Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1566 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ε.Σ.Δ.Α., Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Σωματική βλάβη από αμέλεια. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη αιτιολογίας, β) Απόλυτη ακυρότητα από την απόρριψη αιτημάτων του κατηγορουμένου, γ) Παράβαση άρθ. 6 § 2 και 3 περ. α’ της ΕΣΔΑ. Απόρριψη αναίρεσης.





Αριθμός 1566/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, (κωλυομένου του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Κούκλη, ορισθέντος με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργά, περί αναιρέσεως της 129/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 411/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 129/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για τις άδικες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 28.7.2000 και περί ώρα 22.00, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ........ ΙΧΦ αυτοκίνητο (τύπου JΕΕΡ) εργοστασίου κατασκευής ΜΙΤSUBISHI και εκινείτο επί της παλαιάς Ε. Ο ... -..... με κατεύθυνση προς Πάτρα. Στο όχημα αυτό επέβαινε και η εξετασθείσα ως μάρτυρας σύζυγος του ...... Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως με ένα ρεύμα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση, στο ύψος δε του 9,150 χλμ της οδού, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η περιοχή είναι κατοικημένη, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 6,60 μέτρα, ήτοι 3,30μ ανά ρεύμα κυκλοφορίας. Στο εν προκειμένω κρίσιμο σημείο η οδός είναι ευθεία σε μήκος 250 μέτρων, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, που διακόπτεται λίγα μέτρα μετά, στη συμβολή της με άλλη δημοτική οδό. Υπήρχε αμυδρός φωτισμός από δημοτικούς φανοστάτες, που απείχαν 50 μέτρα έκαστος και τα φώτα των καταστημάτων. Η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά ενώ παρατηρείτο μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων και πεζών. Στην πορεία του εν λόγω οχήματος υπήρχε πινακίδα Ρ - 32 που όριζε ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ.ω. (βλ. την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας). Ο κατηγορούμενος, κατά την οδήγηση του οχήματος του δεν κατέβαλε το καθήκον της προσοχής, το οποίο κάτω από τIς ίδιες περιστάσεις επιβάλλουν σε κάθε μέτρια συνετό οδηγό οι κανόνες που ρυθμίζουν το επάγγελμά του και οι κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και μπορούσε να καταβάλλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες. 'Ετσι δεν πρόβλεψε, ενώ αν πρόσεχε θα μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει, το παρακάτω αξιόποινο αποτέλεσμα που τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψή του, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά του κατά την κοινή αντίληψη είναι η αμέσως προκαλέσασα το ατύχημα ή τελεί σε άμεση σχέση αιτιότητος προς αυτό. Ειδικότερα, αν και εκινείτο σε οδό περιορισμένου εύρους, με μεγάλη κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω της νυκτός και του αμυδρού τεχνητού φωτισμού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, έτσι ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και να μπορεί σε κάθε στιγμή να επιχειρεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο. Ακόμη περισσότερο δεν εμείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, αν και από απόσταση 50 μέτρων αντελήφθη ότι επί του πεζοδρομίου του κειμένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας εστέκοντο δύο μεγάλης ηλικίας άτομα τα οποία είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να διασχίσουν καθέτως το οδόστρωμα. Επρόκειτο για τον Δ1 ηλικίας 83 ετών, που κρατούσε τον έχοντα προβλήματα οράσεως Δ2 ηλικίας 81 ετών, προκειμένου να τον περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τις υποχρεώσεις που προεκτέθηκαν επιβάλλει στους οδηγούς το άρθρο 19 του Κ.Ο.Κ, που ορίζει επιπλέον ότι ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος πλησίον των ισόπεδων κόμβων, κατά τις νυχτερινές ώρες, κατά την διέλευσή τους από κατοικημένες περιοχές, ...αν πεζοί που ευρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν. Αντίθετα, εκινείτο απερίσκεπτα και απρόσεκτα με ταχύτητα, 62 χλμ ωριαίως, ήτοι σαφώς υπέρτερη της ανωτάτης επιτρεπομένης από την σχετική ρυθμιστική πινακίδα και της επιτρεπομένης με βάση τις προμνησθείσες οδικές συνθήκες. 'Ετσι, όταν οι προαναφερθέντες ηλικιωμένοι που εστέκοντο στο αριστερό σε σχέση με την πορεία του πεζοδρόμιο επεχείρησαν να διασχίσουν καθέτως το οδόστρωμα, προκειμένου να μεταβούν στο δεξιό σε σχέση με την πορεία του πεζοδρόμιο, αντέδρασε καθυστερημένα, ήτοι επέδησε. Λόγω όμως και της ταχύτητος που είχε αναπτύξει και της προς τα αριστερά κλίσεως του οχήματός του, προσέκρουσε, όχι με ιδιαίτερη σφοδρότητα, σ' αυτούς και ακινητοποιήθηκε, αφού καταγράφτηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως του αριστερού τροχού 21,70 μ. και του δεξιού 22,30μ. Η τροχαία Κορίνθου που επελήφθη υπελόγισε την ταχύτητα του οχήματός του, με βάση τα ίχνη πεδήσεως και τον συντελεστή τριβής σε 58 χλμ ωριαίως. Εξάλλου, ο προς αριστερά, δηλαδή προς την πλευρά των πεζών ελιγμός του οχήματός του δεν ήταν ο ενδεδειγμένος και δεν μπορεί να αποδοθεί σε αστάθμητους παράγοντες, όπως υπεστήριξε ο κατηγορούμενος, αλλά σε καθυστερημένη και πανικόβλητη αντίδρασή του. Ο κατηγορούμενος αρχικά είχε παραδεχθεί ότι είχε αντιληφθεί από απόσταση 30 μέτρων τους δύο ηλικιωμένους να έχουν πρόθεση να διασχίσουν την οδό, ενώ η συνεπιβάτις σύζυγός του κατέθεσε ότι τους είχε αντιληφθεί από απόσταση 50 μέτρων. Ωστόσο δεν έδωσε πειστική απάντηση, γιατί δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, έτσι ώστε να μπορεί να το ακινητοποιήσει, προκειμένου να διέλθουν οι ομοίως αντικανονικώς κινηθέντες γέροντες. Το σημείο παράσυρσης εντοπίζεται στο ύψος της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής και ελαφρώς στο αντίθετο (προς Κόρινθο) ρεύμα κυκλοφορίας. Η έκθεση τροχαίας καταγράφει φθορές στην εμπρόσθια αριστερή γωνία (φτερό προφυλακτήρα) του οχήματος του κατηγορουμένου. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι οι γέροντες έπεσαν στο όχημά του ενώ αυτό είχε ακινητοποιηθεί. Ο δεύτερος των ως άνω γερόντων και ο μάρτυρας ...... κατέθεσαν ότι ο κατηγορούμενος, όταν κατήλθε του οχήματός του (μετά το ατύχημα), δεν φορούσε υποδήματα και το όχημά του δεν είχε φώτα. Έτσι εξηγείται και η καθυστερημένη και αναποτελεσματική αντίδραση του κατηγορουμένου. Από την πρόσκρουση, ο δεύτερος των εν λόγω γερόντων υπέστη κάκωση δεξιού και αριστερού γόνατος, δεξιάς αντιβραχείας και πυχεοκαρπικής, νοσηλεύτηκε δε επί εξαήμερο στο νοσοκομείο Κορίνθου, (βλ. το με αριθμό ...... πιστοποιητικό του εν λόγω νοσοκομείου). Και ο πρώτος εξ αυτών διεκομίσθη στο ίδιο νοσοκομείο, όπου διεγνώσθη "κάκωση κεφαλής, θώρακος, άλγος επιγαστρίου, κάκωση αριστερού γόνατος. Στις 29-7-2000 διεκομίσθη στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός των Αθηνών, όπου απεβίωσε στις 10-8-2000. Σύμφωνα με την ....... έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που συνέταξε η ιατροδικαστής Γ1 "ανευρέθη παροχέτευση της χοληδόχου κύστεως και μερική ηπατεκτομή... ιστορικό πολυοργανικής ανεπάρκειας και σηπτικής καταπληξίας τραυματίας τροχαίου στις 28-7-2000, ..Θλάσεις πνευμόνων ηπατεκτομή δεξιά..." ως αιτία του θανάτου δε αναφέρει "πνευμονία, πολυοργανική ανεπάρκεια απότοκος τροχαίου ατυχήματος". Από τα στοιχεία που προεκτέθηκαν, είναι προφανές ότι ο μετά από ολίγες ημέρες από το ατύχημα επελθών θάνατος οφείλεται αποκλειστικά κατ' άμεση αιτιώδη συνάφεια στις σωματικές κακώσεις που υπέστη κατά το ατύχημα ο ηλικιωμένος και συνακόλουθα ευπαθής στην υγεία παθών. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο θάνατος του πρώτου των παθόντων δεν οφείλεται στις εκ του ατυχήματος κακώσεις αλλά σε άλλα προϋπάρχοντα παθολογικά αίτια ή αμέλεια των οικείων του ή των θεραπόντων ιατρών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο κατηγορούμενος, όντας υγιής, αρτιμελής και μέσης τουλάχιστον διανοητικής ικανότητος οδηγός, μπορούσε, αν κατέβαλε το καθήκον της προσοχής, όπως αυτό αναλύθηκε, να προβλέψει και αποφύγει, το παραπάνω επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψή του, δηλαδή την προεκτεθείσα αμελή οδική συμπεριφορά του. Η ευθύνη του δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην επέλευση του εν λόγω εγκληματικού αποτελέσματος ασφαλώς συνετέλεσε υπαιτιότητα και των ιδίων των παθόντων, συνισταμένη στο ότι κατήλθαν στο οδόστρωμα χωρίς να βεβαιωθούν προηγουμένως ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 4 περίπτωση ε ΚΟΚ). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, και της σωματική βλάβης από αμέλεια". Με τις πιο πάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. β', 28, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1β, γ ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, που βρίσκεται κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αποτέλεσμα, τόσο του θανάτου του ενός, όσο και του τραυματισμού του ετέρου των αναφερομένων πεζών, αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο τελεί σε αντικειμενικό σύνδεσμο με τις ως άνω πράξεις του. Επίσης, αναφέρεται το όριο ταχύτητας, το οποίο, σύμφωνα με την υφιστάμενη πινακίδα Ρ-32, ήταν 52 χ.ω, καθώς και η ταχύτητα με την οποία έβαινε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, η οποία ανέρχονταν σε 62 χ.ω. και ήταν ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου και μη συνάδουσα με τις επικρατούσες συνθήκες. Οι περαιτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση της προσβαλλομένης.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι το Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τα αιτήματά του για διενέργεια, α) πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί ο συντελεστής τριβής του οδοστρώματος στο σημείο της οδού, όπου συνέβη το ατύχημα και β) ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αναγνωστούν τελείως δυσανάγνωστα ιατρικά έγγραφα της δικογραφίας, προκειμένου να διαπιστωθούν η αιτία θανάτου του Δ1 και η αιτία τραυματισμού του Δ2 και αν αυτά τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τη φερόμενη δική του αμελή συμπεριφορά, εξαιτίας δε της απόρριψης των ως άνω αιτημάτων του, επήλθε η εκ του ως άνω άρθρου επικαλούμενη ακυρότητα, διότι εμποδίστηκε από το ως άνω Εφετείο να ασκήσει νόμιμο δικαίωμά του και συγχρόνως παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 περ. ε' της ΕΣΔΑ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων, μετά τη λήξη της διαδικασίας και την πρόταση του Εισαγγελέα, ζήτησε, δια του συνηγόρου του, την αναβολή της δίκης, προκειμένου να διενεργηθούν οι προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες, το δε Δικαστήριο, αιτιολογημένα, απέρριψε τα αιτήματα αυτά, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: επτά έτη και 6 μήνες μετά το ατύχημα, ήτοι 6 μήνες περίπου προ της συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής του αξιοποίνου των αποδιδόμενων στον κατ/νο αξιοποίνων πράξεων, ο τελευταίος για πρώτη φορά αμφισβητεί τα πορίσματα της εκθέσεως αυτοψίας των επιληφθέντων του ατυχήματος αστυνομικών της Τροχαίας Κορίνθου και τα εκδοθέντα ιατρικά πιστοποιητικά. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος και στον πρώτο βαθμό παραστάθηκε με νομικό παραστάτη, η συζήτηση δε της υποθέσεως αναβλήθηκε σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, τουλάχιστον από μία φορά, για λόγους που αφορούν τον κατ/νο και τον συνήγορό του. Τα προαναφερόμενα περιστατικά ευλόγως θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την κρίση ότι παρελκυστικώς υποβάλλεται το αίτημα αυτό στο παρόν κρίσιμο χρονικό σημείο, αφού ο κατηγορούμενος είχε ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στη διάθεσή του να υποβάλει τα αιτήματα που σήμερα προβάλλει. Σε κάθε όμως περίπτωση (και επί τη εκδοχή δηλαδή ότι το αίτημα του κατηγορουμένου υποβάλλεται ειλικρινώς και με διάθεση εξευρέσεως της αληθείας), δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα αιτήματα αυτά για τους εξής λόγους. Τυχόν διαταχθησομένη πραγματογνωμοσύνη προς διαπίστωση του συντελεστού τριβής του οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος θα είναι αλυσιτελής, ως προς την διακρίβωση της αληθείας, αφού επτά και ήμισυ έτη μετά το ατύχημα, είναι βέβαιο ότι η κατάσταση του οδοστρώματος δεν θα είναι ίδια με εκείνη κατά την στιγμή του ατυχήματος, λόγω νέας ασφαλτοστρώσεως ή λόγω φθοράς της τότε υφισταμένης. Περαιτέρω στην δικογραφία υφίστανται και είναι αναγνωστέα, μεταξύ άλλων, και τα εξής έγγραφα: 1. η με αριθμό ...... έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας όπου ευανάγνωστα αναφέρεται η αιτία θανάτου του πρώτου των παθόντων και 2. το με αριθ. πρωτ. ......έγγραφο του Νοσοκομείου Κορίνθου, στο οποίο ομοίως ευανάγνωστα αναφέρονται οι σωματικές κακώσεις που διαπιστώθηκαν στις 28-7-2000 σε αμφότερους τους παθόντες. Εξάλλου, το μοναδικό δυσανάγνωστο σε ορισμένα σημεία του έγγραφο είναι το άνευ ημερομηνίας ιατρικό σημείωμα σε έντυπο του Γενικού Νοσοκομείου Κορίνθου, που υπογράφει ο χειρούργος ιατρός Γ1 .Το έγγραφο αυτό επικαλέστηκε και ζήτησε να αναγνωσθεί ο εκκαλών κατηγορούμενος. Όφειλε ως εκ τούτου, εφόσον σκόπευε να το επικαλεσθεί και αγνοούσε, όπως ήδη προβάλλει, το πλήρες περιεχόμενό του, να φροντίσει έγκαιρα να διασαφηνίσει από τον συντάξαντα ιατρό τα δυσανάγνωστα στοιχεία του και όχι να ζητάει την βοήθεια του δικαστηρίου προς τούτο". Η, με την επιβαλλόμενη, κατ' άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απόρριψη, κατά τα άνω, των αιτημάτων, δεν επέφερε την επικαλούμενη ακυρότητα, αναφορικά με το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να ζητήσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, για τα ζητήματα που προαναφέρθηκαν, ο δε έλεγχος της προσβαλλομένης, ως προς το σημείο αυτό και σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, δεν είναι θετικός στις αιτιάσεις του. Περαιτέρω, η επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 στ. ε' της ΕΣΔΑ, δεν υφίσταται εν προκειμένω, άνευ ετέρου, διότι, ο αναιρεσείων, με την επίκληση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία τέθηκαν υπόψη του και αμφισβητήθηκαν, υπερασπιστικά, από την πλευρά του, χωρίς αντίθετη και μάλιστα περιοριστική, των δικαιωμάτων του, παρέμβαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε ένοχος των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. ’λλωστε, δεν υποβάλλεται, από την πλευρά του αναιρεσείοντος, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης της προσβαλλομένης, σε σχέση με τις αιτήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, απλώς επαναλαμβάνεται η άποψη ότι τα αιτήματα έπρεπε να γίνουν δεκτά. Σημειώνεται ότιη επίκληση της παρ. 3 περ. ε' του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ είναι ανεδαφική, αφού, η περίπτωση αυτή, αναφέρεται σε θέματα διερμηνέως, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αγνοεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο Δικαστήριο. Ενόψει αυτών, οι εκ του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' κλπ ως άνω λόγοι της ένδικης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς και η συναφής αιτίαση περί παράβασης του άρθρου 6 παρ. 2 και 3 της ΕΣΔΑ.



ΙΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 παρ. 1 και 365 του ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσης του για ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί, προηγουμένως, κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικώς με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' του αυτού Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Όμως, με το λόγο αυτό, πρέπει επακριβώς να προσδιορίζεται το σχετικό έγγραφο, που εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο και δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, η δε σχετική πλημμέλεια πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, αναφορικά με την ύπαρξη ιατρικών εγγράφων στη δικογραφία, αναγνώσθηκαν τα εξής έγγραφα: 1) η υπ' αριθ. ..... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών και 2) το υπ' αριθ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Κορίνθου καθώς και το προσκομισθέν από το συνήγορο του αναιρεσείοντος έγγραφο του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Κορίνθου. Όπως προκύπτει περαιτέρω από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το σημείο που δι' αυτής απορρίφθηκαν τα αιτήματα του αναιρεσείοντος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αναφέρεται ότι προσκομίσθηκε από το συνήγορο του αναιρεσείοντος ένα δυσανάγνωστο, άνευ ημερομηνίας, ιατρικό σημείωμα, σε έντυπο του Γενικού Νοσοκομείου Κορίνθου, που υπογράφει ο χειρουργός ιατρός Γ1 και είναι το έγγραφο για το οποίο, συνεπεία της αναφερόμενης ιδιομορφίας του, αναφορικά με το περιεχόμενό του, ζήτησε ο αναιρεσείων να διαταχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στα δύο πρώτα ιατρικά έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, αναφορικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος, ήταν γνωστή η ταυτότητά τους και συνεπώς, ο τελευταίος, μπορούσε, ζητώντας προς τούτο το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά του, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Όσον αφορά το τρίτο έγγραφο, το οποίο προσεκόμισε ο ίδιος και εξυπακούεται ότι γνώριζε το περιεχόμενό του, το Δικαστήριο, μετά τη διαπίστωση της ιδιομορφίας του (δυσανάγνωστο), ούτε το ανέγνωσε και πολύ περισσότερο, δεν το έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του, αναφορικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος, δεν μπορεί να γίνει λόγος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ότι στερήθηκε ο τελευταίος τα εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά του και ότι επήλθε συνακόλουθα η επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του ότι λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση η από 9.3.2001 προανακριτική έκθεση ένορκης εξετάσεως του ενός από τους δύο παθόντες, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί, αυτός είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ποίου συγκεκριμένου μάρτυρα η κατάθεση λήφθηκε υπόψη και ως εκ τούτου απαραδέκτως, πέρα από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, δεν γίνεται αναφορά σε προανακριτική κατάθεση κάποιου μάρτυρα, με ημερομηνία 9.3.2001, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, ο πρώτος των θυμάτων του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, Δ1, σκοτώθηκε, ο δε δεύτερος Δ2, ο οποίος τραυματίσθηκε, ήταν τυφλός.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Α' του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από όλα αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 3/2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 129/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή