Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1216 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του ΑΝ 86/1967. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της.




Αριθμός 1.216/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με τη με αριθμό 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα,
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που δεν παρέστη, για αναίρεση της με αριθμό 48.507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .....
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 51/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 51/03.02.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεως της ...., κατά της υπ'αριθμ. 48507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά της οποίας απερρίφθη ως ανυποστήρικτος η έφεσίς της κατά της υπ'αριθμ. 7365/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατ'αποφάσεως εκδοθείσης απόντος του κατηγορουμένου, εφ'όσον τυγχάνει γνωστής διαμονής εις την ημεδαπήν, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από της επομένης επιδόσεως της αποφάσεως, υπό την προϋπόθεσιν της προηγουμένης καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 561/2008, 492/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 82 και 83 αντιστ. κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 561/2008, 492/2008 ενθ'ανωτ. κ.ά.). Εξ άλλου διά το παραδεκτόν του ενδίκου μέσου απαιτείται η ύπαρξις της αποφάσεως κατά της οποίας στρέφεται τούτο, διότι η εξαφάνισις αυτής κατόπιν ασκήσεως άλλου ενδίκου μέσου, καθιστά το ασκηθέν κατ'αυτής ένδικον μέσον απαράδεκτον (Α.Π. 2156/2007 Ποιν Δικ 2008 σελ. 688 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις, που απέρριψε την έφεσιν του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτον, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 30/6/2000 και επεδόθη διά θυροκολλήσεως τόσον εις αυτόν όσον και εις τον αντίκλητον δικηγόρον του την 31/10/2001 και 2/10/2001 αντιστοίχως, εις τας δηλωθείσας διά της εφέσεως διευθύνσεις των. Η κατά της αποφάσεως αυτής αίτησις αναιρέσεως ησκήθη την 17/11/2008, ήτοι μετά την πάροδον μεγάλου χρονικού διαστήματος από της λήξεως της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης, που περιέχεται εις την έκθεσιν ασκήσεως του ανωτέρω ενδίκου μέσου, ότι η επίδοσις της προσβληθείσης αποφάσεως εγένετο εις διεύθυνσιν που δεν διέμενε πλέον και ότι ο εν διαστάσει σύζυγός της δεν την ειδοποίησε διά την επίδοσιν αυτής - και αληθής υποτιθέμενος - δεν συνιστά λόγον ανωτέρας βίας, αφού η εκκαλούσα, επιμελώς φερομένη, ώφειλε να γνωστοποιήση εις την εισαγγελικήν αρχήν την μεταβολήν της κατοικίας της, ώστε η επίδοσις της αποφάσεως να γίνη εις την νέαν κατοικίαν της (Α.Π. 317/2001 Ποιν Δικ 2001 σελ. 918 κ.ά.). Περαιτέρω και ο έτερος ισχυρισμός της αναιρεσειούσης που περιέχεται εις την ιδίαν έκθεσιν, ότι δεν κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον η απόφασις που ανέβαλε την εκδίκασιν της υποθέσεως εις την δικάσιμον κατά την οποίαν απερρίφθη η έφεσίς της ως ανυποστήρικτος, δεν συνιστά ανωτέραν βίαν. 'Αλλωστε αι αναβλητικαί αποφάσεις δεν καταχωρίζονται εις το ειδικόν βιβλίον, αφού κατά το άρθρον 504 Κ.Π.Δ., μη αποφαινόμεναι τελειωτικώς επί της κατηγορίας, μηδέ παύουσαι οριστικώς ή κηρύσσουσαι απαράδεκτον την ποινικήν δίωξιν, δεν υπόκεινται αυτοτελώς εις το ένδικον μέσον της αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 971/2006, 2003/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 1349 και 530 αντιστ. κ.ά.). Τέλος διά της υπ'αριθμ. 76598/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εγένετο δεκτή αίτησις της αναιρεσειούσης, ακυρώσεως της διαδικασίας της ανωτέρω αναιρεσιβληθείσης υπ'αριθμ. 48507/2008 αποφάσεως του αυτού δικαστηρίου, ηκυρώθη η εν λόγω απόφασις και έπαυσεν οριστικώς ή ποινική δίωξις σχετικώς με την αποδιδομένην εις αυτήν πράξιν της μη καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών εις το Ι.Κ.Α. (άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 86/1967).
Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως είναι διττώς απαράδεκτος, ήτοι ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και ως στρεφομένη κατ' ανυπάρκτου ήδη αποφάσεως.
Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησις αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...., κατά της υπ'αριθμ. 48507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 20 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δέκα ημερών και αρχίζει από την έκδοσή της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Ποιν.Δ, συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα με την υπ' αριθμό 7365/20-1-1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό, για την πράξη της παραβάσεως του Α.Ν 86/1967, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών. Κατά της αποφάσεως αυτής, που εκδόθηκε ερήμην της, στις 20-1-1997, άσκησε εμπροθέσμως την από 10-9-1997 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 48507/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό. Η απόφαση αυτή, η οποία καταχωρίστηκε στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο, την 30-6-2000, όπως προκύπτει από την επισημειούμενη βεβαίωση του οικείου γραμματέα, κοινοποιήθηκε τόσο στην κατηγορουμένη την 31-10-2001, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική έκθεση επιδόσεως της αρμοδίου δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ...., όσο και στον αντίκλητο δικηγόρο της, Σπύρο Λαλά, όπως προκύπτει από τη με χρονολογία 2-10-2001 έκθεση επιδόσεως του ...., αστυφύλακα του Α.Τ. Εξαρχείων. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα, άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, την 17 Νοεμβρίου 2008, ήτοι μετά πάροδο 7 και πλέον ετών, με δήλωση της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην έκθεση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, η οποία συνομολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, όπως, επίσης, συνομολογεί και την παράλειψή της, να ενημερώσει την αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, για τη μεταβολή της κατοικίας της, από την οδό ... της περιοχής ..., που είχε δηλώσει με το εφετήριό της, επικαλείται ότι για λόγους ανώτερης βίας δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτή, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Προκειμένου δε να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της αυτό, επικαλείται ότι λόγω της διάστασης που επήλθε με το σύζυγό της, αναγκάσθηκε να μεταβάλει τον τόπο της διαμονής της, και με τον τρόπο αυτό δεν ενημερώθηκε από το σύζυγό της, ούτε από τον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο της εταιρείας. Ο προαναφερόμενος, όμως, ισχυρισμός που προβάλλει η αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ο οποίος ούτε, έστω, πιθανολογήθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και για τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυρίσθηκε με τη δήλωση αναιρέσεως, ότι θα προσκομίσει τα αποδεικτικά της μέσα, χωρίς όμως και να προσκομιστεί σχετική ανάλογη απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όσα δε περί του αντιθέτου περιστατικά αυτή επικαλείται, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων αυτή, δεν μπόρεσε να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 48507/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ