Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 796 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Έλλειψη αιτιολογίας βουλεύματος για κακουργηματική απάτη από κοινού. Αναιρεί και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 796/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ....., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΑΝΤΑΛΗΣ Α.Ε. ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ - ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΟΠΟΙΙΑ", που εδρεύει στον ’γιο Παύλο Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1867/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 16/16.1.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 167/11-12-2008 αίτηση της Χ1 κατοίκου ..... για αναίρεση του με αριθμ. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται μετά την γενομένη δεκτή κατ'ουσία η με αριθμ. 36/2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ''Ευάγγελος Τσάνταλης Α.Ε Αμπελουργία - Οινοποιία - Αποσταγματοποιία'' κατ' ουσία κατά του με αριθμ. 10/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που την απάλλασσε από την κατηγορία για απάτη από κοινού με άλλο με ζημία άνω των 73.000 και την παραπέμπει για να δικαστεί για την πράξη αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την κατηγορούμενη δια τής πληρεξούσιας δικηγόρου της η οποία είχε προς τούτο ειδική εντολή η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση αναίρεσης και στρέφεται κατά βουλεύματος που την παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους και πλημμέλειες του πληττόμενου βουλεύματος οι οποίοι είναι α) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας β) Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής παράβασης - εκ πλαγίου παράβαση (άρθρ. 484 & 1 δ και Ε, ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης ότι Α. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απάτης. δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση χωρίς δικές του σκέψεις και η οποία πρόταση με τη σειρά της δεν περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της, και ότι στο βούλευμα αυτό γίνεται γενική παραπομπή στα αποδεικτικά μέσα χωρίς ν'αναφέρονται ειδικά και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που πρόκυψανε από κάθε αποδεικτικό μέσο και περαιτέρω ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό κατά τρόπο αυθαίρετο ότι προκύψανε κατά της αναιρεσείουσας επαρκείς ενδείξεις κατά συμπερασματική κρίση, για την ενίσχυση της οποίας αναφέρονται πράξεις της αναιρεσείουσας μεταγενέστερες των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και οι οποίες μπορεί ενδεχομένως να είναι νέες ψευδείς παραστάσεις αλλά είναι μεταγενέστερες και δεν επηρεάζουν και δεν έχουν σχέση σε καμιά περίπτωση με τη πράξη για την οποία κατηγορείται. Β Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 386 και 45 ΠΚ λόγω του ότι από το εκτιθέμενο στο προσβαλλόμενο αποδεικτικό υλικό δεν προκύπτει συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην πράξη της πράξης της απάτης και ότι η φερόμενη σαν συμμετοχή της είναι αποτέλεσμα συμπερασματικής κρίσης εξαγόμενη από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο της πράξης ήταν διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος τής '' .... ΕΠΕ'' γεγονός που αποτέλεσε και το στοιχείο για την συμπερασματική κρίση της από κοινού με τον συγκατηγορούμενο πράξης της απάτης. και Γ Στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, ειδικώτερα δεν εκτίθενται περιστατικά εκ των οποίων να προκύπτει γνώση και συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην πράξη για την οποία κατηγορείται λόγω του ότι στο προσβαλλόμενο εκτίθεται αναφέρεται και αναλύεται συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου της χωρίς ν'αναφέρονται γ'αυτήν περιστατικά εκ των οποίων να προκύπτει ενεργός συμμετοχή της ή έστω και γνώση της σχετικά με την συμπεριφορά του συγκατηγορουμένου της. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών." Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913 /2000, ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003, ΑΠ 190/2005) Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε ή όταν αυτά εκτίθενται αντιφατικά ή υπάρχει αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, ώστε δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Η δε παραπομπή του βουλεύματος στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αν αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη δηλ. διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά μετά κεφάλαια των κατηγοριών για τις πράξεις για τις οποίες επιλήφθηκε αποτελεί πλήρη αιτιολογία (ΑΠ Ολ. 1127/79 , ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1071/2005ΑΠ 1464/2003,ΑΠ 59/2005 ΑΠ 1416/2000.) Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι, κατά της αναιρεσείουσας και του Χ2 ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη από κοινού με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, και ότι με το με αριθμ. 10/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε ότι κατά τής αναιρεσείουσας δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία λόγω του ότι δεν προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις ενοχής και παρέπεμπε τον Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για την πράξη αυτή. Κατά του βουλεύματος αυτού η εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα άσκησε έφεση κατά του απαλλακτικού μέρους η οποία και έγινε δεκτή και το Συμβούλιο Εφετών με το υπό κρίση βούλευμα έκρινε ότι προέκυπταν επαρκείς ενδείξεις και κατά της αναιρεσείουσας και την παρέπεμπε να δικαστεί μαζί με τον συγκατηγορούμενο της για την πράξη αυτή κρίναν ότι η πράξη αυτή τελέστηκε από κοινού. και από το οποίο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω: Η εταιρεία ''..... ΕΠΕ'' της οποίας η αναιρεσείουσα ήταν κυρία μέτοχος και διαχειρίστρια, το 2004 παρέστησε στην εγκαλούσα ότι είχε παραγγείλει μηχανολογικό εξοπλισμό για την ανανέωση και αντικατάσταση του υπάρχοντος μηχανολογικού εξοπλισμού αξίας 2.200.000 ευρώ και ο οποίος στην πραγματικότητα ανερχόταν μόνο σε 395.000 ευρώ και από τον οποίο εξοπλισμό αυτό μέρος προερχόταν από την ΕΠΕ ''Κορινθιακή Ποτοποιία - Οξοποιία - Οινοποιία ΕΠΕ'' όπως προκύπτει από τιμολόγια της και της οποίας βασικοί εταίροι ήταν η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενος της ο οποίος ήταν και συνδιαχειριστής.
Παρά του ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός ήταν της τάξης των 395.000 ευρώ έστω και με τον συνυπολογισμό στην αξία αυτή και των μηχανημάτων της '' Κορινθιακή Ποτοποιία -Οξοποιία- Οινοποιία ΕΠΕ' ο Χ2 κατόπιν της από κοινού συνεννόησης του με την αναιρεσείουσα η οποία ήταν και η διαχειρίστρια της '' .... ΕΠΕ'', του προβληθέντος ότι ο Χ2 ήταν εν τοις πράγμασι ο μόνος διαχειριστής κριθέντος αβασίμου , παρέστησαν στην εγκαλούσα εταιρεία ότι για την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρείας αυτής είχε εγκριθεί δάνειο από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ποσού 1.700.000 ευρώ η εκταμίευση του οποίου καθυστερούσε λόγω γραφειοκρατικών διαδικασιών και ότι το τίμημα του αγορασθέντος μηχανολογικού εξοπλισμού έπρεπε να πληρωθεί , λόγω του ότι η λειτουργία της εταιρείας '' ...... ΕΠΕ' η οποία τροφοδοτούσε την εγκαλούσε με χύμα κρασί θα ήταν αδύνατη κατά την τρυγητική περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004 και γι'αυτό ζήτησε από αυτήν να τής εκχωρήσει επιταγές πελατών της ή έκδοσης της για να τις προεξοφλήσει, να εισπράξει το τίμημα και να καταβάλλει την αξία των μηχανημάτων. διαβεβαιώνοντας την ότι το ποσό των επιταγών αυτών θα επιστρέφονταν με την μορφή ισοπόσων δίγραμμων επιταγών από χρήματα του εγκεκριμένου δανείου. Περαιτέρω ο Χ2 ανακοίνωσε στην εγκαλούσα ότι λόγω καθυστέρησης εκταμίευσης του δανείου από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ήλθε σε συμφωνία με την Τράπεζα Πειραιώς που βρίσκεται στην ΒΙ.ΠΕ Πατρών για την λήψη δανείου άλλα στην συνέχεια ανακοίνωσε στην εγκαλούσα ότι δεν κατέστη δυνατή η λήψη του λόγω του ότι ο Δ/ντής που ήταν φίλος του απομακρύνθηκε από το κατάστημα αυτό και ότι περαιτέρω αναμένει χρηματοδότηση από τον εις το εξωτερικό ευρισκόμενο φίλο του, όπως και έγκριση δανείου από Ελβετική Τράπεζα ή από δήθεν Ιταλό αγοραστή της '' Κορινθιακής Ποτοποιίας-Οξοποιίας- Οινοποιίας ΕΠΕ'. Τελικά οι 106 επιταγές συνολικού ποσού 2.889.000 τίς οποίες η ΕΠΕ '' ..... ΕΠΕ' τις οποίες είχε δώσει στην εγκαλούσα έναντι της χρηματοδότησης της από αυτήν παρέμειναν απλήρωτες. Στην συνέχεια και εν όψει της μεταξύ τους διαφοράς η αναιρεσείουσα ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της '' ....ΕΠΕ' δέχθηκε την υπογραφή δύο ιδιωτικών συμφωνητικών με τα οποία με το πρώτο δεχόταν και αναγνώριζε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι η ΕΠΕ '' ..... ΕΠΕ'' όφειλε το ποσό των 2.579.000 ευρώ και για πρόσθετη ασφαλεια εξέδωσε 93 επιταγές και με το δεύτερο ότι το χρέος προερχόταν από την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία και περαιτέρω με την ιδιότητα αυτή συνήνεσε για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί δύο ακινήτων της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε αποσιωπώντας συγχρόνως ότι λόγω θανάτου του συζύγου της είχε επέλθει τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας αυτής ως προς την επωνυμία και τα πρόσωπα των εταίρων. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι από τα παραπάνω περιστατικά όσο και από την μεταγενέστερη συμπεριφορά της όπως αναφέρεται και εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα άλλα και από το γεγονός ότι στο απολογητικό της υπόμνημα αναφερόμενη στις συγκεκριμένες κατηγορίες που τις απαγγέλθηκαν σχετικά με την αίτηση δανείου, δέχεται την προσφυγή τους σε δανεισμό από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ και την Τράπεζα Πειραιά όπως και την λήψη δανείου από Ελβετική Τράπεζα προκύπτει ότι αυτή δεν ήταν η απομακρυσμένη και μη έχουσα συμμετοχή στην διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας '' ..... ΕΠΕ' όπως ισχυρίστηκε αλλά ήταν ενεργός διαχειρίστρια και γνώριζε τα πάντα σχετικά με την επιδιωχθείσα χρηματοδότηση για αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού της τάξης των 2.200.000 ευρώ η οποία στην πραγματικότητα ήταν 395.000 ευρώ και ότι μέσα στον μηχανολογικό εξοπλισμό αυτό συμπεριλαμβάνονταν και τιμολόγια για αξία αγορασθέντων μηχανημάτων από την '' Κορινθιακή Ποτοποιία -Οξοποιία- Οινοποιία ΕΠΕ' στην οποία ήταν εταίρος και συνδιαχειριστής. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση του για την παράβαση των άρθρων 386 και 45 ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων της αναιρεσείουσας γιατί επιτρεπτά γίνεται όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η παραπομπή στις σκέψεις τις ενσωματωμένης εισαγγελικής πρότασης εφ'όσον κρίνεται ότι αυτή περιέχει πλήρη και σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Κατ'ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί στην ουσία της.

Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω:
Να απορριφθεί η με αριθμ. 167/11-12-2008 αίτηση της Χ1 κατοίκου ..... για αναίρεση του με αριθμ. 1556/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα την 15-1-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη απ' αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3.6.1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών(ήδη 73000 ευρώ κατά το άρθρο 5 ν 2943/2001). Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. (Ολ. ΑΠ 50/1990). Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται στο βούλευμα με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως. Τέλος όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το 10/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών,1) παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Χ2 για να δικαστεί για την πράξη της απάτης , από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και 2)αποφάνθηκε ότι κατά της αναιρεσείουσας Χ1 δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία για απάτη από κοινού από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Μετά από έφεση που άσκησε η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1556/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση παρέπεμψε και την αναιρεσείουσα να δικαστεί και αυτή μαζί με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό για απάτη από κοινού από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή, καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλων των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία και τις απολογίες των κατηγορουμένων] προέκυψαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πολιτικώς ενάγουσα - εκκαλούσα και εδρεύουσα στον ’γιο Παύλο Χαλκιδικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΑΝΤΑΛΗΣ Α.Ε. ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΟΠΟΙΙΑ" ασχολείται κυρίως με την παραγωγή, παρασκευή και εμπορία κρασιών χύμα και εμφιαλωμένων, από πολλών, δε, ετών διατηρούσε εμπορική συνεργασίά με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" (ήδη "..... Ε.Π.Ε."), η οποία εδρεύει στα .... και της οποία βασική εταίρος και διαχειρίστρια είναι η κατ/νη Χ1. Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής συνεργασίας η δεύτερη εταιρεία ήταν ο βασικός προμηθευτής της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας σε χύμα κοινά κρασιά και σε μαυροδάφνη περιοχής Αχαΐας και για το σκοπό αυτό αγόραζε σταφύλια από την ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας και παρασκεύαζε σε πρώτη φάση κρασί στο ιδιόκτητο εργοστάσιο της στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας, η οποία της έδινε παραγγελίες σε μεγάλες ποσότητες μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την εποχή του τρύγου και σημαντικές χρηματικές προκαταβολές για την πληρωμή των σταφυλοπαραγωγών, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλο πιστωτικό υπόλοιπο (για την εκκαλούσα εταιρεία), επειδή η τιμολόγηση των κρασιών γινόταν με την παράδοση, πολλές φορές και ένα χρόνο μετά. Η απαλλαγείσα κατ/νη και ο παραπεμφθείς συγκατηγορούμενός της ήταν βασικοί εταίροι και της εδρεύουσας στο ....εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ - ΟΞΟΠΟΙΙΑ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΕΠΕ", της οποίας συνδιαχειριστής ήταν ο δεύτερος, προμήθευε δε και αυτή την εκκαλούσα εταιρεία με κρασιά και ήταν πελάτης της σε υποβαθμισμένες ποιότητες κρασιού για την παραγωγή ξυδιού. Το καλοκαίρι του έτους 2004 ο κατ/νος Χ2 ζήτησε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας οικονομική διευκόλυνση, προκειμένου να είναι έτοιμος κατά την περίοδο του τρύγου του έτους αυτού ο νέος σύγχρονος μηχανολογικός εξοπλισμός στο ιδιόκτητο οινοποιείο που διατηρούσε η εταιρεία "..... ΕΠΕ" στη ΒΙ.ΠΕ. Πατρών, παριστώντας του εν γνώσει ψευδή γεγονότα ως αληθή, πάντοτε σε συνεννόηση και με κοινό δόλο με την κατ/νη Χ1, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία, με αποτέλεσμα να πεισθεί η τελευταία και να χρηματοδοτήσει την ανωτέρω ΕΠΕ με παράδοση επιταγών, τις οποίες εξόφλησε, ενώ και οι δύο κατ/νοι της μεταβίβασαν επιταγές συνολικού ποσού 2.889.000 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία. Ειδικότερα, ο κατ/νος Χ2, της παρέστησε ότι η εταιρεία".... ΕΠΕ" είχε παραγγείλει και είχαν ήδη αφιχθεί σύγχρονα μηχανήματα για την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου της, ότι για την αποπληρωμή του συνολικού τιμήματος της αγοράς τους είχε ήδη εγκριθεί δάνειο από την ALPHA ΒΑΝΚ ποσού 1.700.000 ευρώ, η εκταμίευση του οποίου, όμως, καθυστερούσε λόγω γραφειοκρατικών διατυπώσεων και ότι το τίμημα της αγοράς των νέων μηχανημάτων έπρεπε να πληρωθεί οπωσδήποτε, εφόσον, σε αντίθετη περίπτωση ήταν αδύνατη η λειτουργία του εργοστασίου κατά την τρυγητική περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004.
Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε να εκχωρήσει η εκκαλούσα εταιρεία στην ανωτέρω ΕΠΕ ποσό - περίπου 2.000.000 ευρώ σε μεταχρονολογημένες επιταγές έκδοσής της ή πελατών της, προκειμένου να τις προεξοφλήσει στην Τράπεζα και να εισπράξει ποσό 1.500.000 ευρώ περίπου, δηλαδή, ουσιαστικά, να επισπεύσει την εκταμίευση του δήθεν εγκριθέντος δανείου με τη μορφή χρηματοδότησης με ενεχυρίαση επιταγών, διαβεβαιώνοντας ότι το ποσό των επιταγών αυτών θα επιστρεφόταν στην εκκαλούσα εταιρεία με την έκδοση και πληρωμή από την ΕΠΕ ισόποσων δίγραμμων επιταγών που είχαν ημερομηνία δύο ημέρες αργότερα από τις αντίστοιχες κατά ποσό ημερομηνίες των επιταγών έκδοσης της εκκαλούσας εταιρείας, με χρήματα - από το εγκεκριμένο δήθεν ήδη δάνειο, πράγματι δε, η τελευταία εκχώρησε στην ΕΠΕ επιταγές έκδοσής της ή πελατών της και έλαβε αντίστοιχες της ΕΠΕ. Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του έτους 2004 ο παραπεμφθείς κατ/νος ανακοίνωσε στην εκκαλούσα εταιρεία ότι, επειδή καθυστερούσε η εκταμίευση του δανείου από την ALPHA BANK, η ΕΠΕ ήλθε σε συμφωνία με την Τράπεζα Πειραιώς που βρίσκεται στη ΒΙ.ΠΕ Πατρών και ότι εγκρίθηκε η λήψη δανείου από αυτήν του ποσού 2.500.000 ευρώ, έως ότου, το καλοκαίρι του έτους 2.005, δήλωσε ότι η Τράπεζα Πειραιώς απέρριψε το αίτημα για την έγκριση δανείου, επειδή δήθεν αντικαταστάθηκε ο περιφερειακός διευθυντής της, που ήταν προσωπικός φίλος του και ότι αναμένεται η χρηματοδότηση της ΕΠΕ από το εξωτερικό. Οι ψευδείς παραστάσεις συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος του έτους 2005 (δήθεν αναμονή λήψης από τον προσωπικό φίλο του παραπεμφθέντος κατ/νου ...... ποσού 500.000 ευρώ, δήθεν υπέρβαση του ποσού των 2.200.000 ευρώ για τον εκσυγχρονισμό του οινοποιείου της ΕΠΕ, ενώ είχαν αγορασθεί μηχανήματα κατά τα έτη 2001, 2002, 2003 και 2004 και κάποια, μάλιστα, μεταχειρισμένα από την ανωτέρω εταιρεία "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑ - ΟΞΟΠΟΙΙΑ,- ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΕΠΕ", συνολικής αξίας 500.000 ευρώ, δήθεν πώληση από την ".... ΕΠΕ" ενός ακινήτου της στα ..... αξίας 600,000 ευρώ, δήθεν έγκριση δανείου ποσού 3.000.000 ευρώ, από Ελβετική Τράπεζα προς την ΕΠΕ με επιτόκιο 3%, δήθεν επικείμενη αγορά από κάποιον Ιταλό ονόματι ..... του 75% της "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗΣ ΠΟΤΟΠΟΙΙΑΣ - ΟΞΟΠΟΙΙΑΣ - ΟΙΝΟΠΟΙΙΑΣ ΕΠΕ" αντί ποσού 1.500.000 ευρώ, το οποίο θα απεδίδετο στην εκκαλούσα εταιρεία, δήθεν ύπαρξη μίας εταιρείας των κατ/νων στη Γερμανία και επικείμενη πώλησή της αντί ποσού 800.000 - 1.000.000 ευρώ, το οποίο θα απεδίδετο στην εκκαλούσα εταιρεία, δήθεν εξασφάλιση από Τράπεζα με έδρα τα νησιά Cayman νέου δανείου ποσού 3.000.000 ευρώ και τελικά δεν πληρώθηκαν 106 επιταγές έκδοσης της ΕΠΕ συνολικού ποσού 2.889.000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η εκκαλούσα εταιρεία είχε δεχθεί να ανανεωθούν ορισμένες από αυτές και ενώ είχε πληρώσει ισόποσες επιταγές που είχε εκδώσει σε διαταγή της ΕΠΕ. Από την αξιολογική εκτίμηση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής της κατ/νης Χ1 για την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης με αποκομισθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, από κοινού τελεσθείσας με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της Χ2, ενδείξεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες η αποδιδομένη σε βάρος της κατηγορία θα προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν αυτή (κατηγορία) εμφανίζει ίσες πιθανότητες για την ενοχή ή την αθωότητα του κατ/νου (Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, γ' έκδοση, Β' τόμος, σελ. 381, Χρ. Γιώτη Τα Δικαστικά Συμβούλια, Α σελ-40-41). Ειδικότερα, προκύπτει μεν ότι ο κατ/νος Χ2 ήταν εκείνος, ο οποίος για λογαριασμό της εταιρείας "..... ΕΠΕ" είχε τις απαραίτητες επαφές με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας, προκειμένου να αποσπάσει από αυτήν την προαναφερόμενη οικονομική διευκόλυνση (χρηματοδότηση) με τη λήψη των αναφερομένων αναλυτικά στο εκκαλούμενο βούλευμα 106 επιταγών και μετήλθε την προεκτεθείσα απατηλή συμπεριφορά, δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι ενήργησε με τη μέθοδο αυτή, προς το σκοπό λήψης για λογαριασμό της ΕΠΕ και εισροής στο ταμείο της του ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, εν αγνοία και χωρίς τη συναπόφαση της κατ/νης Χ1, βασικής εταίρου με ποσοστό 41,50% της ΕΠΕ και καταστατικής διαχειρίστριας της, εφόσον η τελευταία: α) Την 20-12-2005, ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της ΕΠΕ αυτής συνήψε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με την εκκαλούσα εταιρεία, με το πρώτο από τα οποία αναγνώρισε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι η υπό τη νόμιμη εκπροσώπηση και διαχείριση της ΕΠΕ της όφειλε το ποσό των 2.579.000 ευρώ και για πρόσθετη ασφάλεια της εξέδωσε 93 επιταγές, οι 77 από τις οποίες περιλαμβάνονται στις ανωτέρω 106 (αφού οί υπόλοιπες 16 αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια από άλλες), ενώ με το δεύτερο αναγνώρισε ότι της όφειλε το ποσό των 200.491,72 ευρώ από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία. Η υπογραφή από την ίδια των συμφωνητικών αυτών καταδεικνύει, άλλωστε και το αβάσιμο του ισχυρισμού της ότι δεν είχε γνώση του σκοπού τον οποίο εξεπλήρωναν οι εκδοθείσες επιταγές, αν, δηλαδή, αφορούσαν υποχρέωση προς πληρωμή των αναγραφομένων σ' αυτές ποσών ή εγγύηση για την πληρωμή των ποσών που αναγράφονταν σε αντίστοιχου ύψους και χρόνου επιταγές, τις οποίες είχε λάβει η ΕΠΕ από την εκκαλούσα εταιρεία, β) Την 21-12-2005 παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της ανωτέρω ΕΠΕ "..... ΕΠΕ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνήνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί δύο ακινήτων της υπέρ της εκκαλούσας εταιρείας (σχετ. η υπ' αριθμ. 73838 Σ/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου), καθώς επίσης, την 19-1-2006 με την ανωτέρω ιδιότητα της παραστάθηκε και πάλι αυτοπροσώπως ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση διόρθωσης της προαναφερόμενης απόφασης του (σχετ. η υπ' αριθμ. 3776/2006 απόφαση), γ) Προέβη στις ανωτέρω υπό στοιχ. α, β ενέργειες την 20-12-2005, την 21-12·-2005 και την 19-1-2006, αποκρύπτοντας από την εκκαλούσα εταιρεία ότι λόγω θανάτου του συζύγου της και επίσης εταίρου της ΕΠΕ, είχε επέλθει τροποποίηση του καταστατικού της ως προς την επωνυμία της και τα πρόσωπα των εταίρων η οποία (τροποποίηση) είχε δημοσιευθεί στο υπ' αριθμ. 12576/9-12-2005 ΦΕΚ (τεύχος ανωνύμων εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης), είχε τροποποιηθεί δε, η επωνυμία της εταιρείας σε ".....Ε.Π.Ε.", με εταίρους την ίδια (η οποία παρέμεινε διαχειρίστρια της εταιρείας) κατά ποσοστό 41,50%, τον συγκατηγορούμενό της Χ2 με ποσοστό 33% και τον ..... με ποσοστό 25,50 %. δ) Με το από 17-5-2007 απολογητικό υπόμνημα της ουδόλως επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τις ανωτέρω, φερόμενες ψευδείς παραστάσεις του συγκατηγορουμένου της προς την εκκαλούσα εταιρεία, αλλά, αντιθέτως, τις επικαλέσθηκε και αυτή ("...είχαμε προβεί στην αίτηση λήψης δανείου ύψους 1.700.000 ευρώ από την ALPHA ΒΑΝΚ, η οποία εγκρίθηκε...απευθυνθήκαμε στο υποκατάστημα στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς στην .... και συμφωνήσαμε τη λήψη δανείου ύψους 2.500.000 ευρώ...συμφωνήσαμε με την ελβετική Τράπεζα "Global Doodwill Influence Foundation [Τράπεζα με έδρα τα νησιά Cayman] τη λήψη δανείου ύψους 3.000.000 ευρώ..."). Πρέπει να σημειωθεί, ότι η από τον κατ/νο Χ2 παράσταση των ανωτέρω ψευδών γεγονότων στο νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την κατ/νη Χ1, διήρκεσε, όπως προαναφέρθηκε, από τον Ιούνιο του έτους 2004 έως το τέλος του έτους 2005. Χρόνος τέλεσης της από κοινού κακουργηματικής απάτης, όμως, στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Ιούνιος του έτους 2004, όπως ορθώς δέχθηκε το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα, δεν τελέσθηκε, δηλαδή, η αξιόποινη αυτή] πράξη κατ' εξακολούθηση, εφόσον, σύμφωνα με προαναφερόμενα, η παθούσα εταιρεία παραπλανήθηκε εξαιτίας των παρασταθέντων ψευδών γεγονότων ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2004 και ζημιώθηκε ήδη από τότε κατά το ποσό των 2.889.000 ευρώ με τη λήψη των ανωτέρω μεταχρονολογημένων και μη πληρωθεισών επιταγών, κάποιων από τις οποίες προέβη σε ανανέωση, η δε στη συνέχεια παράσταση και άλλων ψευδών γεγονότων δεν προκάλεσε σ' αυτήν νέα διαφορετική περιουσιακή βλάβη, αλλά κατέτεινε στην διατήρηση του αποκομισθέντος από τους κατηγορουμένους ήδη κατά τον Ιούνιο του έτους 2004 παρανόμου περιουσιακού οφέλους ". Η αιτιολογία όμως αυτή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, διότι κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών υπάρχουν ασάφειες αλλά και αντιφάσεις μεταξύ των παραδοχών και μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος, οι οποίες επίσης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ. Ειδικότερα: 1)Δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά ,από τα οποία να συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα συμμετείχε στην τέλεση της απάτης ως συναυτουργός, 2)Αναφέρεται μόνο ότι ο κατηγορούμενος Χ2 παρέστησε στον εκπρόσωπο της εκκαλούσας εταιρείας τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, "πάντοτε σε συνεννόηση και με κοινό δόλο με την αναιρεσείουσα Χ1, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία" που δεν αποτελεί και παραδοχή του βουλεύματος αλλά ισχυρισμό της εκκαλούσας εταιρείας. Πλέον όμως αυτού μόνο η παραδοχή του κοινού δόλου δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η τέλεση του εγκλήματος της απάτης "από κοινού", αλλά απαιτείται και αντικειμενικά σύμπραξη της αναιρεσείουσας στην εκτέλεση της κύριας πράξης και 3) υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, ως προς τα πρόσωπα των κατηγορουμένων, τα οποία παρέστησαν τα ψευδή γεγονότα σαν αληθινά και συγκεκριμένα, ενώ στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι τις ψευδείς προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανωτέρω εκκαλούσας ανωνύμου εταιρείας διαβεβαιώσεις, παρέστησε μόνος ο κατηγορούμενος Χ2, στο διατακτικό αναφέρεται ότι τις ψευδείς διαβεβαιώσεις προς την ανωτέρω παθούσα παρέστησαν οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 (αναιρεσείουσα), με κοινό δόλο και μετά από συναπόφαση. Έπειτα από αυτά πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1, το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αρ. 1556/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή