Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 942 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Εξακολουθούν έγκλημα.




Περίληψη:
Πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ή ζημιά ανώτερη των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 Ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται τον ανωτέρω ορίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα αφενός για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως επειδή έκρινε ότι οι πράξεις απάτης που αποδίδονται στους κατηγορουμένους είναι πλημμελήματα, επειδή η κάθε μερικότερη πράξη από τις 465 που τους αποδίδονται έχει αντικείμενο 1.200.000 δραχμών και αφετέρου για υπέρβαση εξουσίας, επειδή στη συνέχεια έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.




Αριθμός 942/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 1460/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, κάτοικο ..., 2) Χ2, κάτοικο ..., 3) Χ3, κάτοικο ..., 4) Χ4, κάτοικο ..., 5) Χ5, κάτοικο Κηφισιάς Αττικής, 6) Χ6, κάτοικο ..., 7) Χ7, κάτοικο ..., 8) Χ8, κάτοικοι ..., 9) Χ9, κάτοικο ..., 10) Χ10, κάτοικο ..., 11) Χ11, κάτοικο ..., 12) Χ12, κάτοικο Αθηνών, 13) Χ13, κάτοικο ..., 14) Χ14, κάτοικο ..., 15) Χ15, κάτοικο ..., 16) Χ16, κάτοικο ..., 17) Χ17, κάτοικο ..., 18) Χ18, κάτοικο ..., 19) Χ19, κάτοικο ..., 20) Χ20, κάτοικο ..., 21) Χ21, κάτοικο ..., 22) Χ22, κάτοικο ..., 23) Χ23, κάτοικο ..., 24) Χ24, κάτοικο ..., 25) Χ25, κάτοικο ..., 26) Χ26, κάτοικο ..., 27) Χ27, κάτοικο ..., 28) Χ28, κάτοικο ..., και πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 54/11-11-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1828/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό 570/16-12-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά την διάταξιν του άρθρου 483 παρ. 3 ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν από 11 Νοεμβρίου 2008 αίτησιν αναιρέσεώς μας, κατά του υπ'αριθμ. 1460/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Το ανωτέρω Συμβούλιον δια του προαναφερθέντος βουλεύματός του έπαυσεν οριστικώς την ποινικήν δίωξιν δι'απάτην κατ'εξακολούθησιν κατά των αναφερομένων εις αυτό κατηγορουμένων. Το βούλευμα αυτό δια την ως άνω αιτήσεως αναιρέσεώς μας προσβάλλομεν δια 1) εσφαλμένην ερμηνείαν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και 2) αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας (άρθρον 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ.). Κατά την παρ. 3 εδ. α' του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικ. δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν ο υπαίτιος διαπράττη απάτας κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθειαν και το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Η διάταξις αυτή είναι ηπιωτέρα της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος εις το σύνολόν του είναι επιεικέστερος δια τον κατηγορούμενον, δεδομένου ότι εις την παλαιοτέραν ρύθμισιν δεν προεβλέποντο ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που ετελέσθησαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικόν όφελος ανώτερον των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέον νομοθετικόν καθεστώς τον κακουργηματικόν των χαρακτήρα, έστω και εάν τα αντικείμενα των μερικωτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, υπό την προϋπόθεσιν βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται αι επιβαρυντικαί περιστάσεις της κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθειαν τελέσεώς των. Δεν δύναται να γίνη δεκτόν εις την προαναφερθείσαν περίπτωσιν, ότι δια την διατήρησιν του κακουργηματικού χαρακτήρος της απάτης, θα πρέπη εκάστη μερικωτέρα πράξις να υπερβαίνη το ποσόν των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ (ολ Α.Π. 5/2008 με σύμφωνον αναίρεσίν μας, ΠοινΔικ 2008 σελ. 554). Το ίδιον ισχύει και δια τας μετά την ισχύν του ν. 2721/1999 τελεσθείσας πράξεις, δηλαδή ο κακουργηματικός ή μη χαρακτήρ της απάτης θα κριθή εκ του συνολικού οφέλους ή της συνολικής ζημίας και δη εάν αυτά υπερβαίνουν ή όχι το όριον των 5.000.000 δρχ ή 15.000 ευρώ (Α.Π. 1057/2008 ΠοινΧρ ΝΗ σελ. 788 κ.ά). Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών Αθηνών δια του υπ'αριθμ. 1429/2008 βουλεύματός του απεφάνθη, ότι δεν πρέπει να γίνη κατηγορία κατά των Α) Χ10, Χ2, Χ3, Χ4, Χ21, Χ11, Χ1, Χ10, Χ14 και Χ27, δια απάτην κατά συναυτουργίαν, κατ' έξακολούθησιν και κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικόν όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 5.000.000 δρχ ή 15.000 ευρώ (άρθρ. 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' Π.Κ.), ανερχόμενα εις το ποσόν των 533.600.000 δρχ., πράξιν φερομένην ως υπ'αυτών τελεσθείσαν εις ... κατά το έτος 1995 εις βάρος 464 χρονομισθωτών Β) Χ8, Χ13, Χ16, Χ23, Χ17, Χ6, Χ7, Χ25, Χ24, Χ15, Χ20, Χ26, Χ28, Χ18, Χ12, Χ5, Χ20 και Χ19, δια την αυτήν αξιόποινον πράξιν α) με συνολικόν όφελος και συνολικήν ζημίαν, που ανέρχονται επίσης εις το ποσόν των 533.600.000 δρχ., πράξιν φερομένην ως υπ'αυτών τελεσθείσαν εις ... την 8 Σεπτεμβρίου 1999 εις βάρον των ίδιων 464 χρονομισθωτών και β) με συνολικόν όφελος και συνολικήν ζημίαν, που ανέρχονται εις το ποσόν των 23.200.000 δρχ, πράξιν φερομένην ως υπ'αυτών τελεσθείσαν εις Αθήνας κατά το χρονικόν διάστημα από του μηνός Οκτωβρίου 1999 έως του μηνός Απριλίου 2000 εις βάρος των αυτών 464 χρονομισθωτών. Κατά του βουλεύματος αυτού ήσκησεν έφεσιν η πολιτικώς ενάγουσα Ψ, η οποία περιελαμβάνετο μεταξύ των 464 χρονομισθωτών. Το Συμβούλιον Εφετών δια του προσβαλλομένου βουλεύματός του εδέχθη, ότι το όφελος και η αντίστοιχος ζημία εξ εκάστης των 464 μερικωτέρων πράξεων, ανερχόμενα εις το ποσόν των 1.200.000 δρχ., ήσαν μικρότερα των 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ) και συνεπώς εκάστη μερικωτέρα πράξις είχε πλημμεληματικόν χαρακτήρα. Κατόπιν τούτου έπαυσεν οριστικώς την ασκηθείσαν κατά των κατηγορουμένων ποινικήν δίωξιν λόγω παραγραφής του αξιοποίνου, παρελθούσης πενταετίας από της τελέσεώς της, εν σχέσει με την μερικωτέραν πράξιν απάτης εις βάρος της ανωτέρω πολιτικώς εναγούσης. Τοιουτοτρόπως όμως το Συμβούλιον, δια του προσβαλλομένου βουλεύματός του, εσφαλμένως ηρμήνευσε την διάταξιν του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ. ως αντικ. δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, που είναι ηπιωτέρα της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται, ως προεξετέθη και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του ν. 2721/1999, έστω και εάν τα αντικείμενα των μερικωτέρων πράξεων υπολείπονται του ορίου των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), όπως και επί πράξεων τελεσθεισών μετά την ισχύν του. Ακολούθως το Συμβούλιον δια της παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως, λόγω παραγραφής του αξιοποίνου, υπερέβη αρνητικώς την εξουσίαν του, αφού έπρεπε να ερευνήση κατ'ουσίαν την υπόθεσιν εις το σύνολόν της, έχουσαν κακουργηματικόν χαρακτήρα. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενον βούλευμα δια 1) εσφαλμένην ερμηνείαν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και 2) αρνητικήν υπέρβασιν εξουσίας και να παραπεμφθή η υπόθεσις εις το αυτό Συμβούλιον προς νέαν κρίσιν συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών, εκτός των πρότερων δικασάντων.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Προτείνομεν Ι. Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 1460/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ Να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων δικαστών, εκτός των πρότερον δικασάντων.
Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παράγ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η διάταξη δηλαδή του άρθρου 14 § 4 του Ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό της χαρακτήρα έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσής τους. Η άποψη ότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης που τελέστηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές, θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανύπαρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια, αλλά με το αθροιστικό σύστημα (Ολομ. ΑΠ 5/2008). Άλλωστε ο νομοθέτης θεσπίζοντας την ανωτέρω διάταξη της παραγ. 4 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999 περί συνολικού οφέλους ή ζημίας, είχε υπόψη του το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, γιατί αν επρόκειτο για μία πράξη, το εξ αυτής όφελος ή η ζημία λαμβάνεται οπωσδήποτε υπόψη ολόκληρο και όχι μέρος αυτού και έτσι δεν θα υπήρχε λόγος ειδικής αναφοράς των όρων "συνολικό" και "συνολική". Εξάλλου λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή όταν αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του δίνει ο νόμος παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Τέτοια περίπτωση αρνητικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το Συμβούλιο παύει οριστικά την ποινική δίωξη για κάποιο αδίκημα παρόλο ότι δεν συντρέχουν οι ορισμένες προς τούτο από το νόμο προϋποθέσεις και αρνείται να ερευνήσει στην ουσία την υπόθεση παρόλο ότι συντρέχουν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση μετά από μήνυση της Ψ ασκήθηκε κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για απάτη κατά συναυτουργίαν κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, την οποία πράξη φέρεται ότι ετέλεσαν αυτοί σε βάρος της μηνύτριας και άλλων 464 χρονομισθωτών σε διάφορα χρονικά διαστήματα, ήτοι κατά το έτος 1995, την 8-9-1999 και κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Οκτωβρίου 1999 μέχρι του μηνός Απριλίου 2000. Ακολούθως και ενώ η μηνύτρια είχε δηλώσει νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής για τη σε βάρος της πράξη των κατηγορουμένων, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1429/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων για την ανωτέρω κακουργηματική απάτη, ελλείψει σοβαρών ενδείξεων. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε έφεση η πολιτικώς ενάγουσα και μηνύτρια και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1460/2008 βούλευμά του δέχτηκε ότι το όφελος και η ζημία από την καθεμία από τις 465 μερικότερες πράξεις απάτης (όσοι και οι χρονομισθωτές) ανερχόμενα στο ποσό των 1.200.000 δραχμών, ήταν μικρότερα των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) και συνεπώς η κάθε μερικότερη πράξη είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα. Κατόπιν τούτου έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου λόγω παρόδου πενταετίας από της τελέσεως της σε βάρος της πολιτικώς εναγούσης μερικότερης πράξης απάτης.
Έτσι όμως το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 386 § 3 εδάφ, α' του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, που είναι ηπιότερη από την προηγούμενη ρύθμιση και εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε, και σε πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ορίου των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Ακολούθως το Συμβούλιο με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου σε σχέση με την μερικότερη πράξη απάτης σε βάρος της εκκαλούσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του γιατί αρνήθηκε να ερευνήσει στην ουσία την υπόθεση στο σύνολό της και να ασχοληθεί και με τις 465 μερικότερες πράξεις απάτης, αφού όλες αυτές οι πράξεις συνιστούν το καταγγελθέν από την πολιτικώς ενάγουσα κατ' εξακολούθηση έγκλημα και στοιχειοθετούν την κατ' επάγγελμα τέλεσή τους προσδίδοντας έτσι σ' αυτό κακουργηματικό χαρακτήρα, σε περίπτωση βεβαίως που αληθεύουν τα καταγγελθέντα. Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και στ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1460/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή