρισας και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 354/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση αυτή και παραπέμφθηκε η υπόθεση για επανάληψη της διαδικασίας στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ' αρ. 1.649/2007 απόφασή του, κήρυξε αθώο τον αιτούντα, της προπεριγραφείσας αξιόποινης πράξης, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι αγοραστές των ποσοτήτων σίτου του παραγωγού Η ήταν ο Ι και όχι ο κατηγορούμενος, ο οποίος αγόρασε από τον αναφερόμενο Ι τις ποσότητες σίτου και του κατέβαλε και το τίμημα αυτών. Από τις αναφερόμενες αποφάσεις, ουδόλως προκύπτει ταυτότητα πράξης σε σχέση με τα πρόσωπα των παθόντων παραγωγών, που πούλησαν τις ποσότητες του σίτου που αγόρασε ο κατηγορούμενος και το τίμημα της πωλήσεως που είχε συμφωνηθεί και όφειλε αυτός να καταβάλει στους πωλητές. Ειδικότερα, η υπ' αρ. 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα, για παράβαση του Ν.3424/55, εις βάρος των παραγωγών Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ, ενώ η υπ' αρ. 1.649/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, κήρυξε αθώο τον αιτούντα, για παράβαση του παραπάνω νόμου, που τελέσθηκε σε βάρος του πωλητή - παραγωγού Η. Εξάλλου, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών με την 855/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αφορούν ποσότητα σίτου 158.516 κιλών και τίμημα 5.975.291 δραχμών συνολικά, ενώ η απόφαση 1.649/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τον κήρυξε αθώο για αγορά σίτου ποσότητας 59.320 κιλών, με συμφωνηθέν τίμημα 2.474.237 δραχμών συνολικά. Ενόψει των ανωτέρω, αλλά και του γεγονότος ότι δεν συμπίπτουν ούτε και οι χρόνοι τελέσεως των πράξεων στις παραπάνω δύο αποφάσεις, δεν συντρέχει περίπτωση επαναλήψεως της διαδικασίας προς το συμφέρον του αιτούντος, για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποδεικνύεται η αθώωσή του με άλλη αμετάκλητη απόφαση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος, ο μοναδικός λόγος, εκ του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 του Κ.Π.Δ., της ένδικης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας και ως εκ τούτου, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αρ. 855/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εξ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή