Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 258 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Απόλυτη ακυρότης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Απόλυτη ακυρότης, όταν ελήφθησαν υπ’ όψη έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν. Πρέπει τα έγγραφα να προσδιορίζονται με τα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητά των. Ιδιαίτερη μνεία της δικαστικώς διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης. Πότε υπάρχει αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να εκτείνεται η αιτιολογία και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ’ όσον αυτοί έχουν υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 258/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητράκη, για αναίρεση της με αριθμό 1.588 - 1.589/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 970/2008.

Αφ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 171 Κ.Π.Δ. ακυρότητα που λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων.... για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεώς του, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171) και κατ' άρθρον 8 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τα δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήματα συγκροτούνται ως εξής ..... στοιχ. δ) το πενταμελές εφετείο συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών και από τέσσερις εφέτες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1.588 - 1.589/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο συνετέθη από τους "Νικόλαο Καραδημητρίου Πρόεδρο Εφετών, Δάφνη Μπαλιάκα, Ακριβό, Σάββα Σαχπεκίδη και Θεανώ Γιατροπούλου, Εφέτες". Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν διευκρινίζεται εάν το "Ακριβός" είναι το όνομα ή το επίθετο του πέμπτου δικαστού και δεν υπάρχουν πλήρη τα στοιχεία του τελευταίου μέλους της συνθέσεως. Όμως ο αναιρεσείων, δεχόμενος ότι και το πέμπτο μέλος της συνθέσεως είναι δικαστής και χωρίς να αμφισβητεί ότι είναι εφέτης, δεν διατείνεται ότι υπάρχει και άλλος εφέτης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με το όνομα αυτό, για να προβάλει πιθανώς λόγους εξαιρέσεως.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως περί κακής συνθέσεως του δικαστηρίου και εντεύθεν απολύτου ακυρότητος εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1, 369 και 171 παρ. 1 εδ. .δ' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη, όμως είναι αναγκαίο να καταγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποία έγγραφα εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου και εάν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί, διότι άλλως παραβιάζονται οι άνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο που έλαβεν υπ' όψη του το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη δια αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, εις ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετίαν. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το άνω Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπ' όψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Εξ αυτών προκύπτει σαφώς ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης, τα οποία και ανέγνωσε, όπως αναφέρει, έστω και εάν δεν τα αναφέρει στα πρακτικά ότι ανεγνώσθησαν, όταν στην σελίδα 6η, εκθέτει όλα τα αναγνωσθέντα.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος υποστηρίζει τα αντίθετα και προβάλλεται εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τινά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή οι οποίοι προβάλλονται, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά, αναγκαία για τη κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί επιδείξεως ειλικρινούς μεταμελείας και επιδιώξεως να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του ο κατηγορούμενος, με την αναφορά τόπου, χρόνου και τρόπου εκδηλώσεώς της ενώ και η παράδοση του δράστη στην αστυνομία δεν συνιστά την ελαφρυντική ως άνω περίσταση. Εξ άλλου η κατά το άρθρο 178 Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη (περ. γ' αυτού), η οποία όμως διατάσσεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ. από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ' όψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο εμπεριέχεται στις παραδοχές αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 27.3.2000 σε γενόμενο έλεγχο αυτοκινήτων στον ... ελέγθηκε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο κατόχου του κατηγορουμένου που οδηγούσε αυτός. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε να κατέχει σε νάιλον σακκούλα με 77 γραμ. ινδ. κάνναβης κάτω από το κάθισμα του οδηγού. Βρέθηκε ακόμη και μία ζυγαριά. Μετά από δήλωση του κατηγορουμένου αυτού ότι κατέχει και άλλη ποσότητα ινδικής κάνναβης στην οικία του στη Θεσ/νίκη, βρέθηκε και εκεί άλλη ποσότητα ινδικής κάνναβης 360 γραμ. και 50,6 γραμ. σε δύο συσκευασίες, μαζί με το περιτύλιγμα. Ήτοι συνολικά κατείχε 487,6 γρ. ινδ. κάνναβης, την οποία αγόρασε από Αλβανό υπήκοο, άγνωστης ταυτότητας, αντί τιμήματος 150.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατείχε την ποσότητα αυτή για δική του αποκλειστική χρήση. Όμως, ο ισχυρισμός του αυτός που προβάλλεται ως αυτοτελής ισχυρισμός, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος λόγω της σχετικά μεγάλης ποσότητας που κατείχε, σε συνδυασμό και με την ύπαρξη ζυγού, που προφανώς ζύγιζε τις ποσότητες που είχε σκοπό να διαθέσει σε χρήστες ναρκωτικών ουσιών.
Κατά την έννοια του νόμου (άρθρ. 13 παρ. 1 του ν.δ. 743/1970 και 15 του ν.2161/1993) τοξικομανείς θεωρούνται όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούν να την αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς διαπιστώνεται κατά το άρθρο 13 παρ. 2 ν.δ. 743/1970 με πραγματογνωμοσύνη της αρμοδίας ιατροδικαστικής υπηρεσίας η οποία δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, εκτός αν οι αρμόδιοι πραγματογνώμονες έχουν αποφανθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής. Το ίδιο, με αποκλίνουσα διατύπωση, επαναλαμβάνεται στο άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 2116/ 1993, που ορίζει ότι "η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στο πρόσωπο κατηγορουμένου ή καταδίκου διαπιστώνεται από το δικαστήριο". Για τον περιορισμό δε των καταχρήσεων, που είχαν διαπιστωθεί στο παρελθόν σε σχέση με το χαρακτηρισμό ως τοξικομανών σε αρκετές περιπτώσεις ιατροδικαστικών εκθέσεων ατόμων που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα κατά την έννοια του νόμου, η ίδια διάταξη επέβαλε τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης "από ειδικά δημόσια κέντρα απεξάρτησης, από τις ψυχιατρικές κλινικές και τα Εργαστήρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας των ΑΕΙ της Χώρας, τις ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, εφόσον διαθέτουν ειδικά εργαστήρια ή από νομαρχιακά ή περιφερειακά νοσοκομεία που έχουν τη δυνατότητα να διεξάγουν τέτοια πραγματογνωμοσύνη με αντίστοιχες κλινικές και εργαστήρια και διεξάγεται σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζει κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης", στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν υποβληθεί ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής ο ενεργών την προανάκριση ή ανάκριση διατάσσει υποχρεωτικά εντός 24 ωρών από τη σύλληψη ή απολογία του κατηγορουμένου πραγματογνωμοσύνη, η οποία ενεργείται εντός 48 ωρών από τη γνωστοποίηση της σχετικής παραγγελίας, οι δε πραγματογνώμονες αν αποφανθούν ότι υπάρχει εξάρτηση "πρέπει να καθορίσουν και το είδος της (σωματική ή ψυχική) και αν είναι δυνατόν το βαθμό της, το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό (εξαρτησιογόνο) την ημερήσια δόση, την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και, αν τους ζητείται ειδικώς με την παραγγελία, την επίδραση της εξάρτησης στον καταλογισμό". Όπως έχει επισημανθεί στη σχετική βιβλιογραφία, η τοξικομανία είναι κατάσταση εξάρτησης από τα ναρκωτικά, που συνίσταται στη χρόνια δηλητηρίαση του οργανισμού. Οι κύριες συνέπειές της είναι τόσο η ανάγκη για συνεχή αύξηση της δόσης όσο και η δημιουργία μιας ψυχικής ή σωματικής εξάρτησης με τη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία. Η εξάρτηση αυτή δεν μπορεί να παραμεριστεί μόνο με τη θέληση του ατόμου, αλλά απαιτεί ειδική θεραπευτική μεταχείριση. Χαρακτηριστικό της φυσικής εξάρτησης είναι οι έντονες σωματικές διαταραχές σε περίπτωση διακοπής της χρήσης τους και τα σύνδρομα στέρησης και αποχής (ΑΠ 683/95 ΠΧ.ΜΕ. 1258). Στην κρινομένη υπόθεση, ο κατηγο-ρούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε αυτοτελές αίτημα να χαρακτηρισθεί τοξικομανής, ως εξαρτώμενος από ναρκωτικές ουσίες και να του επιβληθούν οι κατά νόμο προβλεπόμενες ποινές με τη συνδρομή της ιδιότητας αυτής. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα διαπιστώνεται ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου κατά το χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων οι εν λόγω προϋποθέσεις του νόμου για το χαρακτηρισμό του κατηγορουμένου ως τοξικομανούς. Ειδικότερα από τη με αριθμό πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ... του Γενικού Νοσοκομείου ... προκύπτει ότι δεν είναι τοξικομανής. Ο ιατρός αυτός βεβαιώνει ότι δεν είναι άτομο εξαρτημένο από τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός της τοξικομανίας. Εξ άλλου, πρέπει, να απορριφθεί και ο άλλος αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ., διότι όπως προκύπτει από το ποινικό μητρώο έχει καταδικασθεί τρείς φορές σε ποινές φυλάκισης 40, 30 και 30 ημερών για παραβάσεις του ΚΟΚ και όπως ο ίδιος ομολογεί, έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών στο παρελθόν. Επίσης, πρέπει, να απορριφθεί και ο άλλος ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ ότι δηλαδή ωθήθηκε στη πράξη από όχι ταπεινά αίτια, αφού ο επικαλούμενος από αυτόν τρόπος χρήσης ναρκωτικών ουσιών δια την αποφυγή ή μετριασμό των προβλημάτων στον ψυχισμό του δεν αποτελεί τη βάση του ισχυρισμού του αυτού και αληθινού υποτιθεμένου. Πρέπει, επίσης, να απορριφθεί και ο άλλος αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ', διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του.
Πρέπει, όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, ελαφρυντικό που του αναγνωρίσθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διότι όπως αποδεικνύεται αυτός μετά την τέλεση των πράξεων επέδειξε για μεγάλο χρονικό διάστημα καλή συμπεριφορά, εργάζετο και προσπάθησε να απομακρυνθεί από τη συνήθεια αυτή των ναρκωτικών.". Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε. Η αιτίαση ότι, καίτοι ανεγνώσθη η υπ' αριθμ. 5591/2000 ιατροδικαστική έκθεση, δεν αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως, ούτε από το περιεχόμενο εν συνόλω της προσβαλλομένης προκύπτει ότι ελήφθη υπ' όψη είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Και τούτο διότι η άνω ιατροδικαστική έκθεση δεν αφορά τον αναιρεσείοντα ..., τον οποίον ειρήσθω, αφορά μόνο η μνημονευομένη ως ανωτέρω 5590/2000, αλλά την ετέρα κατηγορουμένη πρωτοδίκως ..., η οποία δεν είναι αναιρεσείουσα νυν.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, όπως εκ του άνω σκεπτικού προκύπτει το δικαστήριο απέρριψε τον εκ του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ. ισχυρισμόν με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ με την ειδική αυτή αιτιολογία απερρίφθη και ο εκ του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ. ισχυρισμός, ως εκ περισσού καίτοι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα αφού ως προεβλήθη δεν ήτο σαφής και ορισμένος αναφέρων ότι: (ο αναιρεσείων) "συνεργάστηκε με την υπηρεσία, ομολόγησε την προμήθεια", όχι, δηλαδή, την αγορά για την οποία εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη, "υπέδειξε και οδήγησε σε αποθήκη του σπιτιού του, όπου βρισκόταν η υπόλοιπη ποσότητα κάνναβης και προθυμοποιήθηκε να τους την παραδώσει", όταν, ήτοι ούτος ήτο εις χείρας της αστυνομίας και δεν ηδύνατο να ενεργήσει κατά διάφορον τρόπον, όπερ κατ' ουδέν συνιστά μεταμέλεια και επιδίωξη άρσεως των συνεπειών της πράξεώς του.
Συνεπώς ο σχετικός τελευταίος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως της ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' και δ' Π.Κ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.588 - 1.589/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ