Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1505 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1505/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα, περί αναιρέσεως της 331/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΧΙΝΟΣ Α.Ε.-ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", που εδρεύει στον Αχινό Φθιώτιδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 53/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 229 παρ.1 του Π.Κ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ψευδής κατα΅ήνυση θε΅ελιώνεται αντικει΅ενικά ΅εν ΅ε την υποβολή ψευδούς ΅ηνύσεως ή ΅ε την ψευδή ανακοίνωση προς την αρχή ότι άλλος τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, υποκει΅ενικά δε απαιτείται πρόθεση του δράστη που ενέχει τη θέληση της πραγ΅ατώσεως της αντικει΅ενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως και τη γνώση του ιδίου ότι η κατα΅ήνυση ή ανακοίνωση είναι ψευδής, επιπροσθέτως δε και σκοπός αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη του ΅ηνυο΅ένου για την εκτιθέ΅ενη στη ΅ήνυση ή την ανακοίνωση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρει ο ΅ηνυτής στα αυτεπαγγέλτως διωκό΅ενα εγκλή΅ατα, ότι κατα΅ηνύει ή καταγγέλλει τον ΅ηνυό΅ενο ή τους ΅ηνυό΅ενους ή ότι επιθυ΅εί την ποινική τους δίωξη. Επίσης, δεν είναι αναγκαίο η αρχή προς την οποία γίνεται η ΅ήνυση ή ανακοίνωση να είναι και η αρ΅όδια για τη δίωξη του κατα΅ηνυό΅ενου, γιατί κάθε αρχή (και ΅η δικαστική) έχει υποχρέωση να διαβιβάσει την κατα΅ήνυση προς την αρ΅όδια αρχή, οπότε και επιτυγχάνεται ε΅΅έσως ο σκοπός του υπαιτίου. Στην περίπτωση του εγκλήματος αυτού η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό του δράστη, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό.
2.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.331/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5)) μηνών η οποία ανεστάλη. Το δικαστήριο, με την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά: " ... Η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΧΙΝΟΣ ΑΕ. ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ", διατηρεί στην περιοχή Πελασγίας Νομού Φθιώτιδος επιχείρηση ιχθυοκαλλιέργειας, ενώ ο κατηγορούμενος ... είναι Ανθυπασπιστής (ΑΡΜ) του Πολεμικού Ναυτικού και παράλληλα είναι και επαγγελματίας δύτης, διατηρών στο .... και επί της οδού ..., ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "...", αντικείμενο της οποίας είναι υποβρύχιες τεχνικές εργασίες. Περαιτέρω, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο μηνός Νοεμβρίου 1999 η προαναφερόμενη πολιτικώς ενάγουσα εταιρία κατάρτισε με τον κατηγορούμενο ατύπως (προφορικώς) σύμβαση έργου με την οποία ανέθεσε στον τελευταίο και αυτός ανέλαβε υπό την ως άνω ιδιότητα του δύτη την συντήρηση και ενίσχυση του αγκυροβολίου του ιχθυοτροφείου της. Για την εν λόγω δε εργασία εξεδόθη από τον κατηγορούμενο το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 1.000.000 δραχμών, πλέον ΦΠΑ 180.000 δραχμών και συνολικά ποσού 1.180.000 δραχμών. Μολονότι όμως ο κατηγορούμενος καλώς εγνώριζε το είδος της σύμβασης που είχε καταρτίσει με την πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, πράγμα (γνώση του είδους της σύμβασης) το οποίο προκύπτει τόσο από τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας όσο και από το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. 72/2006 και 74/2006 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, στο 5 φύλλο εκάστης των οποίων σαφώς αναφέρεται ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει στις 20-5-2000 σε επιτόπιο έλεγχο που έγινε από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ στο ιχθυοτροφείο της πολιτικώς ενάγουσας ότι απασχολείται ως δύτης και ότι για την απασχόλησή του αυτή εκδίδει δελτίο παροχής υπηρεσιών, και μολονότι ζήτησε και έλαβε από την πολιτικώς ενάγουσα 200.000 δραχμές πλέον της συμφωνηθείσας για το έργο αμοιβής του των 1.000.000 δραχμών (βλ. την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας ...), εντούτοις στις ... υπέβαλε στην Επιθεώρηση Εργασίας Λαμίας αίτηση, στην οποία κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς ότι η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία ήταν εργοδότριά του και τον είχε προσλάβει ως δύτη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και ότι καθυστερούσε να του καταβάλει δεδουλευμένες αποδοχές, επίδομα άδειας και δώρο Χριστουγέννων του χρονικού διαστήματος από 1.1.1999 μέχρι 30.9.2000. Εφόσον όμως, κατά τα προαναφερόμενα, είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της πολιτικώς ενάγουσας σύμβαση έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας δεν διατηρούσε κατά της τελευταίας τις προαναφερόμενες απαιτήσεις μισθών κλπ. που προσιδιάζουν σε μισθωτό και όχι σε αμειβόμενο με σύμβαση έργου. Με την πράξη του δε αυτή σκοπό είχε ο κατηγορούμενος να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εταιρίας και του νομίμου εκπροσώπου αυτής ... για παράβαση του α.ν. 690/1945 (μη εμπρόθεσμη καταβολή οφειλομένων αποδοχών) και 539/1945 (μη χορήγηση σε μισθωτό αδείας μετ' αποδοχών). Ακόμη, έχοντας τον ίδιο σκοπό, προέβη, στις ..., σε καταγγελία ενώπιον του ΙΚΑ ... κατά της πολιτικώς ενάγουσας, αναφέροντας σ' αυτή ότι η ανωτέρω εταιρία ήταν εργοδότριά του και τον είχε προσλάβει ως δύτη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι δεν τον είχε ασφαλίσει και δεν του είχε καταβάλει τις ανάλογες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές του ίδιου παραπάνω χρονικού διαστήματος από 1.1.1999 έως 30.9.2000. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν λεχθεί το περιεχόμενο της εν λόγω καταγγελίας ήταν αναληθές και' ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτής, αφού μεταξύ αυτού και της πολιτικώς ενάγουσας είχε καταρτισθεί σύμβαση έργου και όχι παροχής εξαρτημένης εργασίας και σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 περ. α' του α.ν. 184611951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 1 του ν. 44761/1965, δεν διατηρούσε κατά της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας αξίωση ασφαλίσεως στο ΙΚΑ, αφού προϋπόθεση της τελευταίας είναι η κατά κύριο επάγγελμα παροχή εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής. Με την πράξη του δε αυτή ο κατηγορούμενος επεδίωκε να προκαλέσει την ποινική δίωξη του προαναφερόμενου νομίμου εκπροσώπου της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας για παράβαση του α.ν. 86/1967 (επιβολή κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολή και απόδοση εισφορών σε Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης). Ο προβληθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η υποβολή των προαναφερομένων αναφορών καταγγελιών ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας και του ΙΚΑ δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, διότι ούτε αίτημα ποινικής δίωξης περιέχουν αυτές, ούτε οι αρχές στις οποίες υποβλήθηκαν ήταν αρμόδιες για την ποινική καταδίωξη του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας, πρέπει να απορριφθούν διότι α) σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η αρχή προς την οποία γίνεται η μήνυση ή ανακοίνωση, δεν είναι αναγκαίο να είναι η αρμόδια για τη δίωξη του καταμηνυομένου, γιατί κάθε αρχή, και μη δικαστική, έχει την υποχρέωση να διαβιβάσει την καταμήνυση στην αρμόδια αρχή(άρθρ. 37 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.) και β) για το κύρος της καταμήνυσης δεν απαιτείται τυπικά έγκυρη και κατά τους ορισμούς του Κ.Ποιν.Δ. υποβληθείσα μήνυση αλλά κάθε προς την αρχή αναγγελία (ανακοίνωση) δυναμένη να κινήσει την αρχή σε δίωξη, η οποία, συνεπώς, δύναται να είναι αναγγελία ανώνυμη ή υπό ψευδώνυμο, προφορική ή έγγραφη (Ποινικός Κώδικας Τούση - Γεωργίου, έκδοση Γ', υπ' άρθρο 229, αριθμ. 1, σελ. 611). Περαιτέρω, ο κατά την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προβληθείς ισχυρισμός αυτού, ότι μεταξύ αυτού και της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας καταρτίσθηκε και δεύτερη συμφωνία, πέραν εκείνης της σύμβασης έργου, με την οποία συμφωνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρία με εξαρτημένη εργασία ως εργάτης και ότι η γενόμενη από αυτόν καταγγελία αφορούσε απαιτήσεις του από τη δεύτερη αυτή σύμβαση, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ενόψει των προαναφερομένων καταθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των μαρτύρων κατηγορίας, περί κατάρτισης σύμβασης έργου και μόνο και του επίσης προαναφερομένου περιεχομένου του 5ου φύλλου των ως άνω αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, περί δηλώσεως του κατηγορουμένου ότι απασχολείται στην εταιρία ως δύτης και για την απασχόλησή του αυτή εκδίδει δελτίο παροχής υπηρεσιών. Κατόπιν τούτων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν άδικης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση..." Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 του Π.Κ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο ότι θε΅ελιώνεται η αντικει΅ενική υπόσταση του εγκλή΅ατος της ψευδούς κατα΅ηνύσεως και ΅ε την υποβολή εκ ΅έρους του δράστη προς την αρ΅όδια Επιθεώρηση Εργασίας αιτήσεως στην οποία (αίτηση) αναφέρει ψευδώς ότι έχει προσληφθεί από τον εργοδότη του ΅ε σύ΅βαση εξαρτη΅ένης εργασίας, ενώ πρόκειται περί συ΅βάσεως έργου, και ΅ε την οποία ζητείται η καταβολή δήθεν οφειλό΅ενων δεδουλευ΅ένων αποδοχών κ.λπ., καθώς και ΅ε την υποβολή προς το αρ΅όδιο υπ/΅α ΙΚΑ ψευδούς δηλώσεως απασχολήσεως-καταγγελίας.Περαιτέρω ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται το στοιχείο της γνώσης από μέρους του κατηγορούμενου της αναλήθειας του περιεχομένου των καταγγελιών του αναφορικά με το είδος της σύμβασης που είχε καταρτίσει με την πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, καθώς και ο σκοπός του να προκληθεί η δίωξη της τελευταίας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, καθόσον αφορά την προς το ΙΚΑ καταγγελία, ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο διότι κατά το άρθρο 4 του Ν.1305/1983 και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα Β1/21/1334/25-5-1993 απόφαση του Υπουργού Κοιν. Υπηρεσιών στην ασφάλιση του ΙΚΑ υπήχθησαν και οι παρέχοντες εργασία με σύμβαση μισθώσεως έργου, είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι η άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 1305/1983 τροποποιήθηκε εν μέρει με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν.1759/1988, με την οποία επαναπροσδιορίσθηκε ο κύκλος των προσώπων τα οποία υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και μεταξύ αυτών δεν περιελήφθησαν πλέον και οι παρέχοντες τις υπηρεσίες του με σύμβαση μισθώσεως έργου, προεχόντως δε είναι αβάσιμη και διότι το περιεχόμενο της προς το ΙΚΑ καταγγελίας δεν ήταν η απασχόληση στην πολιτικώς ενάγουσα με σύμβαση έργου, αλλά η αναφορά του ψευδούς περιστατικού ότι απησχολείτο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι.
Με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003, τροποποιήθηκε το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ και μεταξύ άλλων καταργήθηκε και ο προβλεπόμενος στο στοιχ. Η' λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων για την μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, αντίστοιχα δε με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου τροποποιήθηκε και το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠΔ με την απάλειψη της ρύθμισης για την περίπτωση που δεν έχει παρατεθεί το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε, ότι δηλαδή ο ’ρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή παραθέτει αυτός το σωστό άρθρο του ποινικού νόμου. Οι ρυθμίσεις αυτές, ως αναφερόμενες σε διατάξεις δικονομικού χαρακτήρα, εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του, η οποία ορίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ίδιου νόμου, από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30-6-2003). Επομένως ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η ίδια απόφαση, για την μη παράθεση της διατάξεως του άρθρου 229 παρ.1 του Π.Κ που προβλέπει την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτος, παρεκτός του ότι η προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 ως και η διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ παρατίθενται στην σελίδα 18 των πρακτικών της αποφάσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 331/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή