Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 294 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Φοροδιαφυγή, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση. Στοιχεία. Πότε διαπράττεται κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Δυνατή η συναυτουργία στη κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου. Οι ειδικές διατάξεις του εγκλήματος της φοροδιαφυγής (18 παρ. 1, 19 του Ν 2523/1997) αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης. Πότε αυτό δεν συμβαίνει. Αιτιολογία βουλεύματος. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Πότε είναι ορισμένοι. Η μη απάντηση (σιωπηρή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, που δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως των βουλευμάτων. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 294/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 433/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 768/2007.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 315/4.9.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 84/26-3-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 433/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2659/06 βούλευμα του, παρέπεμψε και τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 45, 98, 13 στ', 216 παρ. 1 και 3β' του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 216 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999 και το εδ. β' της ιδίας παραγράφου προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του ιδίου Νόμου).
Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 456/2006 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 433/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε αυτή τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκηση της πρόσωπο, διά του προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου του Νικολάου Θεοδ. Κριθαρά, δικηγόρου Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ Ια του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3160/2003. Διαλαμβάνονται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτοί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 484παρ. Ιδ' και στ' ΚΠΔ).
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Ποιν.Xρ. NZ/39, ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/627).
Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ΚΠΔ...
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, με την μορφή καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 1505/2004, Ποιν.Χρ. ΝΕ/622, ΑΠ 858/2004, Ποιν.Χρ. ΝΕ/322, ΑΠ 1753/2003, Ποιν.Χρ. ΝΔ/635 ΑΠ 1303/2003, Ποιv.Χρ. ΝΔ/335). Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ, ή β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ (παρ. 3 αρθ. 216 ΠΚ, ως αντικ. με αρθ. 14 παρ. 2 και 2β' Ν.2721/1999), (δείτε ΑΠ 858/2004, Ποιν.Χρ. ΝΕ/322). Ως περιουσιακό όφελος (επί των ως άνω α' και β περιπτώσεων) νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ ή 15.000 ευρώ αντίστοιχα (ΑΠ 725/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ/59). Στην πλαστογραφία κατά συναυτουργία δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους υλικών πράξεων καθενός συναυτουργού, αλλά αρκεί η γνώση της πρόθεσης του καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης και η βεβαίωση της θέλησης να συμπράξουν (ΑΠ 1117/1998 Ποιν.Χρ. ΜΘ/648 Ολ. ΑΠ 50/1990). Δεν είναι δε αναγκαίο να αιτιολογείται ο δόλος ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του αδικήματος (ΑΠ 544/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/19).
Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (ΑΠ 829/2006, Ποιν. Δικ. 2006, 713, ΑΠ 1174/2005 Ποιν. Δικ. 2005, 1485).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε με του νόμου 2721/1999, ορίζεται ότι αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. Ι, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων (ΑΠ 59/2004, Ποιν.Χρ. ΝΔ/512). Κατά δε την παρ. 2 του αρ. 98 ΠΚ, όπως προστέθηκε με αρ. 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, και στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Ακόμη οι διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του ν. 2523/1957 περί φοροδιαφυγής είναι ειδικές και αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών διατάξεων περί πλαστογραφίας. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων κατατείνει όχι μόνο στη φοροδιαφυγή του δράστη, αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβάρυνσής του, τότε οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας διατάξεων του άρθρου 216 ΠΚ, γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας η οποία πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής, περιέχει και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα αυτού (ΑΠ 1905/2000 Ποιν.Χρ. ΝΑ/820).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 433/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από το συλλεγέν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικό υλικό και δη τις καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα εν συνδυασμό) και προς την απολογία του κατηγορουμένου, Χ1 (ο συγκατηγορούμενός του Χ2 δεν προσήλθε για να απολογηθεί και η κυρία ανάκριση γι αυτόν περατώθηκε με την έκδοση του 18/2005 εντάλματος συλλήψεως η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με τα 2659/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ήδη δε σε εκτέλεση της σχετικής διατάξεως του εν λόγω βουλεύματος κρατείται στη Δικαστική Φυλακή Τρίπολης δυνάμει της 49660/16-10-2006 παραγγελίας μας), και τα διαλαμβανόμενα στην από 18-12-2003 έγκληση της Ψ1 περιστατικά, προέκυψαν τα κάτωθι εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά: Μετά από ελέγχους που πραγματοποίησαν υπάλληλοι του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος(Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής-Τμήμα Δράσης 10°), κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2001 στις εταιρίες "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο "..... Ο.Ε", "Ψ1 &ΣΙΑ Ο.Ε" και ".... ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 186/1992(Κ.Β.Σ.) διαπιστώθηκαν τα εξής: α) Από τον έλεγχο των εταιριών "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε" και "Ψ1 & ΣΙΑ Ο.Ε": Η εταιρία με την επωνυμία "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." με έδρα το Δήμο ......, είχε ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ηλεκτρικών ειδών και συγκεκριμένα σύμφωνα με τα βιβλία και στοιχεία της, την εμπορία κινητών τηλεφώνων. Έκανε έναρξη εργασιών την 20-10-2000 στη Δ.Ο.Υ. ..... με την επωνυμία "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο ".... Ο.Ε". Μέλη αυτής ήταν ο Χ1, ΑΦΜ .... με ποσοστό συμμετοχής 50% και ο Χ2 ΑΦΜ ... (πρόκειται περί του κατηγορουμένου Χ2), με ποσοστό συμμετοχής 50%. Διαχειριστής ορίστηκε ο Χ1. Την 13-9-2001 αποχώρησε το μέλος και διαχειριστής Χ1 και εισήλθε το νέο μέλος Ψ1 Α.Φ.Μ. ....., ως διαχειρίστρια και με ποσοστό συμμετοχής 50%. Ως νέα επωνυμία ορίστηκε "Ψ1 & ΣΙΑ Ο.Ε.". Στα προσκομισθέντα βιβλία είχαν καταχωρηθεί ως τελευταία παραστατικά, αυτά που είχαν εκδοθεί ή ληφθεί μέχρι 31-10-2001. Μετά την ημερομηνία αυτή (31-10-2001) και μέχρι την παραλαβή των βιβλίων και στοιχείων από την Υπηρεσία Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (2-5-2002), δεν εμφανίζεται και δεν έχει καταχωρηθεί άλλο παραστατικό. Από τον έλεγχο των σχετικών φορολογικών στοιχείων(τιμολόγια αγορών) προέκυψε ότι αυτά αφορούν αγορές κινητών τηλεφώνων το έτος 2001 από την επιχείρηση .... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ .... ΑΦΜ ....., τα δε τιμολόγια πωλήσεων, αφορούν πωλήσεις κινητών τηλεφώνων (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) στις ιταλικές επιχειρήσεις ..../IT....., ....../IT .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ..../GE ...... β) Από τον έλεγχο της εταιρίας ..... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕΑΦΜ .....: Πρόκειται για μονοπρόσωπη ΕΠΕ που συστήθηκε το έτος 1998 με έδρα ..... Από 1-11-2000 έγινε μεταφορά έδρας στην οδό ..... Σκοπός της εταιρίας είναι οι εισαγωγές -εξαγωγές, γενικό εμπόριο. Ιδρυτής-εταίρος -διαχειριστής είναι ο Χ2, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου. Στις 19-7-2001 συνεργείο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ μετέβη στην οδό ....., στη δηλωθείσα έδρα της επιχείρησης. Υπήρχε ένα γραφείο ισόγειο το οποίο ήταν μονίμως κλειστό τους τελευταίους μήνες. Στην είσοδο του γραφείου υπήρχε στοιβαγμένη αλληλογραφία και γενικά ο χώρος έδειχνε σημεία εγκατάλειψης. Ο διαχειριστής Χ2 φερόμενος ως κάτοικος ..... αναζητήθηκε αλλά διαπιστώθηκε ότι η οδός .... τερματίζει στον αριθμό 137. Αναζητήθηκε στη διεύθυνση ...., την οποία είχε δηλώσει ως κατοικία του σύμφωνα με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ..... Οι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος Δ2 και Δ1, δήλωσαν ότι πριν από ένα χρόνο περίπου ο Χ2 νοίκιασε το ισόγειο διαμέρισμα ως επαγγελματική εγκατάσταση (έδρα της Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ στην οποία συμμετέχει κατά 50%) και ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε αυτό και ως κατοικία του. Τον τελευταίο καιρό όμως έπαυσε να χρησιμοποιεί το διαμέρισμα αυτό ως κατοικία. Σημειώνεται δε ότι στο κουδούνι του διαμερίσματος ανέγραφε το όνομα "ΑΓΓΕΛΟΣ". Κατά την επιτόπια έρευνα της Δ.Ο.Υ. .... στην οδό ...., στις 16-11-2001, διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση δεν λειτουργούσε και από πληροφορίες του διαχειριστή της πολυκατοικίας και της ιδιοκτήτριας του πλαϊνού καταστήματος ΠΡΟΠΟ, της αυτής πολυκατοικίας, το συγκεκριμένο κατάστημα ήταν πάντα κλειστό, και δεν έβλεπαν κανένα να το ανοίγει για χρονικό διάστημα πλέον του ενός έτους. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου I1, δήλωσε ότι ο ενοικιαστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ του όφειλε ενοίκια δύο μηνών και αδυνατούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Επίσης αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε στην διεύθυνση ....., όπου είχε δηλωθεί και αυτή ως διεύθυνση κατοικίας, σύμφωνα με το ..... αντίγραφο βιβλίου Αδικημάτων-Συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος Ν. Σμύρνης. Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας δήλωσε ότι ο Χ2 διέμενε σε ισόγειο διαμέρισμα με στοιχεία 1-2 από το οποία έφυγε προ ενός έτους και πλέον. Τελικά ο Χ2 εντοπίστηκε στις 22-4-2002 από συνεργείο ελέγχου του ΣΔΟΕ στην οδό ..... και συγκεκριμένα σε γραφείο στο πρώτο όροφο όπου είχε αναρτήσει πινακίδα με την επωνυμία ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ. Προηγουμένως είχε δηλώσει στη Δ.Ο.Υ. .... απώλεια των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως του λόγω κλοπής στις .... μαζί με το μισθωμένο όχημα ..... εντός του οποίου υπήρχαν αυτά. Ο εν λόγω διαπιστώθηκε ότι κατείχε πλαστή άδεια παραμονής αλλοδαπού ...... Ο Χ2 εκτός από την ως άνω ΕΠΕ είναι και ομόρρυθμο μέλος στις επιχειρήσειςΨ1 & ΣΙΑ ΟΕ (πρώην Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ) και.... ΟΕ, με αντικείμενο δραστηριότητας εμπορία κινητών τηλεφώνων. Η ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ δεν είχε υποβάλει συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών και προμηθευτών σε καμία χρήση. Η εν λόγω εταιρία (....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ) κατά το έτος 2001 πραγματοποίησε ενδοκοινοτικές αγορές από τις αλλοδαπές επιχειρήσεις ....... Πραγματικές ποσότητες κινητών τηλεφώνων που αγόρασε από τις επιχειρήσεις που εδρεύουν σε χώρες μέλη της ΕΕ, επωλήθησαν στην επιχείρηση GLOBALFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕΒΕ Τατοΐου 112 Μεταμόρφωση Αττικής. Την παραλαβή των αγαθών αυτών από το αεροδρόμιο των Αθηνών πραγματοποίησε ο υπάλληλος της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "Χ1", Υ1 με το ΦΙΧ .... ιδιοκτησίας της εν λόγω επιχείρησης ως και το ..... ιδιοκτησίας της επιχείρησης "Χ1 ΟΕ" .... Ωσαύτως ο Υ2, υπάλληλος του Χ1, κατέθεσε ότι προσλήφθηκε σαν οδηγός από τον Χ1 αρχές του έτους 2000 και εργάστηκε μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2001. Στην αρχή μετέφερε ψάρια και μετά κινητά τηλέφωνα. Συνήθως τα φόρτωνε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ή από διάφορες μεταφορικές εταιρίες υπογράφοντας τα σχετικά παραστατικά και τα μετέφερε απ' ευθείας στους πελάτες που κατά κύριο λόγο ήταν η GLOBALFON. Τα κινητά τηλέφωνα τα έπαιρνε για λογαριασμό της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ που θεωρούσε ότι ήταν ιδιοκτησία του Χ1. Για τις μεταφορές κινητών τηλεφώνων, πληρωμές που έκανε έπαιρνε εντολές και χρήματα από τον Χ1. Τον δε Χ2 δεν τον γνώριζε. Η ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ εκτός από τα δελτία αποστολής-τιμολόγια πωλήσεως που εξέδωκε προς την επιχείρηση GLOBALFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕΒΕ Τατοΐου 112 Μεταμόρφωση Αττικής, εξέδωκε και σωρεία άλλων δελτίων αποστολής-τιμολογίων πωλήσεως, στα οποία εμφανίζονται πωλήσεις κινητών τηλεφώνων χωρίς να έχει αντίστοιχες, αγορές για τα είδη αυτά. Μεταξύ των επιχειρήσεων προς τις οποίες εξέδωκε δελτία αποστολής τιμολόγια πώλησης όπου εμφανίζονται πωλήσεις κινητών τηλεφώνων, χωρίς να έχει αντίστοιχες αγορές για τα είδη αυτά, περιλαμβάνεται και η επιχείρηση "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ", η οποία εν συνεχεία εξέδιδε δελτίο αποστολής με τόπο φόρτωσης τη διεύθυνση ......, με σκοπό διακίνησης την πώληση(ενδοκοινοτική παράδοση), στις Ιταλικές επιχειρήσεις ...../IT ...., ..../IT .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ...../GE ..... Οι πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) που διενήργησε η επιχείρηση "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ" αναφέρονται στις συνημμένες καταστάσεις με αριθμό 3 και 3α, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης του ΣΔΟΕ που περιέχεται στην δικογραφία. Οι συναλλαγές που έγιναν μέχρι και την 13-9-2001, έγιναν καθόσον ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της ΟΕ ήταν ο Χ1. Οι συναλλαγές που έγιναν μετά την ημερομηνία αυτή, έγιναν καθόσον νόμιμος εκπρόσωπος ήταν η Ψ1 και είναι οι εξής: α) Αγορές από την ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ με τα ..... και .... ΔΑ-ΤΑ, συνολικής αξίας 143.983.000 δραχμών (υπολογιζόμενου και του Φ.Π.Α. ποσού 10.713.600 +11.250.000 =21.963.000 δραχμών), τα οποία εξοφλήθηκαν με μετρητά και β) πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) από την ελεγχόμενη επιχείρηση με τα ..., .... και .... ΔΑ-ΤΑ στην Ιταλική επιχείρηση ...../IT .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ....../GE ....., συνολικής αξίας 123.130.008 δραχμών, και τα οποία εξοφλήθηκαν με μετρητά. Για τις συναλλαγές των δύο ως άνω περιπτώσεων επισημαίνονται τα εξής: Οι πωλήσεις αυτές είναι εικονικές. Τα κινητά τηλέφωνα δεν έφυγαν ποτέ από την Ελλάδα, δεν μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Οι πωλήσεις έγιναν χωρίς να υπολογιστεί Φ.Π.Α. στα τιμολόγια που εξέδωσε λόγω ενδοκοινοτικής παράδοσης, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για επιστροφή του Φ.Π.Α. των εισροών τους, δηλαδή του Φ.Π.Α. των τιμολογίων αγορών από την ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, (ποσού 10.713.600 +11.250.000 = 21.963.000 δραχμών). Τα τιμολόγια πωλήσεων(ενδοκοινοτικών παραδόσεων) της ελεγχόμενης επιχείρησης είναι και αυτά εικονικά καθότι οι πωλήσεις της προέρχονται από εικονικές αγορές. Ενισχυτικό στοιχείο της εικονικότητας αυτών αποτελεί και ο τρόπος πληρωμής των εμπορευμάτων από τις ξένες επιχειρήσεις, καθότι και αυτές εμφανίζονται να πληρώνουν μόνο με μετρητά στην Ελλάδα και όχι με εμβάσματα μέσω τραπεζών. Ειδικά στην περίπτωση της Ιταλικής επιχείρησης ....., οι Ιταλικές οικονομικές αρχές, σύμφωνα με το με αριθμ. πρωτ. ....έγγραφό τους, διενεργώντας έλεγχο, διαπίστωσαν ότι οι συσκευασίες που έπρεπε να περιέχουν τα τηλέφωνα ήταν άδειες. Τα κινητά τηλέφωνα επομένως ουδέποτε μεταφέρθηκαν στην Ιταλία.
Οι ξένες επιχειρήσεις για να καλύψουν το έλλειμμα, δεδομένου ότι ουδέποτε παρέλαβαν κινητά τηλέφωνα, εξέδωσαν τιμολόγια πωλήσεως με τα οποία φέρεται ότι πούλησαν τα κινητά τηλέφωνα σε έλληνες επιτηδευματίες, οι οποίοι όπως διαπιστώθηκε από τους σχετικούς ελέγχους είναι εξαφανισμένες επιχειρήσεις και δεν έχουν ανταποκριθεί στις φορολογικές υποχρεώσεις των. Οι Ιταλικές αρχές στο ίδιο έγγραφο αναφέρουν ότι η μεταφορά από την Ιταλία προς την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε από μία Ιταλική μεταφορική εταιρία και ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τη μεταφορική εταιρία στην .... σχετίζονταν με ανύπαρκτες μεταφορές.
Από τις διαδοχικές πωλήσεις των κινητών τηλεφώνων (στροβιλισμός συναλλαγών)(πώληση από την ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ στην επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ, πώληση από την Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ στις επιχειρήσεις ...../IT ...., ...../IT .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ...../GE ....., πώληση από τις ξένες επιχειρήσεις πάλι στην Ελλάδα και μάλιστα σε επιχειρήσεις εξαφανισμένες), δεν αποδόθηκε από καμία ελληνική επιχείρηση Φ.Π.Α. και φόρος εισοδήματος στο Ελληνικό Δημόσιο. Σημειώνεται ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ στη χρήση 2001 έλαβε επιστροφές Φ.Π.Α σύμφωνα με τα τηρούμενα βιβλία της, ύψους 301.395.300 δραχμών.
Κατά συνέπεια η ελεγχόμενη επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της εικονικά τιμολόγια αγορών κινητών τηλεφώνων με Φ.Π.Α. από την ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, προκειμένου εν συνεχεία διενεργήσει εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις (πωλήσεις) των κινητών τηλεφώνων, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία προϋποθέσεων για επιστροφή του Φ.Π.Α. των αγορών της. Επί τη βάσει της σχετικής εκθέσεως ελέγχου του ΣΔΟΕ εκδόθηκε κατά της εταιρίας Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ και κατ' επέκταση στο ομόρρυθμο μέλος αυτής Ψ1, η ...... απόφαση επιβολής προστίμου της Δ.Ο.Υ. ...., δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε πρόστιμο 6.851.689.000 δραχμών για τις σχετικές παραβάσεις του Κ.Β.Σ. και δη για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και την καταχώρηση στα βιβλία της εταιρίας των στοιχείων, αυτών, που αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές. Κατά το χρονικό διάστημα που διαχειρίστρια της εταιρίας ήταν η Ψ1 εκδόθηκαν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα εικονικά φορολογικά στοιχεία για: α) Αγορές από την....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ με τα ..... και ..... ΔΑ-ΤΑ, συνολικής αξίας 143.983.000 δραχμών, β) πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) από την ελεγχόμενη επιχείρηση με τα ...., .... και .... δελτία αποστολής στην Ιταλική επιχείρηση ...../IT .... καθώς και -στη Γερμανική- επιχείρηση GA.MA ...../GE ....., συνολικής αξίας 123.130.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη εν προκειμένω καθώς και η κατηγορία που απαγγέλθηκε στους κατηγορουμένους αφορά μόνο τα φορολογικά αυτά στοιχεία, ενώ για την έκδοση των λοιπών εικονικών φορολογικών στοιχείων το εκκαλούμενο βούλευμα διαβίβασε διέταξε να διαβιβαστούν αντίγραφα της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για τις δικές του περαιτέρω ενέργειες κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ.
Η Ψ1 στην από 18-12-2003 έγκληση της κατά των Φ1, Χ1 και Χ2 διατείνεται ότι κατά το έτος 2001 αναζητούσε εργασία οποιασδήποτε μορφής και η εξαδέλφη της Φ1 την έφερε σε επαφή με τους Χ1 και Χ2, οι οποίοι και την προσέλαβαν ως καθαρίστρια και συσκευάστρια των δεμάτων παραγγελιών στην εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ" που είχε την έδρα της στον ...... Οι ανωτέρω μετά την πρόσληψή της, την έπεισαν να εισέλθει στην εταιρία αυτή ως συνεταίρος και στις 11-9-2001 υπέγραψε αυτή ένα δακτυλογραφημένο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, τροποποίηση ομορρύθμου εταιρίας, δυνάμει του οποίου ο Χ1 της μεταβίβασε τη μερίδα συμμετοχής του εκ ποσοστού 50% στην εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ". Με το συμφωνητικό αυτό συμφωνήθηκε η είσοδος στην εταιρία της ανωτέρω εγκαλούσας, με συμμετοχή σ' αυτήν κατά ποσοστό 50%, ως ομορρύθμου μέλους αλλά και διαχειρίστριας της εταιρίας, της οποίας η επωνυμία έγινε "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ", ενώ ο διακριτικός τίτλος παρέμεινε "....", καθώς και η από μέρους, της ανάληψη όλων των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων της εταιρίας που είχαν δημιουργηθεί από τη σύστασή της και μέχρι την είσοδό της (11-9-2001) και η απαλλαγή του Χ1 από οποιαδήποτε υποχρέωση του που είχε δημιουργηθεί ή θα προέκυπτε από την εταιρική σχέση. Από την είσοδό της όμως στη εταιρία και μετά οι Χ1 και Χ2 εξαφανίστηκαν και έπαυσαν να προσέρχονται στην επί της οδού ..... έδρα της εταιρίας, η εγκαλούσα δεν ανέλαβε καμία εργασία, ουδεμία συναλλαγή πραγματοποιήθηκε, δεν διακινήθηκαν εμπορεύματα, δεν εμφανίστηκαν πελάτες, δεν εισεπράχθη κανένα χρηματικό ποσό. Στις 15-10-2001 προσήλθε αύτη στη Δ.Ο.Υ. ....., πληροφορηθείσα ότι την αναζητούν και εκεί της ζητήθηκε να προσκομίσει τα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας τα οποία όμως αύτη δεν είχε στην κατοχή της αφού ουδέποτε της παραδόθηκαν από τους Χ1 και Χ2. Από την .... Πράξη Παράδοσης και Παραλαβής Λογιστικών Βιβλίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βέννη, προκύπτει ότι κατά δήλωση των Χ1 και Ψ1, που υπογράφουν την πράξη αυτή, τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας παραδόθηκαν στις 19-9-2001, στα γραφεία της εταιρίας από τον Χ1 στη νέα διαχειρίστρια Ψ1, η οποία όμως ισχυρίζεται ότι παρά τη σύνταξη της τοιαύτης πράξεως, όπου δηλώνει ότι έλαβε χώρα η παράδοση των βιβλίων, στην πραγματικότητα δεν παρέλαβε ποτέ τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας. Από δε την με ημεροχρονολογία 18-10-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Δικαστικής Γραφολόγου Γ1, η οποία διορίστηκε Πραγματογνώμων με την 476/18-8-2005 διάταξη της ανακρίτριας του 10ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών προκειμένου να γνωμοδοτήσει εάν η υπογραφή στις ...., ...., .... αποδείξεις είσπραξης, στα ...., ..... δελτία αποστολής και στα ...., .... και ....ολής, έχει τεθεί δια χειρός της Ψ1, προκύπτει ότι οι υπογραφές στα φορολογικά αυτά παραστατικά στοιχεία δεν έχουν τεθεί με το χέρι της Ψ1. Η τελευταία, με την ως άνω αναφερομένη έγκληση της απέδωσε την πλαστογραφία των ως άνω φορολογικών στοιχείων τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2. Στην ίδια ως άνω αναφερομένη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης συμπεραίνεται ότι οι υπογραφές στις ...., ...., .... αποδείξεις είσπραξης, στα ...., ..... δελτία αποστολής και στα ...., .... και .... δελτία αποστολής, δεν συνδέονται γραφολογικώς με τη γραφή και υπογραφή του Χ1, αποκλείοντας έτσι και αυτόν από τυχόν συντάκτη των εν λόγω υπογραφών. Το Συμβούλιο όμως Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προαναφερόμενο εκκαλούμενο βούλευμα του, παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Χ1, δεχόμενο ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής κατ' αυτού για την πλαστογράφηση των ως άνω αναφερομένων φορολογικών στοιχείων, των φερομένων ως εκδοθέντων δήθεν υπό τηςΨ1. Φρονώ ότι πράγματι προκύπτουν εν προκειμένω αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος Χ1 δεδομένου ότι εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι: α) Η Ψ1 εισήλθε για πολύ λίγο χρονικό διάστημα στην ως άνω εταιρία και μολονότι ορίστηκε ως διαχειρίστρια αυτής, η είσοδός της ήτο τυπική, αφού δεν προκύπτει ότι αυτή εισέφερε εξ ιδίων κεφάλαιο για τη συμμετοχή της, ούτε ότι κατέβαλε στον Χ1 το ποσό των 500.000 δραχμών, που αποτελούσε την εισφορά του τελευταίου στην εταιρία, την οποία ούτος φέρεται να της μεταβιβάζει κατά την σύνταξη του από 11-9-2001 ιδιωτικού εγγράφου τροποποίησης της ομορρύθμου εταιρίας, β) Οι εταίροι Χ1 και Χ2 μετά την τοιαύτη τροποποίηση εξαφανίστηκαν, γεγονός που προκύπτει τόσο από την έγκληση και τις καταθέσεις της Ψ1 όσον και από την ως άνω αναφερομένη έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ στην οποία αναφέρεται ότι οι ιδιοκτήτες του επί της οδού ..... ισογείου διαμερίσματος, στο οποίο είχε την έδρα της η εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ" που εν συνεχεία τροποποιήθηκε σε "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ" ενημέρωσαν τους ελεγκτές ότι ο Χ2, ο οποίος χρησιμοποιούσε το διαμέρισμα αυτό και ως κατοικία, το είχε εγκαταλείψει και είχε παύσει τους τελευταίους μήνες να προσέρχεται σε αυτό. γ) Από την .... Πράξη Παράδοσης και Παραλαβής Λογιστικών Βιβλίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βέννη, προκύπτει ότι η παράδοση των λογιστικών βιβλίων από τον Χ1 στην Ψ1 δεν έλαβε χώρα ενώπιον του Συμβολαιογράφου, αλλά φέρεται λαβούσα χώρα εκτός του Συμβολαιογραφείου, την προηγουμένη ημέρα (19-9-2001) κατά δήλωση των ανωτέρω, η δε Ψ1 αρνείται ότι παρέλαβε τα βιβλία αυτά. δ) Η διενέργεια εικονικών ενδοκοινοτικών παραδόσεων (πωλήσεων) των κινητών τηλεφώνων, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία προϋποθέσεων για επιστροφή του Φ.Π.Α. των αγορών, είχε αρχίσει προ της τυπικής εισόδου της Ψ1 στην ως άνω αναφερομένη εταιρία, όπως προκύπτει από τις .... και ..... ειδικές εκθέσεις ελέγχου του Σώματος δίωξης Οικονομικού εγκλήματος. Ειδικότερα από τις εκθέσεις αυτές προκύπτει ότι στις εικονικές αυτές ενδοκοινοτικές παραδόσεις προέβη όχι μόνο η εταιρία "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ" αλλά και η εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ", και η ατομική επιχείρηση Χ1. Ειδικότερα και στις περιπτώσεις αυτές χρησιμοποιήθηκε η εταιρία....ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ Μονοπρόσωπη ΕΠΕ ...., καθώς και oι επιχειρήσεις ..../IT ...., ..../IT ..... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση .... GΕ. Συνάγεται επομένως ότι οι εκκαλούντες Χ1 και Χ2, συνιστούσαν εταιρίες με σκοπό όπως εκδίδουν εικονικά φορολογικά στοιχεία και δημιουργούν διαδοχικές πωλήσεις κινητών τηλεφώνων (στροβιλισμό συναλλαγών) (πώληση από την ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ στην ατομική επιχείρηση του Χ1 καθώς και στις λοιπές ως άνω αναφερόμενες εταιρίες, εικονική πώληση από τις τελευταίες στις επιχειρήσεις ..../IT ...., ...../IT ..... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ..../GE ....., εικονική πώληση από τις ξένες επιχειρήσεις πάλι στην Ελλάδα και μάλιστα σε επιχειρήσεις εξαφανισμένες), και με τη μέθοδο αυτή δεν αποδόθηκε από καμία ελληνική επιχείρηση Φ.Π.Α. και φόρος εισοδήματος στο Ελληνικό Δημόσιο. Η επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ, σύμφωνα με τα προλεχθέντα στη χρήση 2001 έλαβε επιστροφές Φ.Π.Α. σύμφωνα με τα τηρούμενα βιβλία της, ύψους 301.395.300 δραχμών, ενώ η ατομική επιχείρηση του Χ1 στη χρήση 2001 έλαβε επιστροφές Φ.Π.Α. 221.401.816 δραχμών. Τελευταία αίτηση για επιστροφή πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. ποσού 10.713.600 δραχμών(αντιστοιχεί στο .... Δελτίο Αποστολής -Τιμολόγιο Πώλησης της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ), υπεβλήθη στην Δ.Ο.Υ. .... στις 12-10-2001 (βλ. σχετ. το .... έγγραφο της Δ.Ο.Υ. .... προς τον ανακριτή του 10ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών), η δε αίτηση αυτή φέρει σφραγίδα της εταιρίας Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ ως και υπογραφή πλην όμως δεν προκύπτει αν υπεβλήθη υπό της ανωτέρω ή υπό άλλου προσώπου. Στην εν λόγω αίτηση αναγράφεται και αριθμός λογαριασμού αλλά και η Τράπεζα (ΕΡΓΑΣΙΑΣ) στην οποία ο αιτών ζητεί να κατατεθεί το επιστραφέν ποσό, σε πίστωση του σχετικού λογαριασμού. Μεταξύ της .... ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ..., και της εταιρίας "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ" (μετέπειτα "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ") ως και της ατομικής επιχειρήσεως Χ1 υπήρχε στενότατη σχέση αφού από τις ως άνω εκθέσεις ελέγχου προκύπτει ότι εμπορεύματα της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ μεταφέρονταν με μεταφορικά μέσα του Χ1 τα οποία οδηγούσαν υπάλληλοι του, ενώ σε τιμολόγια προμηθευτών (....) αλλά και σε αλληλογραφία διεθνών μεταφορικών εταιριών (....) αναγράφεται το όνομα του Χ1. Οι δε υπάλληλοι του Χ1, Υ1 και Υ2 κατά την εξόφληση των τιμολογίων πώλησης που γινόταν με επιταγές τραπεζών υπέγραφαν στις σχετικές αποδείξεις είσπραξης, ε) Οι κατηγορούμενοι προφανώς αντελήφθησαν ότι συνεργείο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ μετέβη στις 19-7-2001 στην έδρα της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ για διενέργεια ελέγχου στις ενδοκοινοτικές παραδόσεις (βλ. σχετ. την .... έκθεση ελέγχου σελ. 3) και έσπευσαν και κατήρτισαν το ως άνω αναφερόμενο έγγραφο τροποποίησης της ομορρύθμου εταιρίας, δυνάμει του οποίου κατέστησαν διαχειρίστρια την εγκαλούσα Ψ1, με σκοπό προφανώς να εκδοθούν σε βάρος αυτής τα σχετικά πρόστιμα από τις μέχρι τότε εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις εταιρίας "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ" (μετέπειτα "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ") και προκειμένου να θεμελιώσουν έτσι περαιτέρω την ευθύνη αυτής έναντι της φορολογικής αρχής προέβησαν και στην έκδοση και περαιτέρω φορολογικών στοιχείων και δη για: α) Αγορές από την ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ με τα ... και .... ΔΑ-ΤΑ, συνολικής αξίας 143.983.000 δραχμών, β) πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) από την ελεγχόμενη επιχείρηση με τα ..., .... και .... δελτία αποστολής στην Ιταλική επιχείρηση ..../IT .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ...GE ...., συνολικής αξίας 123.130.000 δραχμών, στα οποία τέθηκε η υπογραφή της Ψ1, εν αγνοία της και παρά τη θέληση της, μετά από συναπόφαση του εκκαλούντος και του συγκατηγορουμένου του Χ2, ως ορθά δέχεται και το εκκαλούμενο βούλευμα, προφανώς υπό παρενθέτου αγνώστου προσώπου, εφόσον η γραφολογική έκθεση αποκλείει τον εκκαλούντα, Χ1. Ενόψει των δεδομένων αυτών οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος Χ1 περί του ότι είναι άσχετος με την κατάρτιση των ως άνω πλαστών φορολογικών στοιχείων είναι αβάσιμος. Επί τη βάσει δε των προεκτεθέντων προκύπτουν επίσης αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ2. Η δε κατάρτιση των πλαστών αυτών στοιχείων αποτελεί πλαστογραφία και όχι παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 και 19 του Ν. 2523/19-97 τα οπαία ορίζουν ότι: "Αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α....." (άρθρ. 18) και "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το εάν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών" (άρθρ. 19) δεδομένου ότι ο εκκαλών και ο συγκατηγορούμενός του με τις παραπάνω ενέργειες τους δηλ. με την κατάρτιση των πλαστών στοιχείων είχαν σκοπό όχι μόνον την επιστροφή Φ.Π.Α. αλλά και την πρόκληση βλάβης στην εγκαλούσα Ψ1, οπότε οι ως άνω αναφερόμενες ειδικές διατάξεις περί φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν την γενική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ (ΑΠ 1302/2003 Ποιν Δικ. 2003 σελ. 1202, ΑΠ 619/2003 Ποιν. Δικ. 2003 σελ. 1203 επ., Συμβ. ΑΠ 1905/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ σελ. 820).
Η επανειλημμένη κατάρτιση των πλαστών στοιχείων έγινε προς πορισμό εισοδήματος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Από δε την επανειλημμένη έκδοση των πλαστών αυτών στοιχείων επ' ονόματι της Ψ1 αλλά και από την έκδοση σε προγενέστερο χρόνο σωρείας εικονικών ή και πλαστών επίσης φορολογικών στοιχείων προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητας των. Κατά συνέπεια, επί τη βάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικαστούν για την ως άνω αναφερόμενη αξιόποινο πράξη για την οποία διώκονται και οι εφέσεις των κατά του εν λόγω βουλεύματος πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, να επικυρωθεί δε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Τα δε έξοδα της ποινικής διαδικασίας διακοσίων δέκα (210, 00) ευρώ να επιβληθούν σε βάρος ενός εκάστου των εκκαλούντων (αρθρ. 583παρ.1 ΚΠΔ όπως αντικ. από το άρθρο 55 παρ.1 του Ν. 3160/2003 εν συνδ. προς αρθρ. 3 παρ.3 του Ν. 663/1977 και την 134423 ΟΙΚ/1992 Απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης και Οικονομικών και αρθρ. 5 παρ.4 του Ν. 2943/2001).
Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της πλαστογραφίας από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση για το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που το θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την παραπομπή του αναιρεσείοντος, και εντεύθεν για την κατ'ουσία απόρριψη ως αβασίμου της εφέσεως αυτού. Είναι συνεπώς αβάσιμη η αίτηση αναίρεσης αναφορικά με τον πρώτο λόγο αυτής της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. Ιδ' ΚΠΔ). Περαιτέρω αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1στ' ΚΠΔ), διότι από τις διατάξεις των άρθρων 61 και 139 ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως ή τέτοιο ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών και ότι η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα και σε περίπτωση απορρίψεως να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου τα παραπάνω έχουν εφαρμογή και επί βουλευμάτων (δείτε ΑΠ 2380/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ/896).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 456/30-10-2006 εφέσεως και του συνυποβληθέντος σχετικού υπομνήματος του αναιρεσείοντος που παραδεκτώς επισκοπείται, δεν υπέβαλε ο τελευταίος αίτημα αναβολής, αλλά απλά ανέφερε ότι "η ανακριτική διαδικασία έπρεπε να αναβληθεί κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ μέχρι περαιώσεως της φορολογικής διαφοράς" η οποία άλλωστε δεν προέκυψε από δική του πρωτοβουλία. Δεν είχε συνεπώς υποχρέωση το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών να αιτιολόγηση την μη αναβολή στην έκδοση του εκκαλουμένου βουλεύματος του. Κατά τα λοιπά με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και με την πρόφαση έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 474/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ/152).
Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ'αριθ. 84/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά του υπ'αριθ. 433/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 4 Ιουλίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη 84/26-3-2007 έκθεση αναίρεσης του Χ1, κατά του 433/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση αυτού κατά του 2659/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 45, 98, 13 στ', 216 παρ. 1 και 3β' του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 216 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999 και το εδ. β' της ιδίας παραγράφου προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του ιδίου Νόμου), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ ή των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή στη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των επί μέρους υλικών πράξεων καθενός συναυτουργού, αλλά αρκεί η γνώση της πρόθεσης του καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης και η βεβαίωση της θέλησης να συμπράξουν (Ολ. ΑΠ 50/1990). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, το έγκλημα της φοροδιαφυγής διαπράττει και όποιος, εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., κατά δε το δε το άρθρο 19 του ίδιου νόμου και όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία. Πλαστό θεωρείται το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου, ενώ εικονικό θεωρείται και όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής. Οι ειδικές αυτές διατάξεις, που αναφέρονται στην αξιόποινη φοροδιαφυγή, αποκλείουν την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ. Αν όμως η κατάρτιση των πλαστών φορολογικών στοιχείων ή η απατηλή ενέργεια του δράστη κατατείνει όχι μόνο στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων ή στην πρόκληση και άλλης περαιτέρω ζημίας του Δημοσίου ή στον προσπορισμό και άλλου οφέλους του, εκτός της μειώσεως ή αποφυγής της φορολογικής επιβάρυνσής του, τότε οι ειδικές διατάξεις περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν εξολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας και απάτης διατάξεων των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, γιατί τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής στην περίπτωση αυτή δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας ή απάτης, οι οποίες, πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής, περιέχουν και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα αυτού (δράστη). (Ολ. ΑΠ 283/89). Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών (Ολ. ΑΠ 1/2005, Ολ. ΑΠ 19/2001). Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Η πιο πάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστικό συμβούλιο από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί, κατά τα προεκτεθέντα, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Περαιτέρω, σχετικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε επικαλεσθεί προς θεμελίωσή τους, αλλά και το χρόνο και τον τρόπο (με απολογία, υπόμνημα, ένδικο μέσο), με το οποίο τους προέβαλε, για να μπορεί να κριθεί από τον ’ρειο Πάγο, αν, όπως προτάθηκαν, ήταν πλήρεις και ορισμένοι, ώστε να χρήζουν αιτιολογημένης απαντήσεως. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιωπηρή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία, όμως, θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως όταν συμβεί κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία (510 παρ.1 στοιχ. β ΚΠΔ), όχι και όταν συμβεί κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία. Τούτο δε, διότι η κατά ο άρθρο 170 παρ.2 έλλειψη ακροάσεως δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 του ίδιου Κώδικα διαλαμβανόμενους λόγους αναιρέσεως, προβαλλόμενος δε ο σχετικός λόγος, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, ισχυρισμός ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστικό συμβούλιο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ..β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ΚΠΔ. είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ' όλον ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Μετά από ελέγχους που πραγματοποίησαν υπάλληλοι του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής-Τμήμα Δράσης 10°), κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2001 στις εταιρίες "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο ".... Ο.Ε", "Ψ1 & ΣΙΑ Ο.Ε" και ".... ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 186/1992 (Κ.Β.Σ.) διαπιστώθηκαν τα εξής: α) Από τον έλεγχο των εταιριών "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε" και "Ψ1 & ΣΙΑ Ο.Ε". Η εταιρία με την επωνυμία "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." με έδρα το Δήμο ...., είχε ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ηλεκτρικών ειδών και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα βιβλία και στοιχεία της, την εμπορία κινητών τηλεφώνων. Έκανε έναρξη εργασιών την 20-10-2000 στη Δ.Ο.Υ. ..... με την επωνυμία "Χ1 & ΣΙΑ Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο ".... Ο.Ε". Μέλη αυτής ήταν ο Χ1, ΑΦΜ .... με ποσοστό συμμετοχής 50% και ο Χ2 ΑΦΜ ..... (πρόκειται περί του κατηγορουμένου Χ2), με ποσοστό συμμετοχής 50%. Διαχειριστής ορίστηκε ο Χ1. Την 13-9-2001 αποχώρησε το μέλος και διαχειριστής Χ1 και εισήλθε το νέο μέλος Ψ1 Α.Φ.Μ. ....., ως διαχειρίστρια και με ποσοστό συμμετοχής 50%. Ως νέα επωνυμία ορίστηκε "Ψ1 & ΣΙΑ Ο.Ε.". Στα προσκομισθέντα βιβλία είχαν καταχωρηθεί ως τελευταία παραστατικά, αυτά που είχαν εκδοθεί ή ληφθεί μέχρι 31-10-2001. Μετά την ημερομηνία αυτή (31-10-2001) και μέχρι την παραλαβή των βιβλίων και στοιχείων από την Υπηρεσία Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (2-5-2002), δεν εμφανίζεται και δεν έχει καταχωρηθεί άλλο παραστατικό. Από τον έλεγχο των σχετικών φορολογικών στοιχείων (τιμολόγια αγορών) προέκυψε ότι αυτά αφορούν αγορές κινητών τηλεφώνων το έτος 2001 από την επιχείρηση ..... ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ΑΦΜ ....., τα δε τιμολόγια πωλήσεων, αφορούν πωλήσεις κινητών τηλεφώνων (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) στις ιταλικές επιχειρήσεις .... /ΙΤ ...., ..../ΙΤ .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση .... / ...... β) Από τον έλεγχο της εταιρίας .... ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕΑΦΜ .....: Πρόκειται για μονοπρόσωπη ΕΠΕ που συστήθηκε το έτος 1998 με έδρα ...... Από 1-11-2000 έγινε μεταφορά έδρας στην οδό ...... Σκοπός της εταιρίας είναι οι εισαγωγές -εξαγωγές, γενικό εμπόριο. Ιδρυτής-εταίρος -διαχειριστής είναι ο Χ2, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου. Στις 19-7-2001 συνεργείο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ μετέβη στην οδό ....., στη δηλωθείσα έδρα της επιχείρησης. Υπήρχε ένα γραφείο ισόγειο, το οποίο ήταν μονίμως κλειστό τους τελευταίους μήνες. Στην είσοδο του γραφείου υπήρχε στοιβαγμένη αλληλογραφία και γενικά ο χώρος έδειχνε σημεία εγκατάλειψης. Ο διαχειριστής Χ2, φερόμενος ως κάτοικος ....., αναζητήθηκε, αλλά διαπιστώθηκε ότι η οδός .... τερματίζει στον αριθμό 137. Αναζητήθηκε στη διεύθυνση ..... την οποία είχε δηλώσει ως κατοικία του, σύμφωνα με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001, που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ..... Οι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος Δ2 και Δ1, δήλωσαν ότι πριν από ένα χρόνο περίπου ο Χ2 νοίκιασε το ισόγειο διαμέρισμα ως επαγγελματική εγκατάσταση (έδρα της Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ, στην οποία συμμετέχει κατά 50%) και ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε αυτό και ως κατοικία του. Τον τελευταίο καιρό όμως έπαυσε να χρησιμοποιεί το διαμέρισμα αυτό ως κατοικία. Σημειώνεται δε ότι στο κουδούνι του διαμερίσματος ανέγραφε το όνομα "ΑΓΓΕΛΟΣ". Κατά την επιτόπια έρευνα της Δ.Ο.Υ. ....., στις 16-11-2001, διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση δεν λειτουργούσε και από πληροφορίες του διαχειριστή της πολυκατοικίας και της ιδιοκτήτριας του πλαϊνού καταστήματος ΠΡΟΠΟ, της αυτής πολυκατοικίας, το συγκεκριμένο κατάστημα ήταν πάντα κλειστό, και δεν έβλεπαν κανένα να το ανοίγει για χρονικό διάστημα πλέον του ενός έτους. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου I1, δήλωσε ότι ο ενοικιαστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ του όφειλε ενοίκια δύο μηνών και αδυνατούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Επίσης αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε στην διεύθυνση ..... όπου είχε δηλωθεί και αυτή ως διεύθυνση κατοικίας, σύμφωνα με το ..... αντίγραφο βιβλίου Αδικημάτων-Συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος Ν. Σμύρνης. Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας δήλωσε ότι ο Χ2 διέμενε σε ισόγειο διαμέρισμα με στοιχεία 1-2 από το οποία έφυγε προ ενός έτους και πλέον. Τελικά ο Χ2 εντοπίστηκε στις 22-4-2002 από συνεργείο ελέγχου του ΣΔΟΕ στην οδό ..... αριθμ. 235 στη Νέα Σμύρνη και συγκεκριμένα σε γραφείο στο πρώτο όροφο όπου είχε αναρτήσει πινακίδα με την επωνυμία ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ. Προηγουμένως είχε δηλώσει στη Δ.Ο.Υ. .... απώλεια των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως του λόγω κλοπής στις ..... μαζί με το μισθωμένο όχημα ....., εντός του οποίου υπήρχαν αυτά. Ο εν λόγω διαπιστώθηκε ότι κατείχε πλαστή άδεια παραμονής αλλοδαπού ..... Ο Χ2, εκτός από την ως άνω ΕΠΕ, είναι και ομόρρυθμο μέλος στις επιχειρήσεις Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ (πρώην Χ2 & ΣΙΑ ΟΕ) και ..... & ΣΙΑ ΟΕ, με αντικείμενο δραστηριότητας εμπορία κινητών τηλεφώνων. Η ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ δεν είχε υποβάλει συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών και προμηθευτών σε καμία χρήση. Η εν λόγω εταιρία (...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ) κατά το έτος 2001 πραγματοποίησε ενδοκοινοτικές αγορές από τις αλλοδαπές επιχειρήσεις ....... Πραγματικές ποσότητες κινητών τηλεφώνων που αγόρασε από τις επιχειρήσεις που εδρεύουν σε χώρες μέλη της ΕΕ, επωλήθησαν στην επιχείρηση GLOBALFON ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕΒΕ Τατοΐου 112 Μεταμόρφωση Αττικής. Την παραλαβή των αγαθών αυτών από το αεροδρόμιο των Αθηνών πραγματοποίησε ο υπάλληλος της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "Χ1", Υ1 με το ΦΙΧ ..... ιδιοκτησίας της εν λόγω επιχείρησης ως και το ...., ιδιοκτησίας της επιχείρησης "Χ1 ΟΕ". Ωσαύτως ο Υ2, υπάλληλος του Χ1, κατέθεσε ότι προσλήφθηκε σαν οδηγός από τον Χ1 αρχές του έτους 2000 και εργάστηκε μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2001. Στην αρχή μετέφερε ψάρια και μετά κινητά τηλέφωνα. Συνήθως τα φόρτωνε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ή από διάφορες μεταφορικές εταιρίες, υπογράφοντας τα σχετικά παραστατικά και τα μετέφερε απ' ευθείας στους πελάτες που κατά κύριο λόγο ήταν η GLOBALFON. Τα κινητά τηλέφωνα τα έπαιρνε για λογαριασμό της ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, που θεωρούσε ότι ήταν ιδιοκτησία του Χ1. Για τις μεταφορές κινητών τηλεφώνων, πληρωμές που έκανε, έπαιρνε εντολές και χρήματα από τον Χ1. Τον δε Χ2 δεν τον γνώριζε. Η ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, εκτός από τα δελτία αποστολής-τιμολόγια πωλήσεως που εξέδωκε προς την επιχείρηση GΙΟΒΑLFΟΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕΒΕ Τατοΐου 112 Μεταμόρφωση Αττικής, εξέδωκε και σωρεία άλλων δελτίων αποστολής-τιμολογίων πωλήσεως, στα οποία εμφανίζονται πωλήσεις κινητών τηλεφώνων χωρίς να έχει αντίστοιχες αγορές για τα είδη αυτά. Μεταξύ των επιχειρήσεων προς τις οποίες εξέδωκε δελτία αποστολής τιμολόγια πώλησης, όπου εμφανίζονται πωλήσεις κινητών τηλεφώνων, χωρίς να έχει αντίστοιχες αγορές για τα είδη αυτά, περιλαμβάνεται και η επιχείρηση "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ", η οποία εν συνεχεία εξέδιδε δελτίο αποστολής με τόπο φόρτωσης τη διεύθυνση ....., με σκοπό διακίνησης την πώληση (ενδοκοινοτική παράδοση), στις Ιταλικές επιχειρήσεις .... /ΙΤ ...., ..../ΙΤ ..... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση GΑ.ΜΑ .... /GE ..... Οι πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) που διενήργησε η επιχείρηση "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ" αναφέρονται στις συνημμένες καταστάσεις με αριθμό 3 και 3α, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έκθεσης του ΣΔΟΕ που περιέχεται στην δικογραφία. Οι συναλλαγές που έγιναν μέχρι και την 13-9-2001, έγιναν καθόσον ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της ΟΕ ήταν ο Χ1. Οι συναλλαγές που έγιναν μετά την ημερομηνία αυτή, έγιναν καθόσον νόμιμος εκπρόσωπος ήταν η Ψ1 και είναι οι εξής: α) Αγορές από την ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ με τα .... και .... ΔΑΤΑ, συνολικής αξίας 143.983.000 δραχμών (υπολογιζόμενου και του Φ.Π.Α. ποσού 10.713.600 + 11.250.000 =21.963.000 δραχμών), τα οποία εξοφλήθηκαν με μετρητά και β) πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) από την ελεγχόμενη επιχείρηση με τα ...., .... και .... ΔΑ-ΤΑ στην Ιταλική επιχείρηση ...../ΙΤ .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση GΑ.ΜΑ .... /GE ....., συνολικής αξίας 123.130.008 δραχμών, και τα οποία εξοφλήθηκαν με μετρητά. Για τις συναλλαγές των δύο ως άνω περιπτώσεων επισημαίνονται τα εξής: Οι πωλήσεις αυτές είναι εικονικές. Τα κινητά τηλέφωνα δεν έφυγαν ποτέ από την Ελλάδα, δεν μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Οι πωλήσεις έγιναν χωρίς να υπολογιστεί Φ.Π.Α. στα τιμολόγια που εξέδωσε, λόγω ενδοκοινοτικής παράδοσης, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για επιστροφή του Φ.Π.Α. των εισροών τους, δηλαδή του Φ.Π.Α. των τιμολογίων αγορών από την ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, (ποσού 10.713.600 +11.250.000=21.963.000 δραχμών). Τα τιμολόγια πωλήσεων (ενδοκοινοτικών παραδόσεων) της ελεγχόμενης επιχείρησης είναι και αυτά εικονικά, καθότι οι πωλήσεις της προέρχονται από εικονικές αγορές. Ενισχυτικό στοιχείο της εικονικότητας αυτών αποτελεί και ο τρόπος πληρωμής των εμπορευμάτων από τις ξένες επιχειρήσεις, καθότι και αυτές εμφανίζονται να πληρώνουν μόνο με μετρητά στην Ελλάδα και όχι με εμβάσματα μέσω τραπεζών. Ειδικά στην περίπτωση της Ιταλικής επιχείρησης ...., οι Ιταλικές οικονομικές αρχές, σύμφωνα με το με αριθμ. πρωτ. .... έγγραφο τους, διενεργώντας έλεγχο, διαπίστωσαν ότι οι συσκευασίες που έπρεπε να περιέχουν τα τηλέφωνα ήταν άδειες. Τα κινητά τηλέφωνα επομένως ουδέποτε μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Οι ξένες επιχειρήσεις, για να καλύψουν το έλλειμμα, δεδομένου ότι ουδέποτε παρέλαβαν κινητά τηλέφωνα, εξέδωσαν τιμολόγια πωλήσεως, με τα οποία φέρεται ότι πούλησαν τα κινητά τηλέφωνα σε έλληνες επιτηδευματίες, οι οποίοι, όπως διαπιστώθηκε από τους σχετικούς ελέγχους, είναι εξαφανισμένες επιχειρήσεις και δεν έχουν ανταποκριθεί στις φορολογικές υποχρεώσεις των. Οι Ιταλικές αρχές στο ίδιο έγγραφο αναφέρουν ότι η μεταφορά από την Ιταλία προς την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε από μία Ιταλική μεταφορική εταιρία και ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τη μεταφορική εταιρία στην .... σχετίζονταν με ανύπαρκτες μεταφορές. Από τις διαδοχικές πωλήσεις των κινητών τηλεφώνων (στροβιλισμός συναλλαγών) (πώληση από την ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ στην επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ, πώληση από την Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ στις επιχειρήσεις ..... /ΙΤ ...., ...../ΙΤ .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ..... /GE ..., πώληση από τις ξένες επιχειρήσεις πάλι στην Ελλάδα και μάλιστα σε επιχειρήσεις εξαφανισμένες), δεν αποδόθηκε από καμία ελληνική επιχείρηση Φ.Π.Α. και φόρος εισοδήματος στο Ελληνικό Δημόσιο. Σημειώνεται ότι η ελεγχόμενη επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ, στη χρήση 2001, έλαβε επιστροφές Φ.Π.Α., σύμφωνα με τα τηρούμενα βιβλία της, ύψους 301.395.300 δραχμών. Κατά συνέπεια η ελεγχόμενη επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της εικονικά τιμολόγια αγορών κινητών τηλεφώνων με Φ.Π.Α. από την ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ, προκειμένου εν συνεχεία να διενεργήσει εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις (πωλήσεις) των κινητών τηλεφώνων, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία προϋποθέσεων για επιστροφή του Φ.Π.Α. των αγορών της. Επί τη βάσει της σχετικής εκθέσεως ελέγχου του ΣΔΟΕ εκδόθηκε κατά της εταιρίας Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ και κατ' επέκταση στο ομόρρυθμο μέλος αυτής Ψ1, η .... απόφαση επιβολής προστίμου της Δ.Ο.Υ. ...., δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε πρόστιμο 6.851.689.000 δραχμών για τις σχετικές παραβάσεις του Κ.Β.Σ. και δη για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και την καταχώρηση στα βιβλία της εταιρίας των στοιχείων, αυτών, που αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές. Κατά το χρονικό διάστημα που διαχειρίστρια της εταιρίας ήταν η Ψ1 εκδόθηκαν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα εικονικά φορολογικά στοιχεία για: α) Αγορές από την ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ με τα .... και .... ΔΑ-ΤΑ, συνολικής αξίας 143.983.000 δραχμών, β) πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) από την ελεγχόμενη επιχείρηση με τα ...., .... και .... δελτία αποστολής στην Ιταλική επιχείρηση ..../ΙΤ ..... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ...., συνολικής αξίας 123.130.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη εν προκειμένω καθώς και η κατηγορία που απαγγέλθηκε στους κατηγορουμένους αφορά μόνο τα φορολογικά αυτά στοιχεία, ενώ για την έκδοση των λοιπών εικονικών φορολογικών στοιχείων το εκκαλούμενο βούλευμα διέταξε να διαβιβαστούν αντίγραφα της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για τις δικές του περαιτέρω ενέργειες, κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ. Η Ψ1 στην από 18-12-2003 έγκληση της κατά των Φ1, Χ1 και Χ2 διατείνεται ότι κατά το έτος 2001 αναζητούσε εργασία οποιασδήποτε μορφής και η εξαδέλφη της Φ1 την έφερε σε επαφή με τους Χ1 και Χ2, οι οποίοι και την προσέλαβαν ως καθαρίστρια και συσκευάστρια των δεμάτων παραγγελιών στην εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ" που είχε την έδρα της στον .... Οι ανωτέρω, μετά την πρόσληψή της, την έπεισαν να εισέλθει στην εταιρία αυτή ως συνεταίρος και στις 11-9-2001 υπέγραψε αυτή ένα δακτυλογραφημένο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, τροποποίηση ομορρύθμου εταιρίας, δυνάμει του οποίου ο Χ1 της μεταβίβασε τη μερίδα συμμετοχής του εκ ποσοστού 50% στην εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ". Με το συμφωνητικό αυτό συμφωνήθηκε η είσοδος στην εταιρία της ανωτέρω εγκαλούσας, με συμμετοχή σ' αυτήν κατά ποσοστό 50%, ως ομορρύθμου μέλους αλλά και διαχειρίστριας της εταιρίας, της οποίας η επωνυμία έγινε "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ", ενώ ο διακριτικός τίτλος παρέμεινε "....", καθώς και η από μέρους, της ανάληψη όλων των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων της εταιρίας που είχαν δημιουργηθεί από τη σύσταση της και μέχρι την είσοδο της (11-9-2001) και η απαλλαγή του Χ1 από οποιαδήποτε υποχρέωσή του που είχε δημιουργηθεί ή θα προέκυπτε από την εταιρική σχέση. Από την είσοδο της όμως στη εταιρία και μετά, οι Χ1 και Χ2 εξαφανίστηκαν και έπαυσαν να προσέρχονται στην επί της οδού ......, έδρα της εταιρίας, η εγκαλούσα δεν ανέλαβε καμία εργασία, ουδεμία συναλλαγή πραγματοποιήθηκε, δεν διακινήθηκαν εμπορεύματα, δεν εμφανίστηκαν πελάτες, δεν εισεπράχθη κανένα χρηματικό ποσό. Στις 15-10-2001 προσήλθε αύτη στη Δ.Ο.Υ. ...., πληροφορηθείσα ότι την αναζητούν και εκεί της ζητήθηκε να προσκομίσει τα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας, τα οποία όμως αύτη δεν είχε στην κατοχή της, αφού ουδέποτε της παραδόθηκαν από τους Χ1 και Χ2. Από την ..... Πράξη Παράδοσης και Παραλαβής Λογιστικών Βιβλίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βέννη, προκύπτει ότι κατά δήλωση των Χ1 και Ψ1, που υπογράφουν την πράξη αυτή, τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας παραδόθηκαν στις 19-9-2001, στα γραφεία της εταιρίας από τον Χ1 στη νέα διαχειρίστρια Ψ1, η οποία όμως ισχυρίζεται ότι, παρά τη σύνταξη της τοιαύτης πράξεως, όπου δηλώνει ότι έλαβε χώρα η παράδοση των βιβλίων, στην πραγματικότητα δεν παρέλαβε ποτέ τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας. Από δε την με ημεροχρονολογία 18-10-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Δικαστικής Γραφολόγου Γ1, η οποία διορίστηκε Πραγματογνώμων με την 476/18-8-2005 διάταξη της ανακρίτριας του 10ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου να γνωμοδοτήσει εάν η υπογραφή στις ...., ....., ....αποδείξεις είσπραξης, στα ...., ..... δελτία αποστολής και στα ...., .... και .... δελτία αποστολής, έχει τεθεί δια χειρός της Ψ1, προκύπτει ότι οι υπογραφές στα φορολογικά αυτά παραστατικά στοιχεία δεν έχουν τεθεί με το χέρι της Ψ1. Η τελευταία, με την ως άνω αναφερομένη έγκλησή της, απέδωσε την πλαστογραφία των ως άνω φορολογικών στοιχείων τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2. Στην ίδια ως άνω αναφερομένη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης συμπεραίνεται ότι οι υπογραφές στις ..., ..., .... αποδείξεις είσπραξης, στα...., .... δελτία αποστολής και στα ...., .... και .... δελτία αποστολής, δεν συνδέονται γραφολογικώς με τη γραφή και υπογραφή του Χ1, αποκλείοντας έτσι και αυτόν από τυχόν συντάκτη των εν λόγω υπογραφών. Το Συμβούλιο όμως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το προαναφερόμενο εκκαλούμενο βούλευμα του, παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Χ1, δεχόμενο ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής κατ' αυτού για την πλαστογράφηση των ως άνω αναφερομένων φορολογικών στοιχείων, των φερομένων ως εκδοθέντων δήθεν υπό της Ψ1..... Πράγματι προκύπτουν εν προκειμένω αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος Χ1, δεδομένου ότι εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι: α) Η Ψ1 εισήλθε για πολύ λίγο χρονικό διάστημα στην ως άνω εταιρία και, μολονότι ορίστηκε ως διαχειρίστρια αυτής, η είσοδος της ήτο τυπική, αφού δεν προκύπτει ότι αυτή εισέφερε εξ ιδίων κεφάλαιο για τη συμμετοχή της, ούτε ότι κατέβαλε στον Χ1 το ποσό των 500.000 δραχμών, που αποτελούσε την εισφορά του τελευταίου στην εταιρία, την οποία ούτος φέρεται να της μεταβιβάζει κατά την σύνταξη του από 11-9-2001 ιδιωτικού εγγράφου τροποποίησης της ομορρύθμου εταιρίας, β) Οι εταίροι Χ1 και Χ2, μετά την τοιαύτη τροποποίηση, εξαφανίστηκαν, γεγονός που προκύπτει τόσο από την έγκληση και τις καταθέσεις της Ψ1 όσον και από την ως άνω αναφερομένη έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ, στην οποία αναφέρεται ότι οι ιδιοκτήτες του επί της οδού .... ισογείου διαμερίσματος, στο οποίο είχε την έδρα της η εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ", που εν συνεχεία τροποποιήθηκε σε "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ", ενημέρωσαν τους ελεγκτές ότι ο Χ2, ο οποίος χρησιμοποιούσε το διαμέρισμα αυτό και ως κατοικία, το είχε εγκαταλείψει και είχε παύσει τους τελευταίους μήνες να προσέρχεται σε αυτό. γ) Από την ... Πράξη Παράδοσης και Παραλαβής Λογιστικών Βιβλίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βέννη, προκύπτει ότι η παράδοση των λογιστικών βιβλίων από τον Χ1 στην Ψ1 δεν έλαβε χώρα ενώπιον του Συμβολαιογράφου, αλλά φέρεται λαβούσα χώρα εκτός του Συμβολαιογραφείου, την προηγουμένη ημέρα (19-9-2001) κατά δήλωση των ανωτέρω, η δε Ψ1 αρνείται ότι παρέλαβε τα βιβλία αυτά. δ) Η διενέργεια εικονικών ενδοκοινοτικών παραδόσεων (πωλήσεων) των κινητών τηλεφώνων, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία προϋποθέσεων για επιστροφή του Φ.Π.Α. των αγορών, είχε αρχίσει προ της τυπικής εισόδου της Ψ1 στην ως άνω αναφερομένη εταιρία, όπως προκύπτει από τις ... και .... ειδικές εκθέσεις ελέγχου του Σώματος δίωξης Οικονομικού εγκλήματος. Ειδικότερα, από τις εκθέσεις αυτές προκύπτει ότι στις εικονικές αυτές ενδοκοινοτικές παραδόσεις προέβη όχι μόνο η εταιρία "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ" αλλά και η εταιρία "Χ1 & ΣΙΑ ΟΕ", και η ατομική επιχείρηση Χ1. Ειδικότερα και στις περιπτώσεις αυτές χρησιμοποιήθηκε η εταιρία ....ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ Μονοπρόσωπη ΕΠΕ , καθώς και οι επιχειρήσεις ..../ΙΤ ....., ..../ΙΤ .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ... GE. Συνάγεται επομένως ότι οι εκκαλούντες Χ1 και Χ2, συνιστούσαν εταιρίες με σκοπό όπως εκδίδουν εικονικά φορολογικά στοιχεία και δημιουργούν διαδοχικές πωλήσεις κινητών τηλεφώνων (στροβιλισμό συναλλαγών) (πώληση από την ...ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ στην ατομική επιχείρηση του Χ1 καθώς και στις λοιπές ως άνω αναφερόμενες εταιρίες, εικονική πώληση από τις τελευταίες στις επιχειρήσεις .... /ΙΤ ...., ..../ΙΤ .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση .....GE/ ...., εικονική πώληση από τις ξένες επιχειρήσεις πάλι στην Ελλάδα και μάλιστα σε επιχειρήσεις εξαφανισμένες), και με τη μέθοδο αυτή δεν αποδόθηκε από καμία ελληνική επιχείρηση Φ.Π.Α. και φόρος εισοδήματος στο Ελληνικό Δημόσιο. Η επιχείρηση Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, στη χρήση 2001 έλαβε επιστροφές Φ.Π.Α. σύμφωνα με τα τηρούμενα βιβλία της, ύψους 301.395.300 δραχμών, ενώ η ατομική επιχείρηση του Χ1 στη χρήση 2001, έλαβε επιστροφές Φ.Π.Α., 221.401.816 δραχμών. Τελευταία αίτηση για επιστροφή πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. ποσού 10.713.600 δραχμών(αντιστοιχεί στο ..... Δελτίο Αποστολής -Τιμολόγιο Πώλησης της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ), υπεβλήθη στην Δ.Ο.Υ..... στις 12-10-2001 (βλ. σχετ. το ..... έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ... προς τον ανακριτή του 10ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών), η δε αίτηση αυτή φέρει σφραγίδα της εταιρίας Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ ως και υπογραφή, πλην όμως δεν προκύπτει αν υπεβλήθη υπό της ανωτέρω ή υπό άλλου προσώπου. Στην εν λόγω αίτηση αναγράφεται και αριθμός λογαριασμού, αλλά και η Τράπεζα (ΕΡΓΑΣΙΑΣ), στην οποία ο αιτών ζητεί να κατατεθεί το επιστραφέν ποσό, σε πίστωση του σχετικού λογαριασμού. Μεταξύ της .... ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΠΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ ....., και της εταιρίας "Χ1& ΣΙΑ ΟΕ" (μετέπειτα"Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ") ως και της ατομικής επιχειρήσεως Χ1 υπήρχε στενότατη σχέση, αφού, από τις ως άνω εκθέσεις ελέγχου, προκύπτει ότι εμπορεύματα της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕμεταφέρονταν με μεταφορικά μέσα του Χ1 τα οποία οδηγούσαν υπάλληλοι του, ενώ σε τιμολόγια προμηθευτών (....), αλλά και σε αλληλογραφία διεθνών μεταφορικών εταιριών (.....) αναγράφεται το όνομα του Χ1. Οι δε υπάλληλοι του Χ1, Υ1 και Υ2, κατά την εξόφληση των τιμολογίων πώλησης που γινόταν με επιταγές τραπεζών, υπέγραφαν στις σχετικές αποδείξεις είσπραξης, ε) Οι κατηγορούμενοι προφανώς αντελήφθησαν ότι συνεργείο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ μετέβη στις 19-7-2001 στην έδρα της ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ για διενέργεια ελέγχου στις ενδοκοινοτικές παραδόσεις (βλ. σχετ. την .... έκθεση ελέγχου σελ. 3) και έσπευσαν και κατήρτισαν το ως άνω αναφερόμενο έγγραφο τροποποίησης της ομορρύθμου εταιρίας, δυνάμει του οποίου κατέστησαν διαχειρίστρια την εγκαλούσα Ψ1, με σκοπό προφανώς να εκδοθούν σε βάρος αυτής τα σχετικά πρόστιμα από τις μέχρι τότε εικονικές ενδοκοινοτικές παραδόσεις εταιρίας "Χ1 & ΣΙΑ Ο Ε" (μετέπειτα "Ψ1 & ΣΙΑ ΟΕ") και προκειμένου να θεμελιώσουν έτσι περαιτέρω την ευθύνη αυτής έναντι της φορολογικής αρχής προέβησαν και στην έκδοση και περαιτέρω φορολογικών στοιχείων και δη για: α) Αγορές από την ....ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ με τα .... και ..... ΔΑ-ΤΑ, συνολικής αξίας 143.983.000 δραχμών, β) πωλήσεις (ενδοκοινοτικές παραδόσεις) από την ελεγχόμενη επιχείρηση με τα ...., .... και .... δελτία αποστολής στην Ιταλική επιχείρηση ...../ΙΤ .... καθώς και στη Γερμανική επιχείρηση ...., συνολικής αξίας 123.130.000 δραχμών, στα οποία τέθηκε η υπογραφή της Ψ1, εν αγνοία της και παρά τη θέλησή της, μετά από συναπόφαση του εκκαλούντος και του συγκατηγορουμενου του Χ2, ως ορθά δέχεται και το εκκαλούμενο βούλευμα, προφανώς υπό παρένθετου αγνώστου προσώπου, εφόσον η γραφολογική έκθεση αποκλείει τον εκκαλούντα, Χ1. Ενόψει των δεδομένων αυτών, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος Χ1 περί του ότι είναι άσχετος με την κατάρτιση των ως άνω πλαστών φορολογικών στοιχείων είναι αβάσιμοι. Επί τη βάσει δε των προεκτεθέντων, προκύπτουν επίσης αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ2. Η δε κατάρτιση των πλαστών αυτών στοιχείων αποτελεί πλαστογραφία και όχι παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 και 19 του Ν. 2523/19-97 τα οπoία ορίζουν ότι "Αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α" (άρθρ. 18) και "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία; ανεξάρτητα από το εάν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών" (άρθρ. 19) δεδομένου ότι ο εκκαλών και ο συγκατηγορούμενός του με τις παραπάνω ενέργειες τους, δηλ. με την κατάρτιση των πλαστών στοιχείων είχαν σκοπό όχι μόνον την επιστροφή Φ.Π.Α. αλλά και την πρόκληση βλάβης στην εγκαλούσα Ψ1, οπότε οι ως άνω αναφερόμενες ειδικές διατάξεις περί φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζουν την γενική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ (ΑΠ 1302/2003 Ποιν Δικ. 2003 σελ. 1202, ΑΠ 619/2003 Ποιν. Δικ. 2003 σελ. 1203 εττ., Συμβ. ΑΠ 1905/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ σελ. 820). Η επανειλημμένη κατάρτιση των πλαστών στοιχείων έγινε προς πορισμό εισοδήματος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Από δε την επανειλημμένη έκδοση των πλαστών αυτών στοιχείων επ' ονόματι της Ψ1, αλλά και από την έκδοση σε προγενέστερο χρόνο σωρείας εικονικών ή και πλαστών επίσης φορολογικών στοιχείων, προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς των. Κατά συνέπεια, επί τη βάσει των ανωτέρω ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα παρέπεμψε τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την ως άνω αναφερόμενη αξιόποινο πράξη για την οποία διώκονται καιοι εφέσεις των κατά του εν λόγω βουλεύματος πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, να επικυρωθεί δε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του......".
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού (με τον συγκατηγορούμενό του Χ2) από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 45, 98, 13 στ', 216 παρ. 1 και 3β' του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 216 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999 και το εδ. β' της ιδίας παραγράφου προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του ιδίου Νόμου). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος (καθώς και του συγκατηγορουμένου του Χ2) κατά του πρωτοδίκου 2659/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το ίδιο Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού, με την επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, εκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των ενόρκως και ανωμοτί εξετασθέντων μαρτύρων, τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα εν συνδυασμό και προς την απολογία του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος Χ1 (ο συγκατηγορούμενός του Χ2 του δεν προσήλθε για να απολογηθεί). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο, ούτε την εξουσία του υπερέβη. Ειδικότερα ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι προεχόντως φορολογική και θα έπρεπε να κριθή πρώτα από τα Διοικητικά Δικαστήρια, όπου ήδη εκκρεμεί, και μετά ταύτα να ασχοληθή η ποινική Δικαιοσύνη, και ότι "παρά το νόμιμα υποβληθέν αίτημά του, κατ' άρθρ. 60, 61, 62 Κωδ.Ποιν.Δικ, οι Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές δεν ερεύνησαν το θέμα, αλλ' ούτε και τα υπ' αυτού προσβληθέντα βουλεύματα έδωσαν απάντηση επί του αιτήματός του, τουτέστιν, περί αναστολής της ποινικής διαδικασίας, ουδέ ηρεύνησαν καθ'οιονδήποτε τρόπον, ως ώφειλον, την βασιμότητα των ισχυρισμών του. Αντίθετα σιγή διήλθον του τεθέντος νομίμου και βάσιμου αιτήματός του", ενώ, όπως ισχυρίζεται, απέδειξε ότι κατά της επίμαχης έκθεσης του ΣΔΟΕ έχει ασκήσει νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 8-12-2003 προσφυγή του, η οποία και εκκρεμεί ενώπιον των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων Πειραιά, και, συνεπώς θα έπρεπε το Συμβούλιο Εφετών, κατ' άρθρο 61 Κ.Π.Δ., να αναστείλει κάθε διαδικασία μέχρις περαιώσεως της φορολογικής διαφοράς και, με το να τον παραπέμψει στο ακροατήριο, ενήργησε, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του. Ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ του ΚΠΔ λόγος αυτός αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών, είναι αβάσιμος, αφού για την πιο πάνω πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, δεν απαιτείται από το νόμο να προηγηθεί οποιαδήποτε απόφαση των Διοικητικών Δικαστηρίων. Εξάλλου, η εμπεριεχόμενη στον πιο πάνω λόγο αναίρεσης αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Συμβούλιο Εφετών παρέλειψε να αποφανθεί επί νομίμως προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του με το πιο πάνω περιεχόμενο, ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, εκτιμώμενος, δεν θεμελιώνει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ, κατά την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία, ενώ, εκτιμώμενος ως λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη προβληθέντος αιτήματος αναβολής της ποινικής δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση των Διοικητικών Δικαστηρίων, κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, αφού, έτσι όπως διατυπώθηκε, είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είχε επικαλεσθεί προς θεμελίωσή του, αλλά ούτε και το χρόνο και τον τρόπο (με απολογία, υπόμνημα, ένδικο μέσο,) με τον οποίο τον προέβαλε, ώστε για να μπορεί να κριθεί από τον ’ρειο Πάγο, αν, όπως προτάθηκε, ήταν, ως λόγος αναιρέσεως, παραδεκτός, πλήρης και ορισμένος, ώστε να χρήζει αιτιολογημένης απαντήσεως. Οι ελλείψεις δε αυτές της αιτήσεως αναιρέσεως δεν δύνανται να καλυφθούν με όσα εκθέτει ο αναιρεσείων στα υπομνήματα που κατέθεσε. Περαιτέρω, για την πληρότητα της πιο πάνω αιτιολογίας, δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με τις πιο πάνω παραδοχές του, περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, και μεταξύ των άλλων ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντος, τον σκοπό του να παραπλανήσει με τη χρήση των πιο πάνω πλαστών εγγράφων για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της κακουργηματικής πράξεως της πλαστογραφίας και το σκοπό του να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με ζημία του Δημοσίου αλλά και της εγκαλούσας, που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος αυτού και η ζημία του Δημοσίου ή της εγκαλούσας. Επίσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατά συναυτουργία με τον συγκατηγορούμενό του Χ2, αφού, κατά τις πιο πάνω παραδοχές του, και οι δύο ενήργησαν με κοινό δόλο και, μετά από συναπόφασή τους, έθεσαν στα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα την υπογραφή της Ψ1, εν αγνοία της και παρά τη θέληση της, "υπό παρένθετου αγνώστου". Είναι, συνεπώς, αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας, διότι δεν εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε αυτός και ο συγκατηγορούμενός του, για την κατά συναυτουργία, τέλεση του αδικήματος και σε τι συνίσταται η μερικότερη δραστηριότητα καθενός συμπράττοντος. Επομένως, ο από τις διατάξεις του άρθρου 484 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, οι εκτενώς αναφερόμενες στην αίτηση αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων, ότι είναι εσφαλμένες οι παραδοχές του βουλεύματος περί δήθεν πλαστογραφήσεως της υπογραφής της μηνύτριας και των αναφερομένων στο σκεπτικό μεθοδεύσεων, προκειμένου να ζητήσει την επιστροφή του ΦΠΑ, καθόσον, όπως υποστηρίζει, δια τους αναφερόμενους στην αίτησή του λόγους, ήταν "πρακτικά, λογικά, τραπεζικά και νομικά αδύνατον να εισπράξει επιστροφή ΦΠΑ", ότι, από τα αναφερόμενα στην αίτηση αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει η μη εμπλοκή του στην υπόθεση και ότι εσφαλμένα και αναιτιολόγητα εγένετο δεκτό ότι προέβη στις πλαστογραφίες, προκειμένου να προξενήσει βλάβη στην εγκαλούσα Ψ1, ενώ αυτός δεν είχε λόγο ούτε τη νομική δυνατότητα να πράξει τούτο, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης τους ισχυρισμούς -ερωτήματα, που αναφέρει ο αναιρεσείων ότι προέβαλε στο Δικαστήριο, χωρίς αυτό να του απαντήσει, μεταξύ των οποίων, ότι, εάν είχε κάνει τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, γιατί αυτός παρέδωσε τα βιβλία της εταιρείας, αφού η μη παράδοση των βιβλίων θα καθιστούσε τον έλεγχο ανέφικτο, κλπ, αποτελούν απλά επιχειρήματα του κατηγορουμένου και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, στα οποία το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Ακολούθως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 84/26-3-2007 έκθεση αναίρεσης του Χ1, κατά του 433/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή