Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 441 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία, Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία. Το κατά το άρθρο 366 παρ. 2 του ΠΚ τεκμήριο δεν αντίκειται στις διατάξεις 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ. Αιτιολογημένη καταδίκη για τις άνω πράξεις. Αοριστία αυτοτελών ισχυρισμών για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων μη ταπεινών αιτίων και καλής συμπεριφοράς. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως.





Αριθμός 441/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο, περί αναιρέσεως της 4626/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1431/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 ΠΚ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις τελευταίες διατάξεις, προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
ΙΙ. 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4.626/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε ανέλεγκτα, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-11-2001 ο κατηγορούμενος υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 28-11-2001 έγκληση κατά του νυν εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, ο οποίος ήταν δικαστικός επιμελητής Αθηνών. Με την έγκλησή του αυτή ο κατηγορούμενος κατήγγειλε ότι ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής συνέταξε την υπ'αριθμ. ........ έκθεση επιδόσεως, στην οποία βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι επέδωσε σ' αυτόν (κατηγορούμενο) αντίγραφο της από 26-4-2000 έφεσης του .......... κατά της υπ' αριθμ. 5445/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης κατήγγειλε επί πλέον ότι ο εγκαλών έθεσε στην έκθεση αυτή κατ' απομίμηση την υπογραφή του (κατηγορουμένου) στη θέση του παραλαμβάνοντας. Τα περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ο κατηγορούμενος το βεβαίωσε και ένορκα την ίδια μέρα που την υπέβαλε. Μετά από αυτά ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος για τις πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της πλαστογραφίας και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 3649/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο και το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος για τις παραπάνω πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της πλαστογραφίας.
Συνεπώς η αναλήθεια αυτών που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στην παραπάνω από 28-11-2002 έγκλησή του είναι αποδεδειγμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του Π.Κ., όλα δε τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο με τους παραπάνω ισχυρισμούς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέο και το αίτημα αυτού να κλητευθούν και να εξετασθούν οι γραφολόγοι .......και ......., καθώς και να διαταχθεί η διεξαγωγή νέας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και η προσκόμιση του πρωτοτύπου της από ...... εκθέσεως επιδόσεως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτών που περιέλαβε στην έγκλησή του, αφού παρέλαβε ο ίδιος το έγγραφο που του επιδόθηκε και υπέγραψε ο ίδιος στην υπ' αριθμ. ...... έκθεση επιδόσεως στη θέση του παραλαμβάνοντος. Επίσης αποδείχθηκε ότι με την έγκλησή του αυτή ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, πράγμα το οποίο και πέτυχε αυτός τελικά κατά τα εκτεθέντα, όλα δε τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτόν με τους ισχυρισμούς του που προέβαλε είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος αποδείχθηκε ότι με τα παραπάνω ψευδή γεγονότα, τα οποία περιέλαβε ο εγκαλών εν γνώσει τη αναληθείας τους στην από 28-11-2001 έγκλησή του μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Τέλος δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του και το αίτημα του προς αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης".
Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό του, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών την οποία μετέτρεψε. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, χωρίς αυτό να αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του διατακτικού, παρατίθενται τα αναγκαία κατά το νόμο πραγματικά περιστατικά για την στοιχειοθέτηση των προαναφερομένων εγκλημάτων, αιτιολογείται δε με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, τόσο ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, όσο και εκείνων της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων γνώριζε ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία καταμήνυσε τον εγκαλούντα ήταν ψευδής, και αιτιολογεί τον άμεσο αυτό δόλο του με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προέκυπτε η γνώση του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, όπως ειδικώς αναφέρεται στο πιο πάνω σκεπτικό, ο αναιρεσείων γνώριζε την αλήθεια του γεγονότος της προς αυτόν επιδόσεως δικογράφου εφέσεως, διότι ο ίδιος παρέλαβε το επιδοθέν δικόγραφο και υπέγραψε την έκθεση επιδόσεως στη θέση του παραλαβόντος, ενήργησε δε με σκοπό να κινηθεί ποινική δίωξη εναντίον του εγκαλούντος, ενώ παράλληλα γνώριζε ότι τα ψευδή αυτά περιστατικά τα οποία διέδωσε σε τρίτους μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή. Επομένως, κατά το σκέλος αυτό, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος


ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ, "Αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης. Θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση είναι αληθινό, αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που έχει δυσφημισθεί τέλεσε την αξιόποινη πράξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αν το δυσφημιστικό γεγονός συνιστά αξιόποινη πράξη και ασκήθηκε γι' αυτήν ποινική δίωξη, είναι υποχρεωτική η αναστολή της δίκης (άρθρο 59 ΚΠΔ) για τη δυσφήμηση μέχρι να περατωθεί η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά εκείνου που δυσφημίσθηκε, δηλαδή μέχρι να εκδοθεί είτε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, είτε αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Η αμετάκλητη αυτή κρίση δεσμεύει το δικαστήριο που δικάζει τη δυσφήμηση όχι υπό την έννοια του κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ δεδικασμένου, οι όροι του οποίου, μεταξύ των οποίων η έλλειψη ταυτότητας της πράξεως και του υποκειμένου, δεν συντρέχουν, αλλά υπό την έννοια ότι από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο περί της αναληθείας των γεγονότων τα οποία συνιστούν περιεχόμενο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημίσεως, έτσι ώστε είναι ανεπίτρεπτη, διότι άγει σε αντιφατική κρίση, η επάνοδος και εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ίδιων γεγονότων. Έτσι, ειδικότερα, και στην συγκεκριμένη υπόθεση που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτό ότι ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής με αμετάκλητο βούλευμα απηλλάγη της κατηγορίας για τις πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της πλαστογραφίας οι οποίες σχετίζονται με την σύνταξη και υπογραφή της υπ' αριθμ. ........ εκθέσεως επιδόσεως, οι πράξεις αυτές ως προς την εμπεριεχόμενη στο αμετάκλητο βούλευμα ουσιαστική κρίση ότι δεν τελέσθηκαν, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ουσιαστικής ερεύνης και στην προκείμενη δίκη με κατηγορούμενο τον εγκαλέσαντα για τις πράξεις αυτές, δηλαδή περί του αν στην έκθεση επιδόσεως που συνέταξε ο πολιτικώς ενάγων πλαστογράφησε την υπογραφή του κατηγορουμένου και ταυτόχρονα ψευδώς βεβαίωσε ότι επέδωσε το προς αυτόν (κατηγορούμενο) απευθυνόμενο έγγραφο, χωρίς εκ τούτου να συνέπεται ότι παράγεται αμάχητο τεκμήριο και να δημιουργείται δέσμευση του δικαστηρίου και για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφημήσεως, για τις οποίες στην προκείμενη περίπτωση καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, αφού για την κατάφαση της ενοχής και για τις πράξεις αυτές το δικαστήριο δεν αρκέσθηκε μόνο στην αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία θετικώς έκρινε το βούλευμα, αλλά ερεύνησε, ως όφειλε και το στοιχείο του αμέσου δόλου του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, μόνη η εφαρμογή του από το άρθρο 366 παρ. 2 τεκμηρίου, που έχει θεσμοθετηθεί για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και της παρέλκυσης των δικών, δεν αντιτίθεται στις διατάξεις των άρθρων ων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στη διάταξη 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, αφού με την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του Ποινικού Κώδικα δεν τίθενται αποδεικτικοί περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου και ούτε καθοιονδήποτε τρόπο παραβλάπτονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα αυτού (άρθρο 171 παρ. 1δ'ΚΠΔ). Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, επαρκής κρίνεται η αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου α) για αναβολή της δίκης προκειμένου να κλητευθούν και εξετασθούν οι γραφολόγοι ...... και ......., [τα πορίσματα της γνωμοδοτήσεως των οποίων, κατά τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού συνεκτίμησε σε κάθε περίπτωση] και β) της διενέργειας νέας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για το ζήτημα της πλαστογραφίας.
Συνεπώς και οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για έλλειψη κατά τούτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τις οποίες το δικαστήριο εφήρμοσε, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Τέλος, εκ της εφαρμογής από την προσβαλλόμενη απόφαση του τεκμηρίου του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ ο κατηγορούμενος ουδόλως στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, εντεύθεν δε δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'ΚΠΔ συναφής λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
IV.- Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, ποινής, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και, επιπλέον, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση προτεινομένων κατά τα ανωτέρω άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ αυτοτελών ισχυρισμών, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και δεν συνοδεύονται από αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι ο κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠΔ εκπροσωπήσας τον κατηγορούμενο δικηγόρος του, διετύπωσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τα ακόλουθα, κατά λέξη "... και αν αντικειμενικώς ετέλεσα οιοδήποτε αδίκημα, ήμουν πεπεισμένος για την πλαστότητα της φερόμενης ως υπογραφής μου και ουδείς σκοπός αδίκου καταδιώξεως ή προσβολής της τιμής και της υπόληψης του μηνυτή εμφιλοχώρησε. Μόνος σκοπός μου ήταν, όπως προκύπτει και από το συνολικό περιεχόμενο και φρασεολογία της εγκλήσεώς μου, η ανακριτική διευρεύνηση της υποθέσεως...." και περαιτέρω "... Εντελώς επικουρικά αν ήθελε κριθώ ποινικά υπεύθυνος οιασδήποτε αξιόποινης πράξης αιτούμαι να μου αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων (αφού ανέφερα ανωτέρω το σκοπό της υποβολής της εγκλήσεως) και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη...". Με τα παραπάνω αναφερόμενα, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των μη ταπεινών αιτίων και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, αορίστως προβλήθηκαν, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή τους και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία. Ειδικότερα δε, και καθόσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2β του Π.Κ., με όσα ο κατηγορούμενος διαλαμβάνει στους άνω ισχυρισμούς του, αρνείται και πλήττει την κατηγορία κατά το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, δεν παρατίθενται δε πραγματικά περιστατικά τα οποία, αληθή αποδεικνυόμενα, θα κατεδείκνυαν την ανυπαρξία ταπεινών αιτίων στην υποβολή της εγκλήσεως κατά του πολιτικώς ενάγοντος. Επομένως, και κατά τούτο, η αιτίαση με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλειπούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Μετά από αυτά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Μάριου Τζάθα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ και 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.626/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ