Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 278 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Οπλοκατοχή, Πραγματογνωμοσύνη, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Κατοχή ναρκωτικών και παράνομη κατοχή όπλου. Στοιχεία αδικημάτων. Ισχυρισμός περί τοξικομανίας. Πρέπει, για να αιτιολογείται η απόρριψή του, να είναι ορισμένος. Η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη (για τον χαρακτηρισμό του κατηγορούμενου ως τοξικομανούς) που διατάσσεται από το Δικαστήριο ή τον Ανακριτή, είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να προκύπτει αναμφίβολα από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε υπόψη, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικώς. Πραγματογνωμοσύνες που δεν διατάχθηκαν κατ’ αρ. 183 ΚΠΔ και δεν αφορούν την εκδικαζόμενη υπόθεση, εκτιμώνται ως απλά έγγραφα. Αοριστία ισχυρισμού για μεταβολή της κατηγορίας σε απλή συνέργεια (κατοχής ναρκωτικών). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για απόλυτη ακυρότητα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Κατά το άρθρ. 369 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο τέλος της συζήτησης. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων. Απορρίπτει αίτηση και προσθέτους λόγους.




ΑΡΙΘΜΟΣ 278/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 152-153/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στα από 14 Οκτωβρίου 2008 και 3 Νοεμβρίου 2008 δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1473/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ , υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει, όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Η αιτιολογία αυτή της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο για παραβάσεις του Ν.1729/1987 "καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" ή το συνήγορό του, της συνδρομής της περιπτώσεως του αρ.13 παρ.1 του ίδιου νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 15 του Ν.2161/93, (ήδη άρ. 30 παρ.1 του ΚΝΝ 3459/06), η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιώτερη ποινική μεταχείριση του δράστη (παρ.4). Για να είναι όμως σαφής και ορισμένος αυτός ο ισχυρισμός και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του δεν αρκεί μόνο η επίκληση του όρου ότι εκείνος είναι "τοξικομανής" αλλά πρέπει για τη θεμελίωσή του να γίνεται επίκληση και των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσης τούτων την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Χωρίς την προβολή του ως άνω σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου, ούτε να διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ούτε ν' απαντήσει επ' αυτού με ιδιαίτερη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
ΙΙ. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον περιεχόμενο στο από 30/10/2008 δικόγραφο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλει τις αιτιάσεις ότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης, ούτε στην έκθεση των αποδεικτικών μέσων ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε και τις εξής εκθέσεις: "α. Την με αριθμ. ..... ιατροδικαστική εξέταση του Ιατροδικαστή Α. β. Την έκθεση τοξικολογικής εξέτασης με αριθμό ..... . γ. Την έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης με αριθμό ..... της Ελληνικής Αστυνομίας (αναγνωστέο με αριθμό 9 του πίνακος). Εκθέσεις που συντάχθηκαν από αρμόδια προς τούτο όργανα ύστερα από σχετική ανακριτική παραγγελία, στα πλαίσια της διενεργηθείσης τακτικής ανακρίσεως και προανακρίσεως. Επίσης την με αριθμό 7/92 Ιατροδικαστική εξέταση ... στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων αναφέρονται επίσης με αριθμούς 7, 8, 9, 10 εκθέσεις εξέτασης, τοξικολογικής εξέτασης, εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, που είναι ασφαλώς πραγματογνωμοσύνες που διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ., από ανακριτικούς υπαλλήλους ύστερα από ανάλογες παραγγελίες ανακριτού ή προανακριτού ... . Επειδή των εκθέσεων αυτών προέκυπτε το βάσιμο του ισχυρισμού μου ότι είμαι τοξικομανής ή χρήστης ...". Συμπληρωματικά του πιο πάνω πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, με το από 3/11/2008 δεύτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων, προβάλει την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε τον περί τοξικομανίας ισχυρισμό του, άλλως αυτόν της περί χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, ο οποίος είχε, διατυπωθεί από τον συνήγορό του, ως εξής: "... άλλως να κριθεί με επιείκεια, ως τοξικομανής ή χρήστης - παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης ...", αλλά και από αυτόν τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, κατά την απολογία του, όπου είπε τα εξής επί λέξει: "Έμπλεξα με ναρκωτικά μετά το θάνατο της μητέρας μου. Με πλησίασαν και με βάλανε στο λούκι. Έκανα χρήση κοκαΐνης και περιστασιακά ηρωίνης. Συζήτησα με τη γυναίκα μου ότι έπρεπε να κάνω κάτι να σταματήσω ... Ήθελα να φύγω από τα ναρκωτικά και έπεσα πάνω στον Τσαλίκη και μας έπιασαν την ώρα που γυρίζαμε ...".
Από προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, καθώς και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πρόβαλλε πράγματι τους πιο πάνω ισχυρισμούς, πλην όμως ο μεν ισχυρισμός "περί τοξικομανίας", ήταν αόριστος, αφού δεν επικαλέστηκε περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ήταν αναγκαία για να είναι σαφής και ορισμένος, και επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού με ιδιαίτερη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επίσης δεν είχε την αυτή υποχρέωση να απαντήσει και στο ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής με την έννοια που αναφέρθηκε πιο πάνω, ούτε ο (μη εξαρτημένος) χρήστης έχει διαφορετική ποινική μεταχείριση, όπως αβασίμως ο αναιρεσείων αναφέρει στους προσθέτους αυτού λόγους. Το Πενταμελές, εντούτοις, Εφετείο Θεσσαλονίκης, αν και δεν είχε προς τούτο ειδική υποχρέωση, ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τον περί τοξικομανίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και έκρινε ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως αυτός δεν ήταν τοξικομανής. Στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως μη εξαρτημένου χρήστη, το Δικαστήριο κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που μνημονεύονται στα πρακτικά της δίκης, ως αναγνωσθέντα. Μεταξύ των εγγράφων αυτών είναι και τα απαριθμούμενα με αριθμούς 7, 8, 9, 10 εκθέσεις εξέτασης, τοξικολογικής εξέτασης, εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να προκύπτει ότι πρόκειται για εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, από τις οποίες, μάλιστα, να προκύπτει, (πλην της με αριθμό 10), όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, η ιδιότητα αυτού ως εξαρτημένου χρήστη (η ιδιότητα αυτού ως απλού χρήστη, όπως προαναφέρθηκε, δεν ασκεί έννομη επιρροή). Συγκεκριμένα, ως προς τις ειδικώς αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω "εκθέσεις", από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών, προκύπτουν τα εξής: Η 3135/15.10.2003 ιατροδικαστική εξέταση του Ιατροδικαστή Α, δεν φέρεται στα πρακτικά της δίκης μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, συνεπώς ορθώς το Δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του. Ανεξαρτήτως αυτού, ο αναιρεσείων χωρίς έννομο συμφέρον την επικαλείται, αφού ο συντάξας την έκθεση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων "δεν δύναται να χαρακτηρισθεί τοξικομανής". Η με αριθμό ..... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, που αναγνώστηκε (με αριθμό 8 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), αφορά τοξικολογική εξέταση δειγμάτων ούρων του αναιρεσείοντος, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει μόνο ότι ο κατηγορούμενος ήταν (απλός) χρήστης ναρκωτικών, και το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του, αφού το πόρισμα αυτής δεν είναι αντίθετο με τις παραδοχές της απόφασής του. Η έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης με αριθμό ..... της Ελληνικής Αστυνομίας (με αριθμό 9 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), δεν σχετίζεται με την κριθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου υπόθεση (αφορά εργαστηριακή εξέταση για τη διαπίστωση της γνησιότητας ή μη διαφόρων διαβατηρίων, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος), και, επομένως, αυτή λήφθηκε υπόψη ως απλό έγγραφο, αφού δεν πρόκειται περί πραγματογνωμοσύνης με την πιο πάνω έννοια. Ομοίως ως απλό έγγραφο, λήφθηκε υπόψη και η με αριθμό "7/92 Ιατροδικαστική εξέταση", που αναγνώστηκε (με αριθμό 10 στον πίνακα των αναγνωσθέντων εγγράφων), η οποία αφορά μεν τον κατηγορούμενο, πλην όμως αφορά εξέταση αυτού, γενόμενη πριν από ένδεκα χρόνια από την τέλεση της πράξης που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, δεν πρόκειται περί πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν διατάχθηκε, κατ' άρθρο 183 ΚΠΔ, για τη διακρίβωση γεγονότος που είχε σχέση με την κρινόμενη υπόθεση. Κατ' ακολουθία, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πιο πάνω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006) , με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων , κατέχει ναρκωτικά. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και τα πυροβόλα όπλα (πιστόλια, περίστροφα κλπ) και πυρομαχικά τα πάσης φύσεως εφόδια βολής (παρ.1 στοιχ. α και δ), κατά δε τα άρθρα 7 παρ.1, 2α και 8α του ν.2168/93 η κατοχή των όπλων αυτών και πυρομαχικών απαγορεύεται, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες στο άρ. 7 παρ. 8α του νόμου αυτού ποινές. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 152-153/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Αστυνομικοί του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Θεσ/νίκης, έχοντες πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος δεν ήτο τοξικομανής και ο συγκατηγορούμενός του Β ησχολούντο με την διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, τους παρακολούθησαν και την 14ην Οκτωβρίου 2003 διεπίστωσαν, ότι αμφότεροι, επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου το οποίον οδηγούσεν ο ίδιος, μετέβησαν στην ορεινήν περιοχήν "....." ..... . Κατά την επιστροφήν των και ειδικότερα στο 3ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού .....-..... οι αστυνομικοί επενέβησαν, ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και σε γενομένην έρευναν ευρέθησαν οι κατηγορούμενοι να κατέχουν και να έχουν κρύψει επιμελώς στο αυτοκίνητο 2 δέματα κοκαΐνης, βάρους εκάστου 105 γρ. και 52,5 γρ. Επί πλέον, ο κατηγορούμενος ευρέθη να κατέχει στην οικίαν του παρανόμως, ήτοι χωρίς άδειαν της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής, ένα περίστροφο μάρκας "SMITH & WESSON " με 5 σφαίρες. Ακολούθως, απορριπτόμενων ως αβασίμων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου 1) ότι ήτο τοξικομανής και 2) ότι ετέλεσε την πράξη της απλής συνέργειας στην κατοχή ναρκωτικών ουσιών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων, να αναγνωρισθεί όμως στον ίδιον, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος του, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 83§2ε' Π.Κ.". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, για κατοχή απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών και παράνομη οπλοκατοχή. Ειδικότερα κρίθηκε ένοχος του ότι "... Α) στο 3° χιλιόμετρο ε.ο. .....-..... στις 14-10-2003 κατείχε από κοινού με τον Β ναρκωτικά και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο είχαν υπό τη φυσική τους εξουσίαση από κοινού ο ως άνω κατηγορούμενος με τον Β, δύο δέματα κοκαΐνης βάρους 105 και 52,5 γραμμαρίων, αντίστοιχα, η δε κοκαΐνη αποτελεί ναρκωτική ουσία, επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση από αυτή. Β) Στη ..... στις 14-10-2003 κατείχε παράνομα όπλα και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο είχε υπό τη φυσική του εξουσίαση ένα περίστροφο μάρκας "SMITH & WESSON" διαμετρήματος 4,55, αριθμού ....., με πέντε σφαίρες ιδίου διαμετρήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, αν και αυτό απαγορεύεται καθώς δεν συνέτρεχε περίπτωση άσκησης θήρας, τέχνης αλιείας, οικιακής, εκπαιδευτικής και άλλης συναφούς χρήσης". Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και του ν. 2168/93 (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2ε, 94 παρ.1, ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. ζ του ν. 1729/87, όπως ισχύουν, (ήδη άρ. 20 παρ.1 περ. ζ, του ΚΝΝ 3459/2006 και άρ.1 παρ.1 α,δ, 7 παρ.1, 2α, 8α του ν.2168/93), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών και δύο μηνών.
IV. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τις πράξεις της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, και της παράνομης οπλοκατοχής, για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι διαλαμβανόμενες δε, στον από το άρ.510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της ένδικης αιτήσεως, αιτιάσεις, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών, προκύπτει ότι κάτοχος αυτών των ναρκωτικών ήταν μόνο ο κατά την πρωτοβάθμια δίκη συγκατηγορούμενός του αναιρεσείοντος Β, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτού, ότι δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της τις καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων, είναι αβάσιμες, όπως αυτό προκύπτει από το ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων ειδικώς μνημονεύονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την περί ενοχής κρίση του κατηγορουμένου. Εξάλλου, η αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα "διαφοροποίηση και ως προς την κατηγορία της κατοχής όπλου, αφού στην παραπάνω κατάθεση του αστυνομικού, αναφέρεται ότι στο σπίτι μου βρέθηκε ένα παλιό όπλο, μάρκας "BROWN" , στο σκεπτικό, καταδικάσθηκα για την κατοχή ενός περιστρόφου μάρκας "SMITH WESSON", δεν στοιχειοθετεί παραδεκτό, από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ , λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις πιο πάνω δύο αναφερόμενες πράξεις (για από κοινού κατοχή ναρκωτικών και για παράνομη οπλοκατοχή). Η γενική αναφορά στο σκεπτικό ότι αυτός τέλεσε τη δεύτερη πράξη "κατ' εξακολούθηση", οφείλεται σε προφανή παραδρομή, όπως αυτό σαφώς προκύπτει, τόσο από τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό παραδοχές της απόφασης, όσο και από το διατακτικό, όπου, κατά την εξειδίκευση της πράξεως της οπλοκατοχής, γίνεται λόγος για μία και μόνο πράξη. Επομένως, ο πρώτος με στοιχείο Γ από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο στο διατακτικό της απόφασης υπάρχει αντίφαση και ασάφεια, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος αυτής, διότι το Πενταμελές Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα δύο πράξεων, μιας που τελέστηκε από κοινού (της κατοχής ναρκωτικών), και μιας πράξης που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση (οπλοκατοχή), χωρίς να αναφέρεται τέτοιο δε έγκλημα (κατ' εξακολούθηση) "ούτε στο σκεπτικό ούτε στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης", είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο από την αυτή διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως (κατά το τρίτο αυτού σκέλος), με την αιτίαση ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη απορρίφθηκε "ο αυτοτελής ισχυρισμός περί απλής συνέργεια στην κατοχή ναρκωτικών", προεχόντως, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τέτοιος ισχυρισμός. Ειδικότερα, ο μεν κατηγορούμενος στην απολογία του αρνήθηκε την πράξη της κατοχής, ενώ ο συνήγορός του, κατά την αγόρευσή του, ζήτησε, επικουρικώς, να κριθεί ένοχος "κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της απλής συνέργειας στην κατοχή", χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την συνέργεια αυτή. Ανεξαρτήτως τούτων, το Δικαστήριο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη αυτή, ως συναυτουργός, αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο δεύτερος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της απόφασης, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τις αυτές πιο πάνω αιτιάσεις. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο με τις πιο πάνω παραδοχές του, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και ειδικότερα εκείνο της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον περιστατικών και ειδικότερα ότι, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, "η κατά την προσωπική μου αποκλειστικά βούληση δυνατότητα διάθεσης των ναρκωτικών", αφού αυτό σαφώς συνάγεται από την παραδοχή του σκεπτικού, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, ότι βρέθηκε αυτός να κατέχει μαζί με τον συγκατηγορούμενό του και να έχει κρύψει επιμελώς μέσα στο δικό του αυτοκίνητο, "δύο δέματα κοκαΐνης βάρους εκάστου 105 γρ. και 52 γρ", τα οποία "είχαν υπό τη φυσική τους εξουσίαση από κοινού".
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "μετά το τέλος της απολογίας του κατηγορουμένου ο Πρόεδρος απηύθυνε προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, μετά έδωσε την άδεια στον Εισαγγελέα και τους Δικαστές για να απευθύνουν και αυτοί, αν είχαν, ερωτήσεις, αυτοί απηύθυναν σχετικές προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του. Ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, αυτοί αφού απάντησαν αρνητικά, ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε ν' απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, με ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε να αθωωθεί λόγω αμφιβολιών, καθόσον λείπει η γνώση και η διάθεση, η πρόθεση για διάθεση, άλλως να κριθεί με επιείκεια, ως τοξικομανής ή χρήστης-παρακολουθεί και σχετικό πρόγραμμα απεξάρτησης-, κατ' επιτρεπτή μεταβολή κατηγορίας της απλής συνέργειας στην κατοχή ναρκωτικών και να του αναγνωρισθούν το ελαφρυντικό καλής διαγωγής στη φυλακή και μετά την αποφυλάκιση του. Ο Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπιση του και αυτός απάντησε αρνητικά. Κατόπιν ο Πρόεδρος κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση". Επομένως, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση όχι μόνο έδωσε στον κατηγορούμενο τον λόγο στο τέλος, πριν από την έκδοση της περί ενοχής απόφασης, αλλά αυτός δια του συνηγόρου του ανέπτυξε την υπεράσπισή του και πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς, επιπλέον δε ο διευθύνων τη συζήτηση ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν έχει να προσθέσει τίποτε άλλο, χωρίς να δοθεί ο λόγος μετά ταύτα σε άλλο διάδικο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 πρ. Α, τρίτος λόγο αναιρέσεως , για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, στο ακροατήριο, διότι όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, παρέλειψε ο διευθύνων τη συζήτηση, "να δώσει το λόγο στον εισαγγελέα, και στους διαδίκους, σύμφωνα με την οριζόμενη στο άρθρο 369 Κ.Π.Δ. σειρά, στον δε κατηγορούμενο τελευταίο, και εάν δε το ζητήσει", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, που περιέχονται στο κυρίως δικόγραφο της 19/10-9-2008 αιτήσεως και στους κατατεθέντες στις 30/10/08 και 3/11/2008, παραδεκτώς ασκηθέντες με χωριστά δικόγραφα, προσθέτους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι στο σύνολο τους, ως αβάσιμοι, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 19/10-9-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου στη δικαστική φυλακή Θεσσαλονίκης (Διαβατών), για αναίρεση της 152-153/2008 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, καθώς και τους κατατεθέντες στις 30/10/08 και 4/11/2008 προσθέτους αυτής λόγους. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή