Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 384 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.




Περίληψη:
Φαρμακοδιέγερση. Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Υπέρβαση εξουσίας γιατί έγινε δεκτή έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Απόρριψη λόγου γιατί η έφεση είναι αιτιολογημένη. Απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 358 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο σχετικός λόγος, όπως και ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 384/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 852/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Πανίδου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2008 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1241/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2, 357 παρ. 3, 358, 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ συνάγεται ότι για να επέλθει η από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν απηύθυναν προς το μάρτυρα ερωτήσεις για εξακρίβωση της αλήθειας μετά την εξέτασή του και δεν προέβησαν σε παρατηρήσεις α) σχετικά με την κατάθεση ή την αξιοπιστία του μάρτυρα και β) το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώστηκαν πρέπει, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να ζητήσουν να τους δοθεί προς τούτο η άδεια και, αν δεν τους δοθεί από το διευθύνοντα τη συζήτηση, να προσφύγουν αμέσως, μη αποδεχόμενοι την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο ν' απορρίψει παρά το νόμο την προσφυγή ή να παραλείψει ν' αποφανθεί επ' αυτής. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος (κοινός) λόγος αναίρεσης των αναιρεσειόντων, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι, κατά παραβίαση των άρθρων 357 παρ. 3 και 358 ΚΠΔ, δεν δόθηκε ο λόγος στους κατηγορούμενους και στους συνηγόρους των, κατά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων (κατηγορίας και υπερασπίσεως) και μετά την ανάγνωση των εγγράφων, εφόσον δεν προβάλλεται, αλλά ούτε προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, ως κατηγορούμενοι ή ο συνήγορός τους ζήτησαν να τους δοθεί η άδεια για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων και το περιεχόμενο των εγγράφων, ούτε πολύ περισσότερο ότι προσέφυγαν αυτοί προς τούτο στο δικαστήριο, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 493 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει, κατ' αρχήν, να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4/6/1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (αρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της έφεσης που ασκείται από τον Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στην οποίαν πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 852/2008 προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την από 28-4-2006 (υπ' αρ. 2952/2006) έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ' αρ. 27568/18-4-2006,κατά ένα μέρος, αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 ένοχο για την αξιόποινη πράξη της φαρμακοδιέγερσης αθλητή και τους δύο δε αναιρεσείοντες και για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για τις οποίες είχαν αθωωθεί. Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται ότι: "Το Δικαστήριο, κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, οδηγήθηκε σε απαλλακτική κρίση, όσον αφορά την κατηγορία σε βάρος του Χ2 για το έγκλημα της φαρμακοδιέγερσης από κοινού (με τον καταδικασθέντα γι' αυτό συγκατηγορούμενο του Χ1) καθώς και για την κατηγορία για το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού ,για το οποίο κηρύχθηκαν αθώοι και οι δύο κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ1), για τους εξής λόγους: Α) 1η πράξη: Φαρμακοδιέγερση αθλητή από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Όπως γίνεται δεκτό, στην περίπτωση τελέσεως κάποιου εγκλήματος, από κοινού, από έναν ή περισσότερους δράστες, με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά δόλος, δηλ. κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που τελείται (βλ. ΑΠ Ολομ. 50/1990 Π Χρ. Μ' ΣΕΛ.949).Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 ήταν αθλητής της κολύμβησης και είχε ως προπονητή του τον 1ο κατηγορούμενο Χ2 ενώ ιατρικά παρακολουθείτο από τον 2ο κατηγορούμενο Χ1. Με την προαναφερόμενη απόφαση ο 2ος κατηγορούμενος Χ1 κηρύχθηκε ένοχος για το έγλημα της φαρμακοδιέγερσης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα αθλητή Ψ1 και του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 15 μηνών με τριετή αναστολή, επειδή διέθεσε στον εν λόγω αθλητή απαγορευμένες διεγερτικές ουσίες - αναβολικά. Πλην όμως ο επίσης κατηγορούμενος για το ίδιο έγκλημα Χ2 κηρύχθηκε αθώος, εσφαλμένα κατά την άποψη μας, για τους εξής λόγους. Από την κοινή πείρα είναι γνωστό και αναμφισβήτητα ότι μεταξύ του προπονητή ενός αθλητή και του γιατρού που τον παρακολουθεί, υπάρχει στενή συνεργασία και απόλυτη εμπιστοσύνη. Κοινός σκοπός τους είναι η βελτίωση, όσο το δυνατόν περισσότερο, των επιδόσεων του αθλητή. Άλλωστε τα παραπάνω παραδέχτηκε και κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου και ο αθωωθείς για το έγκλημα αυτό κατηγορούμενος Χ2 ισχυριζόμενος, μεταξύ των άλλων, ότι "...η παρουσία γιατρού επιβάλλεται. Δεν μπορεί να γίνει πρωταθλητισμός χωρίς γιατρό".Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο σχεδιασμός για την αθλητική πορεία εν γένει, αλλά και την αύξηση και τη μεγιστοποίηση των δυνάμεων του συγκεκριμένου αθλητή σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή(σε περίοδο σημαντικών αγώνων) ήταν κοινός μεταξύ προπονητή και γιατρού, οι απαιτούμενες ενέργειες έγιναν από κοινού από αυτούς και ο αθωωθείς Χ2 ασφαλώς και γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο θα επιτυγχάνονταν όσα αναφέρονται παραπάνω. Β)2η πράξη: Επικίνδυνη σωματική βλάβη από κοινού και κατ' έξακολούθηση. Τα απαγορευμένα φάρμακα που χορηγήθηκαν από τους παραπάνω κατηγορουμένους στον αθλητή Ψ1 όπως σαφώς προκύπτει από τις καταθέσεις του ίδιου και του πατέρα του .... ενώπιον του Δικαστηρίου, του προξένησαν προβλήματα ούρησης και κοιλιακούς πόνους, ενώ όπως προκύπτει από τα έγγραφα και λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, από τη χρήση των ίδιων φαρμάκων θα μπορούσε να υποστεί επίσης ηπατική ανεπάρκεια, ενδοκοιλιακές αιμορραγίες, αναστολή της λειτουργίας των όρχεων, ατροφία των όρχεων, στυτικές διαταραχές κλπ, δηλ. ιδιαίτερα σοβαρές βλάβες της υγείας του. Όπως γίνεται όμως δεκτό, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, δεν απαιτείται η επέλευση σοβαρού αποτελέσματος σε βάρος του παθόντα, αλλά αρκεί και η δυνατότητα επέλευσης του, ως εκ του τρόπου τελέσεως του, όπως ασφαλώς θα μπορούσε να συμβεί και σε βάρος του συγκεκριμένου παθόντα. Υποκειμενικά αρκεί η ύπαρξη και ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του δράστη. Στη συγκεκριμένη δε υπόθεση και οι δύο αθωωθέντες για το έγκλημα αυτό κατηγορούμενοι, ασφαλώς και γνώριζαν ότι από το είδος των φαρμάκων, που χορηγούσαν στον παθόντα αθλητή, πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο Χ1 ήταν δυνατόν αυτός να υποστεί σοβαρές βλάβες στην υγεία του, ακόμη δε να κινδυνεύσει και η ζωή του, λόγω του είδους, της φύσεως τους και των ιδιαίτερα σοβαρών παρενεργειών που προξενούν στον ανθρώπινο οργανισμό, γεγονός παγκοίνως γνωστό." Με το περιεχόμενο αυτό η έφεση του ανωτέρω Εισαγγελέα, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σε αυτή, πλήρως και σαφώς, η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως το δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και δέχθηκε ως τυπικά δεκτή την έφεση του προαναφερομένου Εισαγγελέα Εφετών στη συνέχεια δε προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης και κατά το μέρος που αναφέρεται στην παραπάνω έφεση, δεν υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και είναι αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, δεύτερος(κοινός)λόγος των αναιρέσεων.
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 § 1Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 852/2008 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για τις πράξεις της φαρμακοδιέγερσης αθλητή και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, τις οποίες τέλεσαν από κοινού και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Ο Ψ1 πολιτικώς ενάγων, είναι αθλητής κολύμβησης και από το έτος 1999 είχε προπονητή του το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 ενώ παρακολουθείτο ιατρικά από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 ιατρό. Οι δύο κατηγορούμενοι είναι παλαιοί αθλητές κολύμβησης, είναι συγγενείς (πρώτα εξαδέλφια) και είχαν στενή συνεργασία προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινός στόχος τους, που είναι η βελτίωση όσο το δυνατόν περισσότερο των επιδόσεων του αθλητή. Η κατάκτηση υψηλών στόχων του αθλητή, (πρωταθλητισμός), επιβάλλει την απόλυτη εμπιστοσύνη του αθλητή προς τα πρόσωπα του προπονητή και ιατρού που τον παρακολουθεί. Ο προπονητής μαζί με τον ιατρό σχεδιάζουν την αθλητική πορεία εν γένει του αθλητή και υπάρχει συνεργασία μεταξύ τους ούτως ώστε να επιτευχθεί η μεγιστοποίηση των δυνάμεων του αθλητή ενόψει αγώνων και η δυνατότητα ανάκτησης δυνάμεων και της καλής φυσικής κατάστασης του αθλητή, ο οποίος κατά διαστήματα μπορεί να χρειάζεται ιατρική αντιμετώπιση, για να αντιμετωπίσει προβλήματα τραυματισμών κλπ. Για την επιτυχία των παραπάνω στόχων τους, που είχαν τεθεί από τους κατηγορουμένους, ήταν αναγκαίο ο αθλητής να είναι συνεργάσιμος και να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες τους. Πράγματι ο πολιτικώς ενάγων, ηλικίας το έτος 1999,17 ετών, ακολουθούσε πιστά το προπονητικό πρόγραμμα και έπαιρνε όσα σκευάσματα του συνιστούσε ο προπονητής σε συνεργασία με το γιατρό, τον οποίο μάλιστα ο αθλητής επισκέπτονταν στο ιατρείο του (πρώτο κατηγορούμενο) κάθε εβδομάδα. Οι δύο κατηγορούμενοι έδιναν στον πολιτικώς ενάγοντα τις κατάλληλες συμβουλές σχετικά με τη διατροφή του και λόγω της ηλικίας του αθλητή και της σχέσεως απόλυτης εμπιστοσύνης που συνδέει τον προπονητή και τον ιατρό με τον αθλητή αλλά και λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του ανηλίκου αθλητή (ορκωτού ελεγκτή - λογιστή) ήταν αδύνατο να γνωρίζουν τα σκευάσματα, το είδος αυτών και τις συνέπειες της λήψης των για την υγεία του αθλητή, είναι δε βέβαιο ότι τόσο ο ανήλικος αθλητής, όσο και ο πατέρας του, ακολουθούσαν με εμπιστοσύνη τις υποδείξεις των κατηγορουμένων, σχετικά με τα σκευάσματα, που έπρεπε να πάρει ο αθλητής κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του και κατά τη διάρκεια των αγώνων. Κατά τη διάρκεια του έτους 2001 (μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο 2001) στην Αθήνα οι κατηγορούμενοι, σε μη διακριβωθείσες ημερομηνίες, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από κοινού ενεργούντες, χορήγησαν στον παθόντα αθλητή ουσίες που μπορούσαν να επιφέρουν μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας και συγκεκριμένα χορήγησαν τα αναφερόμενα στο διατακτικό φάρμακα. Ειδικότερα χορήγησαν στον αθλητή, πλέον των άλλων φαρμάκων και το φάρμακο Actovegin, το οποίο κατά το χρόνο χορήγησης του ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα και δεν ήταν στις επίσημες λίστες φαρμάκων του Ε.Ο.Φ. Το εν λόγω φάρμακο παράγεται από πρωτεϊνομένο αίμα μόσχου, δημιουργεί μία οξυγόνωση αυξημένη στον οργανισμό και δίνει μία καλύτερη δυναμικότητα και αυξάνει τη μυϊκή και τη δυναμική ενέργεια (όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ..... (σελ. 36 της αναγνωσθείσας εκκαλουμένης αποφάσεως). Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατ' άρθρο 7&1 Ν.1646/1986 που ορίζει ότι απαγορεύεται "...η χορήγηση σε αθλητή ή η λήψη απ' αυτόν κάθε ουσίας που μπορεί να επιφέρει τεχνητή μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας "ντόπιγκ)" το οποίο άρθρο, ως ευμενέστερη για τους κατηγορουμένους διάταξη, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την κατάργηση του από το άρθρο 79 $1 Ν.3057/10.10.2002,σύμφωνα με το άρθρο 2&1 Π.Κ. Τα στοιχεία ενοχής των κατηγορουμένων απορρέουν κυρίως από τις καταθέσεις του παθόντος, των ....., ....., ....., ....., ....., ....., οι οποίοι με σαφήνεια επιβεβαιώνουν τη χορήγηση σκευασμάτων αλλά και το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στο ιατρείο του έκανε ενέσεις στους αθλητές και όταν οι τελευταίος ως άνω μάρτυρας (οδοντίατρος) ζήτησε να κάνει αυτός την ένεση στην κόρη του (αθλήτρια) ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και ισχυρίσθηκε ότι τα φάρμακα που χορηγεί είναι εγκεκριμένα από τον ΕΟΦ. Επίσης οι ανωτέρω μάρτυρες επιβεβαίωσαν πλήρως τη συνεργασία των 2 κατηγορουμένων και το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων-αθλητής είχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε όσα του έλεγαν οι 2 κατηγορούμενοι και όσα σκευάσματα-φάρμακα -ενέσεις αυτοί του χορηγούσαν τα ελάμβανε χωρίς καμία περαιτέρω έρευνα του περιεχομένου τους και του αν αυτά είναι εγκεκριμένα, αν κυκλοφορούν νόμιμα και ποιες ουσίες περιέχουν και τι επιπτώσεις μπορεί να έχουν στον οργανισμό του αθλητή. Αναμφισβήτητο γεγονός τυγχάνει ότι ο παθών Ψ1 έλαβε μέρος στους Μεσογειακούς Αγώνες της Τύνιδας στις 5/9/2001, υπεβλήθη σε έλεγχο "doping" και ανιχνεύθηκε σε δείγμα ούρων αυτού η ύπαρξη των αναβολικών, απαγορευμένων για αθλητές, ουσιών 19-νορανδροστερόνης (μεταβολίτη του αναβολικού στερεοεϊδούς ναδραλόνη) σε ποσοστό 36,5 ng/ml και λιδοκαϊνης μετά μεταβολιτών αυτής. Επίσης, όπως αποδείχθηκε από τους προαναφερόμενους μάρτυρες, ο παθών ακολουθούσε πάντοτε πιστά τις εντολές, όσον αφορά τη λήψη σκευασμάτων, των κατηγορουμένων και ποτέ δεν τις παραβίαζε, επί σειρά ετών και αναφορικά με τον κρίσιμο χρόνο του κατηγορητηρίου από τις αρχές του 2001 έως τον μήνα Σεπτέμβριο 2001. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τη χορήγηση των αναφερομένων στο κατηγορητήριο σκευασμάτων - φαρμάκων στον παθόντα και υποστηρίζουν ότι ο αθλητής πήρε μόνος του τις απαγορευμένες ουσίες, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η ανιχνευθείσα ουσία 19-νορανδροστερόνη, δεν είναι αποτέλεσμα του μεταβολισμού από τον ανθρώπινο οργανισμό του φαρμάκου Actovegin αλλά ελήφθη εξωγενώς από τον παθόντα με αποκλειστική δική του πρωτοβουλία χωρίς τη συμμετοχή των κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, γιατί υπάρχει έντονη επιστημονική αμφισβήτηση αν το φάρμακο Actovegin μεταβολίζεται από τον οργανισμό στην παραπάνω ουσία σε κάθε δε περίπτωση, έστω και αν χορηγήθηκε εξωγενώς η ανιχνευθείσα ουσία, αυτό έγινε όχι από τον παθόντα αλλά από τους κατηγορούμενους στις εντολές των οποίων ο παθών πειθαρχούσε. Άλλωστε τη χορήγηση του φαρμάκου Actovegin στον παθόντα μία φορά συνομολογεί ο 1ος κατηγορούμενος (βλ. απολογία του σελ.33 σειρά 6η). Περαιτέρω από τα ίδια ανωτέρω στοιχεία αποδείχθηκε ότι από τη χορήγηση των αναφερομένων στο διατακτικό φαρμάκων θα μπορούσε να προκληθεί στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη, καθόσον προξένησαν σ' αυτόν προβλήματα ούρησης και κοιλιακούς πόνους, ενδοκοιλιακές αιμορραγίες, αναστολή της λειτουργίας των όρχεων, ατροφία όρχεων, στυτικές διαταραχές. Τα παραπάνω γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και παρά ταύτα, χορηγώντας ανεξέλεγκτα τα ανωτέρω φαρμακευτικά σκευάσματα από κοινού και από πρόθεση ενεργώντας(γιατί είχαν όφελος από την εξέλιξη του νεαρού αθλητή, από συμμετοχή στα πριμ των πρωταθλητών των προπονητών τους και από τη βελτίωση της φήμης τους ως προπονητή και ιατρού των πρωταθλητών) προξένησαν σ' αυτόν σωματική βλάβη. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι και για την παραπάνω πράξη". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 § 1,308,309 ΠΚ,άρθρ.7 &1 Ν.1646/1986 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών ή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά και δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει χωριστή αναφορά τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή (να γίνει) αξιολογική συσχέτιση αυτών. Εκ του ότι δε δεν μνημονεύονται ειδικώς στο σκεπτικό της αποφάσεως, μολονότι αναγνώστηκαν: α) "η από 4-11-2002 διευκρινιστική γνωμοδότηση ιατροδικαστικής τοξικολογίας β) η 3-10-2001 γνωμοδότηση ιατροδικαστικής τοξικολογίας γ) η από 3-10-2001 δεύτερη γνωμοδότηση ιατροδικαστικής τοξικολογίας και δ) το με αριθμό πρωτ. ...... έγγραφο του Ε.Ο.Φ., δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα. Σημειώνεται ειδικότερα, ότι η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδοτήσεως, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναγνωσθείσες, ως άνω, και ληφθείσες υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, γνωμοδοτήσεις δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, που προβλέπεται από τα άρθρα 178 και 183 ΚΠΔ, δοθέντος ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει, ότι αυτές διατάχθηκαν και διενεργήθηκαν κατά τις παραπάνω διατάξεις, ώστε να μνημονεύονται χωριστά στην απόφαση, αλλά εμπίπτουν στην έννοια του αποδεικτικού μέσου του εγγράφου (άρθρ. 178 στ ΚΠΔ) και ως τέτοιο συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση. Εξάλλου εκ του ότι με την απόφαση εξαίρονται ειδικότερα οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και οι παραπάνω γνωμοδοτήσεις, αφού τούτο σαφώς προκύπτει από την απόφαση και την ειδικότερη παραδοχή με την οποία προσδιορίζεται το είδος των ουσιών που χορηγήθηκαν στον παθόντα. Περαιτέρω, ως προς το έγκλημα της φαρμακοδιέγερσης αθλητή, με σαφήνεια το δικαστήριο προσδιορίζει την τεχνητή μεταβολή της φυσικής αγωνιστικής ικανότητας του, τον τρόπο και την απαγορευμένη ουσία από την οποία προκλήθηκε, επαρκώς δε αιτιολογεί τη γνώση και τη θέληση των κατηγορουμένων για την επέλευση της. Τέλος, ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιορίζει το φάρμακο από το οποίο προκλήθηκαν οι σωματικές βλάβες, τον τρόπο με τον οποίο τελέστηκε η πράξη αυτή και το είδος του κινδύνου που μπορούσε να προκαλέσει, δεχόμενο σαφώς τη δυνατότητα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης.
Συνεπώς οι τρίτος και πέμπτος (κοινοί) λόγοι των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, εκ του άρθρου 510 § 1Δ ΚΠΔ, όπως και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' (κοινός) λόγος, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 §1α, 27 §1,45,98.308 παρ.1,309 του ΠΚ και του άρθρου 7 του Ν. 1646/1986, είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από το διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που ανεγνώσθη, δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο που ανεγνώσθη και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία όλα ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναφερόμενα σ' αυτά και στην υπό κρίση αίτηση, με αριθμ. 12, "κείμενα από το ιντερνετ σχετικά με το ντόπιγκ". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους. Δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν ανεγνώσθησαν, ενώ με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.
Συνεπώς δεν παραβιάστηκε το απορρέον από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα των αναιρεσειόντων να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις επί των εγγράφων αυτών. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, τέταρτος (κοινός) λόγος των αναιρέσεων, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού απορρίπτονται όλοι οι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αναιρέσεις, στο σύνολο τους και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 17-6-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 852/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή