Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2103 / 2007    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Παράβαση νόμου περί ναρκω-τικών. Αιτιολογία κατοχής και μεταφοράς. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς την εν λόγω πράξη της μεταφοράς, δεν απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός του τρόπου και του μέσου μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, αφού το έγκλημα διαπράττει όποιος «μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο». Επίσης τόσο ως προς την πράξη της κατοχής, όσο και ως προς την πράξη της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η αναφορά του κινήτρου από το οποίο ωθήθηκε ο κατηγορούμενος στην πράξη του και του επιδιωκομένου σκοπού, αφού δεν πρόκειται για εγκλήματα σκοπού, δηλ. με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση. Δεν απαιτείται η αναφορά σ’ αυτή ότι ο δράστης και κάτοχος της ναρκωτικής ουσίας προόριζε ή όχι αυτή για περαιτέρω διάθεση (εμπορία) ή για δική του αποκλειστική χρήση. Μόνο αν υποβληθεί σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο για προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικού προς ιδία αποκλειστική χρήση, οφείλει το δικαστήριο να απαντήσει, διαλάβει στην απόφαση του την παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αν καταλήξει στην απόρριψη αυτού. Η επιβαλλόμενη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Επίκληση ελαφρυντικών 84 παρ. 2β και δ (ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια - περ. β - και ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια). Αοριστία ισχυρισμών. Εκ περισσού αιτιολογία απορρίψεως. Απορρίπτει αναίρεση






Αριθμός 2103/2007



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, για αναίρεση της 1197-1198/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως καθώς και στους από 20 Σεπτεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 305/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ η μεταφορά πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1197-1198/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά από πληροφορίες που περιήλθαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών Θεσ/νίκης ότι οι κατηγορούμενοι κατέχουν από κοινού και διακινούν ναρκωτικά, τέθηκε υπό παρακολούθηση η οικία του δεύτερου κατηγορουμένου (Χ2). Την 20-8-2002 και ώρα 13.25 αντιλήφθηκαν οι αστυνομικοί τον πρώτο κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) να εισέρχεται στην οικία και μετά από λίγο να εξέρχεται κρατώντας μία νάϋλον σακούλα, η οποία όπως διαπιστώθηκε στην έρευνα που επακολούθησε, περιείχε 19 δέματα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης (σε πλακίδια) συνολικού βάρους 8.514 γραμμαρίων, ενώ σε έρευνα που έγινε στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε ποσότητα 50 γραμμαρίων κατεργασμένης ινδικής κάνναβις. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι ανωτέρω ποσότητες δεν ανήκαν σ'αυτόν αλλά στον δεύτερο κατηγορούμενο και ότι εκείνος απλώς τις μετέφερε για να τις παραδώσει σε άγνωστο άτομο στην ....... με αντάλλαγμα χρήματα και χασίς για δική του χρήση. Ακολούθως οι αστυνομικοί διενέργησαν έρευνα στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου και βρήκαν σε εμφανές σημείο αυτής 24 δέματα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης (σε πλακίδια) συνολικού βάρους 5.290 γραμμαρίων. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι ως άνω ποσότητες δεν ήταν δικές του αλλά ανήκαν στον πρώτο κατηγορούμενο και εκείνος απλώς τις φύλασσε για λογαριασμό του πρώτου με αντάλλαγμα χρήματα και χασίς για δική του χρήση. 'Ηδη ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι όλες τις ανωτέρω ποσότητες των ναρκωτικών τις παρέλαβε μαζί με τον δεύτερο από την ..... και τις μετέφεραν στη ...... για λογαριασμό των Γ1 και Γ2 και τις παρέδωσε στον Χ2 για φύλαξη. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τις ποσότητες τις έφερε στο σπίτι του ο πρώτος κατηγορούμενος και ότι δεν πήγε μαζί του στην ....... ούτε γνωρίζει τους Γ1 και Γ2. 'Όπως όμως προκύπτει κυρίως από την κατάθεση του αστυνομικού ........., αλλά και μαρτυρείται και από τους ανωτέρω αντιφατικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, αυτοί κατείχαν τις αναφερόμενες στο διατακτικό ποσότητες ο καθένας με σκοπό την εμπορία και με τον ίδιο σκοπό ο πρώτος μετέφερε την ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή του κατά την έξοδό του από την οικία του δεύτερου κατηγορουμένου. Επομένως πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 περίπτωση β' και δ' για τον πρώτο και περίπτωση δ' και ε' για τον δεύτερο. 'Όπως όμως προέκυψε, τα αίτια που ώθησαν τον πρώτο κατηγορούμενο στην τέλεση των πράξεων (σκοπός παράνομου κέρδους με τίμημα ανθρώπινες ζωές) είναι κατ΄εξοχήν ταπεινά, ενώ ούτε αυτός ούτε ο δεύτερος κατηγορούμενος επέδειξαν μετάνοια και μάλιστα ειλικρινή, αφού αρνούνται την τέλεση των πράξεων... Επομένως οι ανωτέρω ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα, του ότι "Α) Στη ....... και στις 20/8/2002, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατείχε ναρκωτικές ουσίες, και ειδικότερα, α] όπως διαπιστώθηκε, μετά από νομότυπη σωματική του έρευνα, κατείχε πάνω του, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, 19 δέματα κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 8 κιλών και 514 γραμ. και. β] όπως επίσης, μετά από νομότυπη κατ' οίκον έρευνα, που επακολούθησε, διαπιστώθηκε, κατείχε στην οικία του, (οδός ......), 50 γραμ. ινδικής κάνναβης. Β) Στη ......., στις 20-8-2002, μετέφερε ναρκωτικές ουσίες, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο και ειδικότερα, μετέφερε τις προαναφερόμενες στη με στοιχ. Α' πράξη του, ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες παρέλαβε από την οικία του συγκατηγορουμένου του, Χ2, επί της οδού ........., ...... Θεσ/νίκης, για να τις παραδώσει σε άγνωστο άτομο, στην περιοχή της ......". Για τις πράξεις του δε αυτές, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παράβαση των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, ΠΚ, άρθ. 5 παρ.1 περ.ζ , και παρ.2 του ίδιου άρθρου του ν. 1729/87, όπως αυτό ισχύει (ήδη άρθρο 20 παρ.1 περ.ζ του ΚΝΝ) , οι αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ . Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 περ.ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Αναφορικά με την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, στο αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό γίνεται αναφορά ότι βρέθηκαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος, υπό τις αναφερόμενες στο σκεπτικό συνθήκες, οι πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες, τις οποίες αυτός κατείχε με την έννοια ότι είχε αυτές στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να τις διαθέσει πραγματικά και κατά βούληση, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας και η αναφορά των επιπλέον στοιχείων και περιστατικών που εκθέτει ο αναιρεσείων στους προσθέτους αυτού λόγους αναίρεσης. Αναφορικά με την πράξη της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι υπάρχει ελλιπής και εσφαλμένη αιτιολογία, καθόσον, όπως υποστηρίζει, "η προσβαλλομένη απόφαση αρκείται εις το να μνημονεύσει τους ισχυρισμούς ημών των κατηγορουμένων και την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, χωρίς ωστόσο να μνημονεύεται ούτε ο τρόπος μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών ούτε το μέσο με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταφορά". Επιπλέον δε, προβάλλει την αιτίαση, ότι "το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κάνει λόγο για μεταφορά της ποσότητας από εμέ κατά την έξοδο μου από την οικία του συγκατηγορουμένου μου, ενώ η ναρκωτική ουσία αναφέρεται σε μεταφορά μεταξύ των πόλεων ......... - .........". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζεται μόνο στα όσα πιο πάνω αναφέρει ο αναιρεσείων, αλλά δέχεται ότι προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων και η ομολογία του ίδιου του κατηγορουμένου κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου απολογία του, ότι αυτός μετέφερε τις πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες από την οικία του συγκατηγορουμένου του, Χ2, επί της οδού ......, ...... Θεσ/νίκης, για να τις παραδώσει σε άγνωστο άτομο, στην περιοχή της ......... . Η αναφορά στο σκεπτικό, ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε την ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή του κατά την έξοδό του από την οικία του συγκατηγορουμένου του, έχει την πρόδηλη έννοια, όπως σαφώς από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ενήργησε την αναφερόμενη στο διατακτικό μεταφορά, δηλαδή από τη ...... στην ......., της ποσότητας των ναρκωτικών που βρέθηκε στην κατοχή του κατά την έξοδό του από την οικία του συγκατηγορουμένου του.
Συνεπώς, ουδεμία αντίφαση υφίσταται, ως προς τις παραδοχές αυτές, μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, ως προς την εν λόγω πράξη της μεταφοράς, δε απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός του τρόπου και του μέσου μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών, αφού αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, δεδομένου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι το έγκλημα αυτό διαπράττει όποιος "μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο". Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας, τόσο ως προς την εν λόγω πράξη της κατοχής, όσο και ως προς την πράξη της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, δεν είναι αναγκαία η αναφορά του κινήτρου από το οποίο ωθήθηκε ο κατηγορούμενος στην πράξη του και του επιδιωκόμενου σκοπού, αφού δεν πρόκειται για εγκλήματα σκοπού, δηλαδή με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση. Δεν αποτελεί δηλαδή στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κατοχής ή της μεταφοράς η ύπαρξη στο δράστη σκοπού προς περαιτέρω διάθεση της ναρκωτικής ουσίας, ούτε απαιτείται για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης η αναφορά σε αυτή ότι ο δράστης και κάτοχος της ναρκωτικής ουσίας προόριζε ή όχι αυτή για περαιτέρω διάθεση ή για δική του αποκλειστική χρήση. Μόνο αν υποβληθεί πλήρης και ορισμένος αυτοτελής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο για προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικού προς ιδία αποκλειστική χρήση, οφείλει το δικαστήριο να διαλάβει στην απόφαση του την παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αν καταλήξει στην απόρριψη αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας , ως προς την παραδοχή της ότι αυτός κατείχε και μετέφερε τις ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την περαιτέρω διάθεση (εμπορία). Η αιτίαση αυτή είναι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αβάσιμη και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει περαιτέρω την πιο πάνω παραδοχή του, αφού ο αναιρεσείων, όπως, άλλωστε, προκύπτει και από τα πρακτικά της δίκης, δεν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι πιο πάνω ποσότητες προορίζονταν για δική του αποκλειστική χρήση. Επομένως, όλες οι πιο πάνω, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, προβαλλόμενες, με τους προσθέτους λόγους αναίρεσης, αιτιάσεις, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. 'Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ β)" και "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο πάνω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, επικαλούμενος ότι λειτούργησε ως μεταφορέας, για να λάβει μόνο το ποσό των 150.000 δρχ για κάθε μεταφορά, διότι την εποχή εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω χρεών της επιχειρήσεώς του (γυμναστήριο). Επίσης, ζήτησε να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, επικαλούμενος ότι ομολόγησε την πράξη της μεταφοράς των ναρκωτικών ουσιών από και προς την ....... για το συνολικό ποσό των 300.000 δραχμών. Με το πιο πάνω περιεχόμενο, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ότι ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια και ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Η απλή αναφορά ότι δέχθηκε να μεταφέρει τις πιο άνω ποσότητες ναρκωτικών, έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος (150.000 δρχ για κάθε μεταφορά), διότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα αντιμετώπιζε τα οικονομικά προβλήματα της επιχειρήσεώς του, ουδόλως συνιστά περιστατικό το οποίο καταδεικνύει τα μη ταπεινά αίτια της πράξεώς του. Επίσης η απλή αναφορά ότι ομολόγησε την πράξη της μεταφοράς (μόνο), χωρίς να εκτίθενται (και) άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι μετανόησε ειλικρινώς και ότι επιζήτησε - και κατά ποιον τρόπο - να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί ειλικρινούς μεταμέλειας ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών, απάντησε, ως εκ περισσού, στους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την προαναφερόμενη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν βάσιμα ούτε τα πιο πάνω επικαλούμενα από τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα περιστατικά, αφού το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του, ότι η συμμετοχή του στην υπόθεση ήταν μόνο η μεταφορά των ναρκωτικών έναντι του πιο πάνω ανταλλάγματος, αλλά, δέχθηκε ότι τα αίτια που τον ώθησαν στις αξιόποινες πράξεις του ήταν "ο σκοπός του παράνομου κέρδους με τίμημα ανθρώπινες ζωές". Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε για τις πράξεις που καταδικάστηκε, αφού αυτός αρνήθηκε ότι τις τέλεσε. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα, όλες οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες και, μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 19-1-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και ήδη, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων και τους επ' αυτής από 20-9-2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 1197-1198/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. -
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2007.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ