Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1073 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, λόγω συμμετοχής παρέδρου και Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών χωρίς να αναφέρεται η πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο, με την οποία ορίστηκε αυτός (Πάρεδρος) και χωρίς να αναφέρεται το κώλυμα του Εισαγγελέως. Απορρίπτεται ο λόγος καίτοι αμφότερα τα σκέλη του και ειδικότερα, κατά το πρώτο διότι, μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων των Παρέδρων και των Πρωτοδικών (άρθρο 17§8 Ν. 1756/1988, όπως ισχύει) δεν είναι απαραίτητη η αναπλήρωση του Πρωτοδίκη (Πλημμελειοδίκη) με Πάρεδρο να γίνεται δια πράξεως του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο και εν πάση περιπτώσει η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17§§2 έως 8 του Ν. 1756/1988 (στις περιπτώσεις των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων που καταρτίζονται με κλήρωση) συνεπάγεται σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προταθεί. Κατά το δεύτερο σκέλος του ο αυτός λόγος είναι απορριπτέος γιατί η αναπλήρωση του Εισαγγελέα από αντιεισαγγελέα γίνεται δυνάμει του αδιαιρέτου της Εισαγγελικής Αρχής. Άμεση συνέργεια σε φοροδιαφυγή με έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Η απόφαση περιέχει πλήρη αιτιολογία και απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας.





Αριθμός 1073/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολεττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 4011/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1633/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 171 παρ.1 α και 510 παρ.1 Α ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 5 παρ.1,2 του ως ισχύει Ν.1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), οι οποίες εκτός των άλλων ορίζουν ότι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αν δεν υπάρχει ένθα Πρωτοδίκης ή κωλύεται ή απουσιάζει, μπορεί να αναπληρωθεί με πάρεδρο Πρωτοδικείου, ή Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη, οριζόμενο με πράξη του δικαστή που διευθύνει το πρωτοδικείο. Με το άρθρο 17 παρ.8 του ίδιου Ν.1756/1988, όπως ισχύει τούτο μετά την τροποποίησή του και την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ.3 του Ν.1968/1991 και άρθρ. 169 αριθμ. 9 γ' Ν 1756/1998, που προστέθηκε με άρθρο 3 Ν. 2479/97, ενοποιήθηκαν οι οργανικές θέσεις των παρέδρων και των πρωτοδικών και έτσι δεν είναι απαραίτητο η αναπλήρωση του πρωτοδίκη (ή πλημμελειοδίκη) με πάρεδρο να γίνεται δια πράξεως του διευθύνοντος το πρωτοδικείο δικαστή.
Συνεπώς σε περίπτωση, κατά την οποία στην αναφερόμενη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου μνημονεύεται ως μέλος της και πάρεδρος προς αναπλήρωση πρωτοδίκη, χωρίς να διαλαμβάνεται ότι αυτός ορίστηκε με πράξη του διευθύνοντος το πρωτοδικείο δικαστή, τούτο δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Εντεύθεν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του) κατά τον οποίο υπάρχει κακή σύνθεση του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι ήταν μέλος ο Πάρεδρος Στέργιος Ράπτης, χωρίς να αναφέρεται η πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δικαστή, με την οποία ορίστηκε αυτός. Εν πάση περιπτώσει η παράβαση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ.2 έως και 8 του Ν.1756/1988 που δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση (στις περιπτώσεις δηλαδή των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων που καταρτίζονται με κλήρωση) συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η διαδικασία της υποθέσεως, σύμφωνα με την παρ. 10 του άνω άρθρου και τέτοια πρόταση ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε. Επομένως και εκ του λόγου αυτού η άνω αιτίαση είναι απορριπτέα. Περαιτέρω, με τη διάταξη του 24 του Ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού δικαστηρίων..." ορίζεται στην παρ.1 "η εισαγγελία είναι δικαστική αρχή ανεξάρτητη από τα δικαστήρια και την εκτελεστική εξουσία", στην παρ. 2 "δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητος, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης" και στην παρ.6 "αν δεν υπάρχει, απουσιάζει η κωλύεται ο εισαγγελέας του δικαστηρίου, αναπληρώνεται από τους εισαγγελικούς λειτουργούς της οικείας εισαγγελίας κατά τη σειρά της αρχαιότητάς τους..." Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται το αδιαίρετο της εισαγγελικής αρχής, γι'αυτό στα βουλεύματα και τις αποφάσεις, για την έκδοση των οποίων απαιτείται κατά τα άρθρα 32 και 138 ΚΠΔ προηγούμενη πρόταση του εισαγγελέα, δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται το κώλυμα συνεπεία του οποίου γίνεται αναπλήρωση του εισαγγελέα από αντεισαγγελέα, αρκεί η μνεία ότι κωλύεται ο Εισαγγελέας. Αλλά και η παράλειψη της μνείας αυτής δεν δημιουργεί ακυρότητα, διότι θεωρείται αυτονόητο το κώλυμα, η δε αναπλήρωση του εισαγγελέα από αντεισαγγελέα γίνεται δυνάμει του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του για απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 1715 παρ. 1 Α ΚΠΔ, λόγω συμμετοχής στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Ευαγγελίας Καρανίκα αντί του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, χωρίς να αναγράφεται στα πρακτικά, ότι αναπληρώνει του κωλυόμενου Εισαγγελέα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1-4 του Ν.2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ.1 του Ν.3220/2004: "1.'Οποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών... 2)... 3)... 4) Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία κλπ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ.1 β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια άδικης πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργού, με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε, χωρίς τη βοηθητική ενέργειά του άμεσου συνεργού, δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα, η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες διαπιστώθηκαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπον τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη 4011/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν για άμεση συνέργεια σε φοροδιαφυγή και για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη ....... από 18-5-2001 μέχρι 24-8-2001 όντας εκτελωνιστής προμήθευσε έναντι αμοιβής τον επιχειρηματία Γ1 με έντεκα (11) φορτωτικά έγγραφα (CMR.), όπως αυτά αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσης, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν σκεπτικό, τα οποία ήταν πλαστά. Τα είχε δε καταρτίσει ο ίδιος κατηγορούμενος, βάζοντας τη σφραγίδα της μεταφορικής εταιρίας ..... L.T.D. εν αγνοία των εκπροσώπων της, η οποία (σφραγίδα) ήταν στην κατοχή του, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε προγενέστερο χρονικό διάστημα υπάλληλος της εταιρίας αυτής. Η έκδοση τους δε από τον κατηγορούμενο επιβεβαιώνεται, από το γεγονός ότι έφεραν τον αριθμό τηλεφώνου του γραφείου εκτελωνισμού, που ο ίδιος λειτουργούσε μετά την αποχώρηση του από την παραπάνω εταιρία. Η πλαστότητα των εν λόγω φορτωτικών επιβεβαιώνεται και από το ότι τα αναφερόμενα σε αυτές οχήματα, με τα οποία φερόταν ότι έγιναν οι μεταφορές των εμπορευμάτων, άλλα ήσαν σε ακινησία, άλλα ήταν αγροτικά και άλλα βρίσκονταν στο εξωτερικό, όπως διαπιστώθηκε από έλεγχο των υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. Ο κατηγορούμενος, προμήθευσε με τα εν λόγω φορτωτικά έγγραφα τον Γ1 για να τα καταχωρήσει στα βιβλία, που τηρούσε η επιχείρηση του και να τα επισυνάψει, όπως τα καταχώρησε και τα επισύναψε σε αντίστοιχα εικονικά τιμολόγια ενδοκοινοτικής παράδοσης, που είχε εκδώσει ο Γ1, ώστε ο τελευταίος να προσδώσει αληθοφάνεια στις αναφερόμενες πωλήσεις εμπορευμάτων-ενδοκοινοτικές συναλλαγές-, οι οποίες όπως προέκυψε από έλεγχο του ΣΔΟΕ- ποτέ δεν έλαβαν χώρα. Για τη γνωριμία και τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τον Γ1, αλλά και των δύο με τον Ζ1, ο οποίος φερόταν ως παραλήπτης των εμπορευμάτων των παραπάνω φορτωτικών, σαφείς είναι ο καταθέσεις των μαρτύρων- εφοριακών ...... και ......., οι οποίοι μάλιστα ειδικότερα ανέφεραν ότι ο Γ1 συνεργαζόταν με τον Ζ1, ότι αυτός, (Γ1), χρησιμοποιούσε ίδιες CMR, με τον κατηγορούμενο και ότι ο τελευταίος γνωρίστηκε με τον Ζ1, όταν αυτός του ζήτησε να εκτελωνήσει ένα τζιπ για λογαριασμό του. Με την παραπάνω δε πράξη του ο κατηγορούμενος παρέσχε άμεση συνδρομή στη φοροδιαφυγή, που διέπραξε ο Γ1, αφού χωρίς την έκδοση αυτών των φορτωτικών, ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να προσδώσει αληθοφάνεια στις παραπάνω εικονικές ενδοκοινοτικές συναλλαγές, εξ αιτίας των οποίων τελικά εισέπραξε παράνομα την επιστροφή του Φ.Π.Α, ύψους 63.929.947 δρχ ή 187 615,40 ευρώ. Οι ίδιοι ως άνω μάρτυρες κατέθεσαν σαφώς και για όλα τα άλλα περιστατικά. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδομένης σ'αυτόν πράξης. Στο διατακτικό της αποφάσεως που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό κα αποτελούν ενιαίο όλο διευκρινίζεται ότι η έκδοση των ως άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων έλαβε χώρα για ανύπαρκτες συναλλαγές. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 β ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 19 παρ.1-4 Ν. 2523/1996, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα: Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση: 1) εάν τα φορτωτικά έγγραφα που προμήθευσε ο αναιρεσείων του Γ1 ήταν θεωρημένα ή όχι από την αρμόδια ΔΟΥ, ούτε ποίος ήταν ο φερόμενος σ'αυτά ως αποστολέας ως παραλήπτης ή ως μεταφορές και ποία ήταν η ιδιότητα με την οποία εμφανίζεται σ'αυτά η εταιρεία ..... L.T.D. 2) Με ποία ιδιότητα φέρεται να συμβάλλεται στα εν λόγω φορτωτικά έγγραφα η ως άνω εταιρεία (δηλαδή, ως μεταφορική εταιρεία ή ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς). 3) Σε ποίον ανήκουν τα αυτοκίνητα, με τα οποία φέρονται ότι έγιναν οι μεταφορές των εμπορευμάτων, αρκούσης της ανελέγκτως δεκτής γενομένης παραδοχής ότι άλλα (αυτοκίνητα) εξ αυτών ήταν σε ακινησία, άλλα ήταν αγροτικά και άλλα ευρίσκοντο στο εξωτερικό, παραδοχή από την οποία ευθέως προκύπτει το ανύπαρκτο της συναλλαγής και η εντεύθεν θεμελίωση του διωκομένου εγκλήματος. 4) Εάν τα πιο πάνω φορτωτικά έγγραφα έφεραν υπογραφή και ποίου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 Δ, Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και καθό μέρος με τους λόγους αυτούς, δηλαδή υπό το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4011/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ