Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1107 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Προθεσμία αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είκοσι ημερών. Η προθεσμία αρχίζει από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του ποινικού δικαστηρίου. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η εκπρόθεσμη αναίρεση εάν δεν αναγράφει λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος ως και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Απορρίπτονται και οι πρόσθετοι λόγοι διότι προϋποθέτουν παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1107/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη Aντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΑΤ374/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2007 αίτησή του καθώς και στο από 31 Δεκεμβρίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1299/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσος Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 477/28-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον σας, με την σχετική δικογραφία, την από 15-6-2007 αίτησιν αναιρέσεως του Χ1, που ησκήθη δια δηλώσεώς του, υπογεγραμμένη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, δυνάμει της από 19-6-2007 εξουσιοδοτήσεως, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που επεδόθη την 19-6-2007, κατά της υπ'αριθ. 374/19-1-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δια της οποίας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή φυλάκισης 30 μηνών, και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, κατ'επαύξησιν της ποινής φυλάκισης των 20 μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ κατά 10 μήνες και 2.000 ευρώ εκ της ετέρας πράξεως, που μετετράπη προς 4,4 ευρώ, για μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο Ι.Κ.Α. και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Κατά το άρθρ. 501 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., αν κατά την συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή, αν συντρέχει περίπτωσις του άρθρ. 340 § 2 του ίδιου κώδικα, σε πταίσματα και πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διάταξης αυτής με το άρθρο 13 του νόμου 3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 42 § 2 εδ. γ' Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 473 § 2α Κ.Π.Δ. η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κατεδικάσθη και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγρ. 1. Από τις ανωτέρω διατάξεις εν συνδ. με εκείνη του άρθρ. 473 § 3 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι η κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον διορισθέντα με παρεμπίπτουσα απόφαση συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται ότι εδημοσιεύθη με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως με επίδοση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προθεσμία, που ορίζεται σε είκοσι ημέρες, αρχίζει από τότε που η ως άνω τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοση της, αφού αυτός δικάζεται εάν να είναι παρών. Επομένως ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου, κατά τον εκτεθέντα τρόπο, από της επιδόσεως και όχι από της καταχωρήσεώς της εις το ειδικό βιβλίο, με παρόντα τον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμος και δεν παραβιάζεται το άρθρ. 6 § 1 της ΕΣΔΑ (Α.Π. 2008/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' σελ. 742). Τέλος, κατ'άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 361/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' 889, Α.Π. 1823/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' σελ. 514, Α.Π. 1711/2005 Ποιν. Χρ. ΝΕ' σελ. 1084).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με παρεμπίπτουσα ταυτάριθμη με την προσβαλλομένη απόφαση επετράπη η εκπροσώπηση του μη εμφανισθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Τσαγκαρίδη ενώπιον του, ως εφετείου, δικάζοντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκασιν της ασκηθείσης εφέσεως του κατά της υπ'αριθμ. 14872/03 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Επομένως ο κατηγορούμενος-εκκαλών εδικάσθη σαν να είναι παρών. 'Όπως δε προκύπτει από την από ..... βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως, η προσβαλλομένη απόφαση κατεχωρήθη καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς την 20-2-2007, ενώ η αίτηση αναιρέσεως που ησκήθη από τον καταδικασθέντα με δήλωσή του, όπως προκύπτει από την επί του σώματος αυτής σημείωση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας, επεδόθη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 19-6-2007, ήτοι μετά την πάροδον της ως άνω τασσόμενης προθεσμίας των 20 ημερών, ο δε αναιρεσείων ουδένα λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος επικαλείται προς δικαιολόγηση της εκπροθέσμου ασκήσεως της. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησης αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η από 15-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της υπ'αριθ. 374/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήναι 12 Νοεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν.969/1979 παρ.3 του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου...". Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον ΚΠοινΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον ΚΠοινΔ είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ.ΑΠ 6/2002). Ούτως από την διάταξη της άνω παρ.3 ΚΠοινΔ σε συνδ. με την της παρ.2 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι η προθεσμία για αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε, με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι είκοσι ημέρες από της ανωτέρω καταχωρίσεως εις το ειδικό βιβλίο. Το ότι η άνω προθεσμία αρχίζει από της καταχωρίσεως και όχι από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως δεν έρχεται σε αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σϋμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, αντιθέτως δε εάν η προθεσμία αρχίσει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως φαλκιδεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο της Αρείου Πάγου και τότε παραβιάζεται το άνω άρθρο της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω κατά συναγόμενη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος κατ'άρθρο 513 παρ.1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ όταν η αναίρεση ησκήθη εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατεδικάσθη για της υπ'αριθμ 374/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για παράβαση του ΑΝ 86/1967, κατ'έφεση, παραστάς δια πληρεξουσίου, θεωρούμενος, ήτοι, παρών. Η απόφαση δε αυτή, κατά της οποίας επιτρέπεται στον καταδικασθέντα αναίρεση (άρθρο 504 παρ.1, 505 παρ.1 α' ΚΠοινΔ). κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 20/2/2007 όπως προκύπτει από την από ..... βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατ' αυτής ο ανωτέρω καταδικασθείς ήσκησε την από 15/6/2007 αίτηση αναιρέσεως, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, την οποίαν επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την ...., όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση, της επιδοσάσης επί της αιτήσεως αναιρέσεως, Δικ.Επιμελητρίας Πειραιώς ...... . Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα μετά την πάροδο της νομίμου 20ημέρου προθεσμίας από την καταχώριση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου, χωρίς να εκτίθενται στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του. Συνακολούθως να απορριφθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, διότι προϋποθέτουν παραδεκτώς ασκηθείσαν αναίρεση καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρ. 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΑΤ374/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και τους από 31/12/2007 προσθέτους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ