Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1063 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Απάτη (πλημμέλημα). Στοιχεία αδικήματος (386 ΠΚ). Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (έλλειψη νόμιμης βάσης). Λόγος αναίρεσης για αντιφάσεις του σκεπτικού - διατακτικού. Υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού όσον αφορά το ύψος της προσγενομένης στην εγκαλούσα ζημίας, ενώ λόγω αντιφάσεων και ασαφειών, δεν καθίσταται σαφής ο τρόπος τέλεσης του αδικήματος της απάτης. Δεκτή η αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης και αιτιολογίας. Παραπέμπει.




Αριθμός 1063/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ιωαννίδη, περί αναιρέσεως της 8/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας.

Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.2.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιούται και τότε το αδίκημα της απάτης. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Καλαμάτας, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8/2009 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη στην ...μεταξύ της εγκαλούσης και του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και κατασκευαστής οικοδομών, η πρώτη προήλθε με τον τελευταίο σε συμφωνία προκειμένου αυτός να της κατασκευάσει με δικά του υλικά και εργατοτεχνικό συνεργείο ένα κτίσμα ύψους 3 μ. και συγκεκριμένα μια σοφίτα από κεραμοσκεπή επί του ιδιοκτήτου ακινήτου της εγκαλούσας που βρίσκεται στην οδό .... Κατά τη συνάντηση τους την ως άνω ημεροχρονολογία ο κατηγορούμενος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία της εγκαλούσας, πείθοντας αυτή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών να του καταβάλει ως προκαταβολή μέρος του συμφωνημένου εργολαβικού ανταλλάγματος. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος υπό την ως άνω ιδιότητα του γνωρίζοντας εκ των προτέρων - ως ο ίδιος ομολόγησε κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου - ότι για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου στο συγκεκριμένο χώρο απαιτείτο η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας παρέστησε στην εγκαλούσα ότι είναι σε θέση να εκτελέσει τις άνω συμφωνημένες μεταξύ τους οικοδομικές εργασίες στην παραπάνω ιδιοκτησία της εντός 2 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής αδείας, επίσης ότι είναι εφικτή η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας για το συμφωνημένο έργο και ότι διαθέτει προς το σκοπό αυτό το κατάλληλο συνεργείο εμπείρων και ειδικευμένων τεχνιτών και εργατών. Μετά διήμερο από την υπογραφή του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού (δηλαδή στις ...) και αφού ο κατηγορούμενος εν τω μεταξύ επισκέφθηκε το χώρο της εγκαλούσας έκαμε τις απαραίτητες επιμετρήσεις του, συνεπικουρούμενος μάλιστα και από τρίτο (άγνωστο) πρόσωπο, και συγκέντρωσε στοιχεία η τελευταία πεισθείσα στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του ότι είναι σε θέση να εκτελέσει το έργο, του κατέβαλε έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των 8.000.000 δρχ., ποσό 3.500.000 δρχ. δια καταθέσεως στον τραπεζικό λογαριασμό που αυτός τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα (βλ. προσκομιζόμενη σχετική απόδειξη είσπραξης της άνω Τράπεζας). Και ενώ πλέον ο κατηγορούμενος είχε ήδη εισπράξει από την εγκαλούσα την ανωτέρω προκαταβολή και έχοντας στη διάθεση του τις απαραίτητες μετρήσεις και τα έγγραφα απευθύνθηκε στις ... στη Διεύθυνση Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Πολεοδομίας της Νομαρχίας Μεσσηνίας και με αίτηση του ζητούσε να εγκριθούν οι συμφωνημένες με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό οικοδομικές εργασίες. Σε απάντηση στην αίτηση του η αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Μεσσηνίας με το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της του γνωστοποίησε ότι τότε μόνο δεν απαιτείται από το Νόμο οικοδομική άδεια εφόσον επρόκειτο να κατασκευαστεί μία απλή κεραμοσκεπή ύψους μέχρι 1,5 μέτρων επί της τσιμέντινης στέγης της οικίας της εγκαλούσας για λόγους θερμομόνωσης και αισθητικής και όχι βεβαίως όταν πρόκειται να κατασκευαστεί σοφίτα ύψους 3 μ. για την οποία απαιτείτο η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι για το συμφωνημένο έργο δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο Μεσσηνίας, διότι η ήδη υπάρχουσα οικία της εγκαλούσας εφ' ης θα προσετίθετο η σοφίτα, ήταν εν μέρει αυθαίρετη, γεγονός που το αντελήφθη αργότερα όταν πλέον ο ίδιος είχε προβεί σε δαπάνες για την εκπόνηση μελετών και σχεδίων και για τη συγκρότηση συνεργείων. Όπως όμως εμμέσως αλλά και συμπερασματικά προκύπτει από την από ... εξώδικη απάντηση αυτού στην προηγηθείσα και από ... εξώδικη διαμαρτυρία της εγκαλούσας προς αυτόν σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και την απολογία του το πρόβλημα στην έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας για την προσθήκη σοφίτας στην εν μέρει αυθαίρετη οικοδομή της εγκαλούσας ήταν ήδη γνωστό στον κατηγορούμενο πριν από την είσπραξη της προκαταβολής των 3.500.000 δρχ., αφού ως εκ τη ιδιότητος του ως πολιτικού μηχανικού και έμπειρου κατασκευαστού γνώριζε τόσο τις προϋποθέσεις όσο και την προδικασία εκδόσεως των οικοδομικών αδειών για το συγκεκριμένο έργο. Γι' αυτό άλλωστε και συνυπέβαλε μαζί με την από ... αίτησή του στην Πολεοδομία και τις υπ' αριθμ. ...και ...άδειες δια των οποίων είχε ανεγερθεί προηγουμένως η οικοδομή της εγκαλούσας (βλ. συνημμένα δικαιολογητικά της από ... αιτήσεως) και τις οποίες οπωσδήποτε του είχε παραδώσει η τελευταία κατά τη διάρκεια των συζητήσεων τους και γι' αυτό το λόγο βρισκόντουσαν στην κατοχή του. Σε κάθε δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η υπάρχουσα οικοδομή της εγκαλούσας παρουσιάζει υπέρβαση των οικοδομικών αδειών της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκδοθεί η άδεια για προσθήκη σοφίτας σ' αυτή τουλάχιστον κατά το χρόνο εισπράξεως του ποσού των 3.500.000 δρχ. οπότε και όφειλε να μη το εισπράξει, αφού όπως προλέχθηκε, μέχρις τις ... που παρεπείσθη η εγκαλούσα και του κατέβαλε το ανωτέρω ποσό της προκαταβολής και τις απαραίτητες επιμετρήσεις του χώρου είχε κάνει και τις προηγούμενες οικοδομικές άδειες είχε στα χέρια του και τις είχε εφαρμόσει επί του εδάφους. Ο ισχυρισμός αυτού ότι το ποσό που έλαβε ως προκαταβολή πράγματι του το όφειλε η εγκαλούσα και καλώς εισεπράχθη και καλώς δεν απεδόθη στην ανωτέρω απ' αυτόν, δεδομένου ότι αντιπροσώπευε τις δαπάνες που ο ίδιος υπεβλήθη για έκδοση της συμφωνημένης αδείας (εκπόνηση αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, εκπόνηση σχεδίων, προκαταβολές σε αμοιβές συνεργείων κ.λπ), δεν κρίνεται πειστικός, αφού σύμφωνα με το άρθρο 3 (ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ) του ανωτέρω από ... εργολαβικού οποιασδήποτε φύσεως δαπάνη για σχέδια και μελέτες ως και κάθε άλλη δαπάνη κατασκευής βάρυνε αποκλειστικά τον ίδιο, η δε εγκαλούσα του όφειλε μόνο το συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του προς την εγκαλούσα επειδή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομη ωφέλεια με την είσπραξη της προκαταβολής και να προκαλέσει ταυτόχρονα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και την επέλευση αντιστοίχως ισόποσης βλάβης στην περιουσία της τελευταίας, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα εφρόντιζε έγκαιρα να αποκαταστήσει τη ζημία της". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, για απάτη, (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1α, ΠΚ) και ειδικότερα του ότι: "Στην ..., στις .., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ... ότι ως πολιτικός μηχανικός είναι σε θέση να αποπερατώσει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί της οδού ... οικίας αυτής εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών και ότι διαθέτει προς τον σκοπό αυτόν συνεργείο τεχνιτών και εργατών, με συνέπεια να την πείσει να συνάψει το από ... "ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής ιδιωτικού έργου - συγγραφή υποχρεώσεων" και να καταβάλει σε αυτόν δια καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν των 2.500.000 δρχ., ενώ, εάν η ανωτέρω εγκαλούσα εγνώριζε την αλήθεια, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τις συμφωνηθείσες οικοδομικές εργασίες εντός της προθεσμίας των δύο μηνών, ουδέποτε θα συμβαλλόταν μαζί του και θα κατέβαλε το ως άνω χρηματικό ποσό. Αποτέλεσμα των ως άνω ψευδών παραστάσεων ήταν να αποκομίσει ο κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος 2.500.000 δρχ. και αντίστοιχα να υποστεί βλάβη στην περιουσία της η ως άνω εγκαλούσα". Για την πράξη της δε αυτή ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, που παρέστησε ο αναιρεσείων στην εγκαλούσα, προκειμένου "να την πείσει να συνάψει το από ... "ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής ιδιωτικού έργου - συγγραφή υποχρεώσεων" και να καταβάλει σε αυτόν δια καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν των 2.500.000 δρχ", συνίστανται στο ότι "ως πολιτικός μηχανικός είναι σε θέση να αποπερατώσει την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί της οδού ... οικίας αυτής εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών και ότι διαθέτει προς τον σκοπό αυτόν συνεργείο τεχνιτών και εργατών". Η απλή υποσχέση ότι θα εκπληρώσει ο αναιρεσείων την συμβατικές του υποχρεώσεις "εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών", δεν αποτελεί ψευδές γεγονός, που απαιτείται προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απάτης, αφού δεν πρόκειται για πραγματικό περιστατικό που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό, πρέπει, οι υποσχέσεις αυτές και διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, να συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης από το κατηγορούμενο που έχει ειλημμένη την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση τα φερόμενα στο διατακτικό ως ψευδή πραγματικά περιστατικά που συνοδεύουν τις ψευδείς υποσχέσεις του κατηγορουμένου, είναι ότι ο αναιρεσείων είναι πολιτικός μηχανικός και ότι "διαθέτει προς τον σκοπό αυτόν συνεργείο τεχνιτών και εργατών". Ουδόλως όμως εκτίθενται στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τα τελευταία αυτά περιστατικά ήταν ψευδή. Αντίθετα ρητώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ήταν πράγματι πολιτικός μηχανικός, ενώ, γίνεται αφηγηματικά μόνο αναφορά ότι αυτός είπε στην εγκαλούσα ότι "διαθέτει προς το σκοπό αυτό το κατάλληλο συνεργείο εμπείρων και ειδικευμένων τεχνιτών και εργατών", χωρίς όμως να εκτίθεται ότι αυτό ήταν ψευδές. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, ψευδή περιστατικά, από τα οποία η εγκαλούσα πείστηκε να συνάψει το από ... "ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής ιδιωτικού έργου - συγγραφή υποχρεώσεων" και να καταβάλει σε αυτόν το αναφερόμενο σε αυτό ποσό των 3.500.000 δρχ., δεν ήταν τα προαναφερόμενα, αλλά ότι ο αναιρεσείων παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα όχι μόνο ότι είναι σε θέση να εκτελέσει τις συμφωνημένες οικοδομικές εργασίες εντός 2 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής αδείας, αλλά τη ψευδή αυτή υπόσχεση συνόδευσε με τα ψευδή πραγματικά περιστατικά ότι είναι εφικτή η έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας, ενώ αυτός "γνώριζε ότι η υπάρχουσα οικοδομή της εγκαλούσας παρουσιάζει υπέρβαση των οικοδομικών αδειών της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκδοθεί η άδεια για προσθήκη σοφίτας σ' αυτή τουλάχιστον κατά το χρόνο εισπράξεως του ποσού των 3.500.000 δρχ. οπότε και όφειλε να μη το εισπράξει" . Περαιτέρω, στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι, εξαιτίας των αναφερομένων σε αυτό ψευδών περιστατικών, η εγκαλούσα "πεισθείσα στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του (αναιρεσείοντος) ότι είναι σε θέση να εκτελέσει το έργο, του κατέβαλε έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των 8.000.000 δρχ., ποσό 3.500.000 δρχ. δια καταθέσεως στον τραπεζικό λογαριασμό που αυτός τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα" και ότι ο αναιρεσείων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομη ωφέλεια με την είσπραξη της προκαταβολής αυτής και να προκαλέσει ταυτόχρονα και την επέλευση αντιστοίχως ισόποσης βλάβης στην περιουσία της μηνύτριας, απορρίπτοντας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η μηνύτρια του όφειλε ποσό 3.000 ευρώ (δηλαδή περίπου το ισόποσο του 1.000.000 δραχμών) για τις δαπάνες εκπόνησης των σχεδίων και μελέτης και για προκαταβολές στις αμοιβές συνεργείων. Εντούτοις στο διατακτικό γίνεται δεκτό, ότι η μηνύτρια κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το ποσό των 2.500.000 δραχμών και ότι αποτέλεσμα των αναφερομένων στο διατακτικό πιο πάνω των αναληθών παραστάσεων ήταν να αποκομίσει ο αναιρεσείων παράνομο περιουσιακό όφελος 2.500.000 δραχμών (και όχι 3.500.000 δρχ), και αντίστοιχα να υποστεί αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία της η εγκαλούσα, χωρίς να καθίσταται σαφές, αν η διαφορά αυτή των 1.000.000 δραχμών οφείλεται στην παραδοχή του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ισχυρισμόν, όμως, τον οποίο απέρριψε το Δικαστήριο, ως αβάσιμο, στο σκεπτικό.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Τριμελές Εφετείο, υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού όσον αφορά το ύψος της προσγενομένης στην εγκαλούσα ζημίας (και αντίστοιχα του οφέλους του αναιρεσείοντος), ενώ, λόγω δε των πιο πάνω αντιφάσεων και ασαφειών, ως προς τα ψευδή γεγονότα από τα οποία πείστηκε η εγκαλούσα, δεν καθίσταται σαφής ο τρόπος τέλεσης του αδικήματος της απάτης, για το οποίο το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ.
Συνεπώς, η απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμων των από τα άρθρα 510 παρ. 1 Δ και Ε, ΚΠΔ, τρίτου και τετάρτου, λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση, στο οποίο, όμως, δεν θα συμμετάσχουν οι πρότερον δικάσαντες δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή