Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2377 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας, κατηγορούμενος υπάλληλος του Ο.Σ.Ε. Παράσταση πολιτικής αγωγής μόνο για υποστήριξη κατηγορίας. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακρότητα και υπέρβαση εξουσίας. Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.




Αριθμός 2377/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αλέξανδρο Δημάκη και Μάρκο Παπαζήση, για αναίρεση της με αριθμό 29/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 κοινή αίτησή τους, καθώς και στο από 16 Σεπτεμβρίου 2008 κοινό δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 339/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 13 του Ν.2671/1998 (ΦΕΚ 289/τευχ. Α728-12-1998) "περί ρυθμίσεως θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις", "ο ΟΣΕ είναι αποκλειστικά υπεύθυνος απέναντι των τρίτων για υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που προξενήθηκαν σ' αυτούς από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του προσωπικού του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του. Το προσωπικό καμία αστική ευθύνη δεν έχει έναντι τρίτων, αλλά μόνο έναντι του ΟΣΕ". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2145/1993, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ, η παρά το νόμο παράσταση στο ακροατήριο του πολιτικώς ενάγοντος δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ.1 στ. Α' του ΚΠΔ. Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία επιτρέπεται κατά το νόμο στον πολιτικώς ενάγοντα η παράσταση στο ακροατήριο μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, όχι όμως και η επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο υποπίπτει στην πιο πάνω πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α', ΚΠΔ, καθώς και σε υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το ίδιο άρθρο στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αναιρετικό λόγο, όταν κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος επιδικάσει στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα που διέπραξε υπάλληλος του ΟΣΕ κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου του ΟΣΕ κατηγορίας και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση του και η επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, διαφορετικά το δικαστήριο, δεχόμενο την κατά τον τρόπο αυτόν παράσταση και επιδικάζοντας αποζημίωση, υποπίπτει στην πιο πάνω πλημμέλεια. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, ήταν, κατά την αποδιδόμενη σε αυτούς κατηγορία και κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περαστικά, υπάλληλοι του ΟΣΕ και κρίθηκαν ένοχοι του ότι, με συγκλίνουσα αμέλεια, που επέδειξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επέφεραν τον θάνατο της Α. Κατά την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής ο Ψ, σύζυγος της θανούσας, όχι μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, αλλά και για την επιδίκαση σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, με το να δεχθεί την κατ' αυτόν τον τρόπο παράσταση της πολιτικής αγωγής και τελικά να επιδικάσει σε βάρος των κατηγορουμένων την αιτηθείσα αποζημίωση (ένα ευρώ με επιφύλαξη) ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που αυτός υπέστη από το αδίκημα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει, ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Επίσης, ενόψει της πιο πάνω διάκρισης της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
III. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 29/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δια παραλείψεως, (άρθ. 302, 15 του Π.Κ) σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 14.2.2000 και περί ώρα 21.45 η αποτελούμενη από εννιά βαγόνια αμαξοστοιχία του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος [ΟΣΕ] 605 βρισκόταν στην αποβάθρα του Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης στην τρίτη γραμμή προκειμένου να εκτελέσει το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη - Αθήνα με ώρα αναχώρησης την 22.25'. Σταθμάρχης κίνησης της αμαξοστοιχίας ήταν ο Β (που έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα με την ως άνω 2047/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) και συνοδοί της αμαξοστοιχίας ήταν οι εκκαλούντες- κατηγορούμενοι 1] Χ1, 2] Χ2 και 3] Χ3, υπάλληλοι του ΟΣΕ με την ως άνω ιδιότητά τους. Ο πρώτος (Β) έδωσε οδηγίες στους δεύτερους (συνοδούς - εκκαλούντες) για την τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού σχετικά με την απαγόρευση εισόδου ατόμων χωρίς εισιτήρια στα βαγόνια της αμαξοστοιχίας και το κλείσιμο των θυρών των βαγονιών πριν την προγραμματισμένη αναχώρηση της αμαξοστοιχίας, που εξάλλου τους ήσαν γνωστές, όπως και οι απορρέουσες από αυτόν υποχρεώσεις τους για οφειλόμενες ενέργειες προς τήρηση του. Οι συνοδοί αυτοί, που είχαν την ευθύνη και οι τρεις τους για τη τήρηση των άνω διατάξεων σε όλα τα βαγόνια της αμαξοστοιχίας, και είχαν συνεπώς την προαναφερθείσα ως άνω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, 1) να εμποδίσουν την είσοδο εντός των βαγονιών της αμαξοστοιχίας προσώπων που δεν είχαν εισιτήρια, 2) να ενημερώσουν αυτούς, που παρά την απαγόρευση επέτρεψαν την είσοδο στα βαγόνια, να κατέβουν από αυτά εγκαίρως πριν την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας και 3) να κλείσουν, πριν την αναχώρηση, τις πόρτες των βαγονιών, ώστε να μην μπορεί κανείς να τις ανοίξει και να κατεβεί από τα βαγόνια, από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, 1) δεν προέβησαν σε έλεγχο των εισερχομένων στα βαγόνια με αποτέλεσμα να εισέλθουν εντός του τέταρτου βαγονιού η Α, ο πολιτικώς ενάγων, σύζυγος της πρώτης και ο μάρτυς Γ, οι οποίοι δεν είχαν εισιτήρια και απλώς συνόδευαν τον μάρτυρα Δ, γιό των πρώτων, που είχε εισιτήριο, 2) δεν ενημέρωσαν τους πρώτους τρεις, που στερούνταν εισιτηρίων, για την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας ώστε αυτοί να αποβιβασθούναπό το βαγόνι εγκαίρως πριν την αναχώρηση της και 3) δεν έκλεισαν πριν την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας την πόρτα του τέταρτου βαγονιού, ώστε να μην είναι δυνατή η κάθοδος των επιβαινόντων από αυτήν. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς των ανωτέρω τριών συνοδών της αμαξοστοιχίας κατηγορουμένων, αλλά και της αμελούς συμπεριφοράς του σταθμάρχη κίνησης - (που συνίστατο, όπως δέχθηκε αμετάκλητα η 2047/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, στη μη απαγόρευση της εισόδου στα βαγόνια εκείνων που δεν είχαν εισιτήρια και επί πλέον και κυρίως στην μη ανακοίνωση της αναχώρησης της αμαξοστοιχίας από τα μεγάφωνα του σταθμού, ώστε να κατέβουν οι ευρισκόμενοι εντός αυτής που δεν ταξίδευαν και παρά τις απαγορεύσεις είχαν εισέλθει στους χώρους των επιβατών) - ήταν, όταν η αμαξοστοιχία άρχισε να κινείται στην προγραμματισμένη ώρα, οι προαναφερθέντες επιβαίνοντες χωρίς εισιτήρια να μην έχουν αποβιβασθεί έγκαιρα από την αμαξοστοιχία και να βρίσκονται εντός αυτής. Οι τελευταίοι, θορυβηθέντες από το ξεκίνημα της αμαξοστοιχίας, προσέτρεξαν στην πόρτα του βαγονιού προκειμένου να αποβιβασθούν και, επειδή την βρήκαν ανοιχτή προσπάθησαν να κατέβουν από αυτήν. Και ο μεν πολιτικώς ενάγων και ο μάρτυς Γ, κατάφεραν ακινδύνως να κατέβουν από τη θύρα του βαγονιού, η δε Α κατά τη κάθοδο της από τη θύρα έχασε την ισορροπία της επί του κρηπιδώματος, έπεσε στο κενό μεταξύ αυτού και των γραμμών και παρασύρθηκε σε μήκος οκτώ μέτρωνπερίπου από την αμαξοστοιχία, η οποία έβαινε με ταχύτητα 11,230 χλμ/ώρα αντί του κανονικού 10 χλμ/ώρα. Συνεπεία της παράσυρσης αυτής η Α τραυματίσθηκε και υπέστη κατάγματα 5ης και 12ηςπλευρών δεξιά και 4ης έως 12ης αριστερά, ρήξη αορτής, θλάσεις και ρήξεις των πνευμόνων αντίστοιχα προς τα κατάγματα των πλευρών και αιμοθώρακος άμφω, από δε τα τραύματα αυτά επήλθε ο θάνατος της. Να σημειωθεί ότι τον κατά τα άνω υφιστάμενο μεταξύ της επιδειχθείσας από τουςεν λόγω εκκαλούντες -κατηγορουμένους αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο, δεν διέκοψε η συντρέχουσα αμέλεια του προαναφερθέντος Β, ο οποίος και έχει καταδικαστεί με την ως άνω απόφαση για την πράξη της ανθρωποκτονίας της θανούσας από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών με τριετή αναστολή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στέρησε την απόφαση του από την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ελλείψεων και ασαφειών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 και 28 του Π.Κ. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ευθύνη για την ασφάλιση της θύρας του τέταρτου βαγονιού (επί συνόλου εννέα) της αμαξοστοιχίας από την οποία επιχείρησε να αποβιβασθεί η θανούσα, είχε ανατεθεί και στους τρεις ως άνω αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους συνοδούς της αμαξοστοιχίας ή σε κάποιον ή σε κάποιους από αυτούς και ποιους, αφού δεν προκύπτει ποιός από αυτούς ήταν ο συνοδός του τέταρτου βαγονιού της αμαξοστοιχίας και ποίου ή ποίων η παράλειψη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, ούτε, εξάλλου, προσδιορίζονται στην απόφαση τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τον κανονισμό (δηλαδή τον επιτακτικό κανόνα δικαίου) για την ασφάλεια των επιβατών και οι σχετικές οδηγίες του προϊσταμένου της αμαξοστοιχίας που δόθηκαν στους αναιρεσείοντες - συνοδούς ασφαλείας και σε κάθε περίπτωση, αν η αμαξοστοιχία είχε διαθέσιμο μηχανισμό ασφαλείας κλειδώματος των θυρών, ώστε να μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν οι συνοδοί της. Τέλος δεν αιτιολογεί γιατί η υπαίτια συμπεριφορά της θανούσας δεν διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των συνοδών και του θανάτου της, στην περίπτωση μάλιστα που δεν ήταν υποχρεωμένοι οι συνοδοί να χρησιμοποιούν μηχανισμό ασφαλείας, αλλά να προβαίνουν σε απλό κλείσιμο των θυρών.
Έτσι, όμως, από την ασάφεια και τις ελλείψεις αυτές καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων "15 και 302 ΠΚ κατά το βάσιμο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερο λόγο της αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδαφ. β, 370 εδαφ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον ’ρειο Πάγο. Ο τελευταίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδαφ. β του ΚΠΔ. Στην υπόθεση που ερευνάται, η πράξη που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους, φέρεται ότι τελέσθηκε στις 14-2-2000. Από τότε, όπως προκύπτει από το εν χρήση ημερολόγιο, παρήλθε πλήρης οκταετία. Έτσι το αξιόποινο της αναφερόμενης πράξης των κατηγορουμένων, που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, εξαλείφθηκε με παραγραφή. Κατά συνέπεια, πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη αυτών για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τη με αριθμό 13/12-2-2008 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 και τους από 29-8-2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Αναιρεί την 29/8-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία από αμέλεια που τελέσθηκε, στη Θεσσαλονίκη, στις 14-2-2000.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή