Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 228 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Επιεικέστερος νόμος, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Δικαιοδοσία, Ανυποταξία.




Περίληψη:
Ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας διότι, κατά παράβαση του άρθρου 96 του Συντάγματος, Στρατιωτικό Δικαστήριο, χωρίς να έχει δικαιοδοσία δίκασε ιδιώτη. Λόγος αναίρεσης για μη εφαρμογή επιεικέστερου νόμου. Πρόσθετος λόγος για κακή ερμηνεία και εφαρμογή νόμου - (άρθρο 57 του ν. 3421/2005). Παραγραφή. Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει.





Αριθμός 228/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεράγγελο, περί αναιρέσεως της 28/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 26 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1463/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 96 του Συντάγματος, "στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι, ενώ, κατά την παρ. 4 στοιχ.α του ίδιου άρθρου, "ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ.3 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Ν. 2287/95), "Κληρωτός, εθελοντής ή έφεδρος, που γίνεται δεκτός στη στρατιωτική υπηρεσία, είναι στρατιωτικός από την κατάταξή του και πριν ακόμη ορκισθεί. Οι λοιποί είναι στρατιωτικοί από την ορκωμοσία τους. Επίσης, στρατιωτικός είναι και όποιος καλείται νόμιμα να καταταγεί από τη λήξη της προθεσμίας προς κατάταξη. Ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας εφαρμόζεται όμως σε αυτόν μόνο όσον αφορά το έγκλημα της ανυποταξίας". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα στρατιωτικά δικαστήρια δεν θα έχουν σε καμία περίπτωση δικαιοδοσία για την εκδίκαση υποθέσεων ιδιωτών, η έννοια όμως του στρατιωτικού δίδεται από το νόμο και συγκεκριμένα από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ΣΠΚ. Σύμφωνα δε με τη γενόμενη στη διάταξη αυτή ρύθμιση, είναι στρατιωτικός από τη λήξη της προθεσμίας για κατάταξη, όποιος καλείται νόμιμα να καταταγεί, αλλά o ΣΠΚ εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση εκείνη που τελείται το έγκλημα της ανυποταξίας.
Συνεπώς, αν κάποιος, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις, δεν εμφανίζεται την ορισμένη ημερομηνία στη μονάδα κατάταξης, από την ημερομηνία αυτή θεωρείται στρατιωτικός και το αδίκημα της ανυποταξίας που διέπραξε εκδικάζεται από τα αρμόδια στρατιωτικά δικαστήρια. Η ρύθμιση δε αυτή δεν αντίκειται στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος, αλλά ούτε στις διατάξεις των άρθρου 4 παρ.1 και 8 αυτού ή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αφού, αυτός που καλείται νόμιμα να καταταγεί από τη λήξη της προθεσμίας προς κατάταξη, θεωρείται ότι είναι στρατιωτικός και όχι ιδιώτης. Είναι δε εύλογο να προσδίδει ο νόμος την ιδιότητα του στρατιωτικού στην πιο πάνω περίπτωση, διαφορετικά η κτήση της ιδιότητας αυτής θα εξαρτάτο από τη βούληση του στρατεύσιμου να εμφανισθεί στο στράτευμα προκειμένου να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Επομένως, είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ο οποίος, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε, από το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, για ανυποταξία, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η περ.α του ΚΠΔ και 211 ΣΠΚ , πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμάται, για υπέρβαση εξουσίας, κατά τον οποίο το Δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση για την οποία δεν είχε, κατά το Σύνταγμα, δικαιοδοσία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ (211 ΣΠΚ), λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τον επιεικέστερο νόμο. Τούτο δε, όπως υποστηρίζει, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα της ανυποταξίας του (8.3.2000 έως 10.5.2005), ίσχυσαν περισσότεροι του ενός νόμοι, σχετικά με το ύψος της επιβαλλομένης ποινής και ειδικότερα ο ν. 1763/88 ,που περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις, αφού, με το άρθρο 17 παρ. 5 καθιερώνει ελάχιστο όριο ποινής που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο για ανυποταξία σε καιρό ειρήνης (φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών), ο ν. 2287/97 ( άρθρο 32 α ΣΠΚ) και ο Ν. 3421/05, που δεν δεσμεύει το Δικαστήριο με όριο κατώτατης ποινής, το Δικαστήριο εφάρμοσε τον δυσμενέστερο γι' αυτόν πρώτο νόμο. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτή πρακτικά, η αναφορά του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 1763/88 (σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 3036/02) έγινε μόνο για τον καθορισμό του περιεχομένου της αξιόποινης συμπεριφοράς της ανυποταξίας, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, προσδιορίζεται κατά παρόμοιο τρόπο και στο ν. 3421/2005. Ως προς την προβλεπόμενη ποινή, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη διάταξη του άρθρου 32 περ.α του ΣΠΚ ( ν.2287/95), που προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών (χωρίς ελάχιστο όριο), όπως τούτο σαφώς προκύπτει και από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου γίνεται ειδική μνεία της εν λόγω διατάξεως του ΣΠΚ. Άλλωστε, χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλει ο αναιρεσείων τις πιο πάνω αιτήσεις, αφού το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση επέβαλε ποινή κάτω των έξι μηνών (4 μήνες). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμάται, για εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Στο άρθρο 57 του ν. 3421/2005, που ρυθμίζει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις στρατευσίμων, ανυποτάκτων και οπλιτών, που έχουν συμπληρώσει το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, ορίζονται τα εξής "1. Οσοι συμπληρώνουν το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους μπορούν να εξαγοράσουν το υπόλοιπο των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων, εφόσον έχουν καταταγεί ή θα καταταγούν στις Ένοπλες Δυνάμεις και αφού προηγουμένως εκπληρώσουν ενόπλως στρατεύσιμη στρατιωτική υποχρέωση τουλάχιστον ενός (1) μήνα. 2.......3. Όσοι διατελούν σε λιποταξία υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού μετά τη διακοπή της, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 4. Οσοι από τους αναφερομένους στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διετέλεσαν οποτεδήποτε ή διατελούν σε ανυποταξία, με την κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις εξαιρούνται από την πρόσκληση ή τις προσκλήσεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ανυπότακτοι. 5. Το αξιόποινο της ανυποταξίας των παραπάνω εξαλείφεται με παραγραφή και αίρονται όλες οι σχετικές συνέπειες. Οι δικογραφίες για τις ανυποταξίες τίθενται στο αρχείο με πράξεις του εισαγγελέα του αρμόδιου στρατιωτικού δικαστηρίου. 6. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται όσοι είτε με τη χρήση πλαστών δικαιολογητικών είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο προκάλεσαν ή προκαλούν την έκδοση παράνομων διοικητικών πράξεων, προκειμένου να παρατείνουν την παραμονή τους εκτός των τάξεων των Ενόπλων Δυνάμεων ή να αποφύγουν την υποχρέωση στράτευσής τους. 7. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται το ακριβές χρονικό διάστημα της στρατεύσιμης στρατιωτικής υποχρέωσης που πρέπει να εκπληρώσουν οι ενδιαφερόμενοι, ο τρόπος και η διαδικασία κατάταξης και στρατολογικής τακτοποίησης των αναφερομένων στις προηγούμενες παραγράφους, οι προϋποθέσεις, οι διαδικασίες και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου αυτού, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του....". Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει ότι, για όσους κηρύχθηκαν ανυπότακτοι, προϋπόθεση για να εξαιρεθούν από τις προσκλήσεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ανυπότακτοι και να εξαλειφθεί με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως της ανυποταξίας, δεν είναι μόνο η συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας τους , η κατάταξη αυτών στις Ένοπλες Δυνάμεις και η εκπλήρωση ένοπλης στρατεύσιμης στρατιωτικής υποχρέωσης τουλάχιστον ενός (1) μήνα. Απαιτείται, επιπλέον, και η εξαγορά του υπόλοιπου των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων, εξαγορά η οποία γίνεται εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις και διαδικασίες που ορίζονται στην παράγραφο 7 της πιο πάνω διατάξεως και εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 6 της αυτής διατάξεως. Για να εξαλειφθεί, επομένως, με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως της ανυποταξίας, πρέπει προηγουμένως να έχει επέλθει η πλήρης στρατολογική τακτοποίηση εκείνου που κηρύχθηκε ανυπότακτος , σύμφωνα με όσα ορίζονται στις πιο πάνω διατάξεις. Την συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου ούτε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά, για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, και, με τους προσθέτους αυτού λόγους αναίρεσης, ζήτησε την υπαγωγή του στις πιο πάνω διατάξεις, επικαλούμενος ανάλογη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, υποστηρίζοντας, αβασίμως, κατά τα προαναφερόμενα, ότι αρκεί προς τούτο ότι συμπλήρωσε κατά την διάρκεια της θητείας του το 35ο έτος της ηλικίας του. Οι ρυθμίσεις δε αυτές, που παρέχουν το δικαίωμα υπαγωγής στις πιο πάνω διατάξεις όσους εξαγοράσουν το υπόλοιπο της θητείας τους, αφού προηγουμένως ακολουθήσουν την οριζόμενη προς τούτο διαδικασία, ουδόλως παραβιάζουν την από την διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, με το να μην υπάγουν σ' αυτές και άλλες κατηγορίες ανυποτάκτων, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν είναι βάσιμος. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 19/6/2007 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ. 5803/21-6-2007 ) και τους από 26-10-2007 προσθέτους λόγους του Χ1 κατά της 28/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 30 Ιανουαρίου 2008.




Ο AΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ