Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1176 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Λαθρομεταναστών μεταφορά.




Περίληψη:
Παράνομη μεταφορά αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα κατά συναυτουργία και κατά συρροή, ο πρώτος δε των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και κατ’ επάγγελμα. Αιτιολογία για συναυτουργία. Αντίφαση έλαβε 500 ευρώ και θα λάμβανε 500 ευρώ είναι χωρίς σημασία. Αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικών 84 § 2α & δ. Όχι ορισμένο ελαφρυντικό 84 § 2β. Ναι πρόταση Εισαγγελέως για ελαφρυντικά. Όχι αίτηση αναστολής για 100Α ΠΚ. Ναι ταυτότητα εγγράφων. Αόριστη αναίρεση. Απορρίπτει.





Αριθμός 1176/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 989/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.11.2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2010/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 88 παρ. 1 περ. α' και β' του ν. 3386/2005, "Πλοίαρχος ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. β. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ..........". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού", νοείται αντικειμενικά σύμπραξη, στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει ν' αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (Ολ. ΑΠ 50/90). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 989/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στο συνοριακό σημείο διέλευσης .... των 8 Ιουλίου 2006, οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, ενεργώντας από κοινού και με την ιδιότητα των οδηγών του με αριθμό ....... τουριστικού λεωφορείου, ιδιοκτησίας της, Χ3, προέβησαν στη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόων τρίτης χώρας, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Συγκεκριμένα, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο τα αρμόδια όργανα προέβησαν σε έλεγχο του ανωτέρω τουριστικού λεωφορείου, που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος με βοηθό τον δεύτερο και το οποίο μετέφερε από την Τουρκία στην Ελλάδα 39 επιβάτες. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διεπίστωσαν ότι στο χώρο της τουαλέτας του λεωφορείου είχε δημιουργηθεί μια κρύπτη από λαμαρίνα, που καλύπτονταν από ξύλινη επένδυση, ώστε να μην είναι άμεσα ορατή. Η κρύπτη αυτή ασφάλιζε με σύρτη που υπήρχε από την εσωτερική της πλευράς, με αποτέλεσμα τα διενεργούντα τον έλεγχο όργανα να αναγκασθούν να την παραβιάσουν βιαίως. Τότε αποκαλύφθηκε ότι μέσα στην κρύπτη αυτή κρύβονταν πέντε αλλοδαποί (γεωργιανής υπηκοότητας), οι οποίοι με τον τρόπο αυτόν εισήλθαν εντός της Ελληνικής Επικράτειας, χωρίς να έχουν δικαίωμα εισόδου, αφού στερούνταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα. Όπως προέκυψε, ο δεύτερος κατηγορούμενος, που ήταν επίσης οδηγός του ανωτέρω οχήματος εκ περιτροπής με το πρώτο, ήταν αυτός που υπέδειξε την κρύπτη στους λαθρομετανάστες κατά τη στιγμή που το όχημα βρισκόταν σε τουρκικό έδαφος και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγός αυτού κατά το χρόνο της σύλληψης, γνώριζε την ύπαρξη των λαθρομεταναστών στην ανωτέρω κρύπτη. Τέλος, προέκυψε ότι οι συλληφθέντες αλλοδαποί θα έδιναν το ποσό των 500 ευρώ ο καθένας στον πρώτο κατηγορούμενο για την παράνομη είσοδο τους στην Ελλάδα και ότι αυτός είχε και στο παρελθόν πραγματοποιήσει και άλλα δρομολόγια στην Τουρκία με το ίδιο λεωφορείο. Αντίθετα, το κατατεθέν από τον μάρτυρα κατηγορίας γεγονός ότι και ο δεύτερος κατηγορούμενος "πηγαινοερχόταν συνέχεια στην Τουρκία με τον πρώτο", από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται. Ενόψει των αποδειχθέντων αυτών περιστατικών, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα των εκ περιτροπής οδηγών του παραπάνω λεωφορείου, μετέφεραν από την Τουρκία στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου σ' αυτήν και ότι ο πρώτος από αυτούς ενήργησε κατ' επάγγελμα, όχι όμως και ο δεύτερος, Την κρίση του αυτή στηρίζει στο γεγονός ότι ο πρώτος προέβη στην πράξη του αυτή όχι ευκαιριακώς, όπως συνέβη για τον δεύτερο, αλλά βάσει σχεδίου, ενόψει και της ύπαρξης ειδικής αξιόλογης υποδομής (κατασκευασμένη κρύπτη στο λεωφορείο) που του εξασφάλιζε την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος, κατά τρόπο που να του εξασφαλίζει εισόδημα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι αυτός και στο παρελθόν είχε πραγματοποιήσει ταξίδια στην Τουρκία με το ίδιο λεωφορείο. Επομένως, ενόψει αυτών στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι της πράξεως αυτής, με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτής, μόνον όσον αφορά τον πρώτο. Περαιτέρω, οι προβληθέντες από τους κατηγορουμένους αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους, εφόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά και ιδίως στοιχεία της προσωπικότητας των κατηγορουμένων, ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι αυτοί ζούσαν έντιμο βίο μέχρι την τέλεση της ανωτέρω πράξεως, ενώ μόνη η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου δεν αρκεί για την απόδειξη του εν λόγω περιστατικού, ούτε ότι αυτοί μετανόησαν ειλικρινά και μεταμελήθηκαν για την πράξη τους, αφού τούτο προϋποθέτει την πλήρη παραδοχή της πράξεως και όχι την άρνησή της (βλ. απολογία κατηγορουμένων), ενώ η επικαλούμενη από αυτούς μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, δεν έλαβε χώρα σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης όπως και οι ίδιοι δέχονται, αλλά εντός των φυλακών όπου αυτοί κρατήθηκαν μετά την καταδίκη τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τέλος, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η προαναφερθείσα ιδιοκτήτρια του λεωφορείου ασφαλώς και γνώριζε την ύπαρξη της κρύπτης, η οποία, άλλωστε, δεν θα μπορούσε να διαμορφωθεί χωρίς την έγκριση της, αλλά και τον σκοπό που εξυπηρετούσε η κατασκευή της. Επομένως, ενόψει αυτών, δεν πρέπει να αναγνωρισθεί κανένα ελαφρυντικό στους κατηγορουμένους και να διαταχθεί η δήμευση του κατασχεθέντος λεωφορείου. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες, Χ1 και Χ2 για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα από κοινού και κατά συρροή με την επιβαρυντική δε περίπτωση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως αυτής μόνον όσον αφορά τον πρώτο εξ αυτών, και επέβαλε σε καθένα από τους κατηγορουμένους τις αναφερόμενες στην άνω απόφαση συνολικές ποινές φυλακίσεως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1 ΠΚ και 88 παρ. 1 περ. α' και β' του ν. 3386/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην αιτιολογία - η οποία δεν περιέχει αποκλειστικά και μόνο τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου που ταυτίζονται με εκείνα του διατακτικού της αποφάσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται - τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι συμμετέσχον στην τέλεση του άνω εγκλήματος ως συναυτουργοί, και δη ότι συνέπραξαν στην εκτέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα κατά συρροή και ήθελαν την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεώς της, γνωρίζοντας ο καθένας απ' αυτούς ότι ο συμμέτοχος συγκατηγορούμενός του έπραττε με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος, ενώ δεν απαιτείτο εν προκειμένω και η εξειδίκευση των ενεργειών του κάθε δράστη. Επίσης, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (Χ1) της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της άνω πράξεως, το Τριμελές Εφετείο με πλήρη αιτιολογία στήριξε την κρίση του στην ειρημένη υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, από την οποία προκύπτει ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Και ναι μεν η παραδοχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι "οι συλληφθέντες αλλοδαποί θα έδιναν το ποσό των 500 ευρώ ο καθένας στον πρώτο κατηγορούμενο για την παράνομη είσοδό τους στην Ελλάδα" αντιφάσκει προς την παραδοχή του διατακτικού αυτής ότι "ο πρώτος κατηγορούμενος ........ έλαβε αμοιβή 500 ευρώ από τον καθένα λαθρομετανάστη", πλην όμως η διαφορά αυτή της διατύπωσης δεν άσκησε ούτε μπορούσε να ασκήσει επιρροή για την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, τέλεσε την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα, από κοινού και κατά συρροή έναντι αμοιβής των 500 ευρώ κατά άτομο, κατ' επάγγελμα και δεν θίγει καθόλου (η άνω φαινόμενη μόνο αντίφαση) τη σαφήνεια και πληρότητα της αιτιολογίας αυτής. Περαιτέρω, με την, κατά τα προεκτεθέντα, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το πιο πάνω Δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' του ΠΚ, καθόσον αναφέρει ότι δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τα πιο πάνω ελαφρυντικά, ότι, δηλαδή, αυτοί έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξεώς τους. Σε σχέση δε με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο αυτών της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' του ΠΚ, ο ισχυρισμός αυτός έτσι όπως είχε προβληθεί με μόνη την αναφορά της σχετικής αυτής διατάξεως και χωρίς τη μνεία οιουδήποτε περιστατικού, από το οποίο να προκύπτει ότι στην άνω πράξη τους ωθήθηκαν αυτοί από όχι ταπεινά αίτια, ήταν αόριστος και απαράδεκτος και κατά συνέπεια το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούτο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψή του, εντεύθεν δε η προβαλλόμενη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό τους το άνω Δικαστήριο "μη νομίμως σιγή ηγνόησε και αφήκε αναπάντητον" είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο Εισαγγελέας της έδρας "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, όπως κατηγορούνται" (σελ. 16), η πρότασή του δε αυτή επί της κατηγορίας εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για την απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων και κατά συνέπεια δεν δημιουργήθηκε εν προκειμένω καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, όπως κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠοινΔ της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τους άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και γ) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 ΠΚ, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται σ' αυτό, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των δύο και μέχρι τριών ετών. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική, διότι η ποινή αυτή μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες, παρά τη διατήρηση της αυτοτέλειάς της, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικά και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 100Α παρ.1 του ΠΚ, αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία, και ανώτερο από πέντε έτη. Η αναστολή αυτή εκτέλεσης της ποινής μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 100 του ΠΚ να χορηγηθεί αν το δικαστήριο, από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου, κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Στην κρίση του αυτή το δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. Οι λόγοι δε που δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης πρέπει να περιέχονται συγκεκριμένα στην απόφαση. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι επί επιβολής στον καταδικασθέντα ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, αντιθέτως προς όσα ισχύουν για την προβλεπόμενη από το άρθρο 99 ΠΚ αναστολή εκτέλεσης της ποινής του, πρέπει να αναφέρονται στη σχετική αίτηση οι περιστάσεις και η συνδρομή των λόγων που δικαιολογούν, κατά τα ανωτέρω, την αιτούμενη αναστολή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο επέβαλε στον πρώτο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (Χ1) συνολική ποινή φυλακίσεως 41 μηνών, η οποία υπερβαίνει το πιο πάνω όριο των τριών ετών, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει τη μη αναστολή εκτελέσεως της πιο πάνω συνολικής ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, αφού αυτή, ως εκ του ύψους της, μπορούσε, κατά δυνητική κρίση του Εφετείου, να ανασταλεί μόνο κατά το άρθρο 100Α του ΠΚ, που προϋποθέτει υποβολή σχετικού αιτήματος, πλην όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε εν προκειμένω από τον πιο πάνω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ), Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσείοντων κατηγορουμένων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: α) Η κατάσταση επιβατών - Γραφείου Γενικού Τουρισμού "......''(υπ' αριθ. 4), β) Η από ...... έκθεση εξέτασης κατ/νου με διερμηνέα ....., ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου ..... (υπ' αριθ. 6), γ) Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. 9), δ) Η από ... ιατρική γνωμάτευση Ω.Γ.Ν.Θ.ΑΧΕΠΑ (υπ' αριθ. 13), ε) το από .... ΕΞΙΤΗΡΙΟ του ΓΙ.Γ.Ν.Θ.ΑΧΕΠΑ (υπ' αριθ. 14), στ) το από .... Εισιτήριο Αρρώστου του Γ.Ν.Θ.ΑΧΕΠΑ (υπ' αριθ. 15), ζ) η από ... ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή ..... του Ω.Γ.Ν.Θ.ΑΧΕΠΑ (υπ' αριθ. 16) και η) το με αριθ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό διαγωγής (υπ' αριθ. 8). Η κατά τον άνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των πιο πάνω εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί το δικάσαν Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του τα ανωτέρω έγγραφα, ως προς τα οποία, όμως, όπως ισχυρίζονται, δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται αυτή από τους άνω αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 701/10.7.2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, και τα πρακτικά της, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον ’ρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, εμφανίσθηκε στο ακροατήριό του η ιδιοκτήτρια του κατασχεθέντος πιο πάνω υπ' αριθ. ..... τουριστικού λεωφορείου Χ3, η οποία, αφού διόρισε συνήγορό της τον παρόντα δικηγόρο Θεόδωρο Αγγλιά, άσκησε παρέμβαση, ενόψει του ότι δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, και ζήτησε για τους αναφερόμενους λόγους την άρση της κατασχέσεως και την απόδοση σ' αυτήν του εν λόγω οχήματος. Το ανωτέρω Δικαστήριο επικύρωσε τελικά την κατάσχεση του πιο πάνω τουριστικού λεωφορείου και διέταξε τη δήμευσή του. Στη συνέχεια κατά της άνω αποφάσεως, και δη κατά του άνω περί δημεύσεως του αυτοκινήτου κεφαλαίου της, η ειρημένη Χ3 άσκησε, κατ' άρθρο 492 ΚΠοινΔ, την υπ' αριθ. 390/4.10.2006 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε δια της αναιρεσιβαλλόμενης 989/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ως απαράδεκτη, και δη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, "δηλαδή μετά την παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινδ, δεδομένου ότι η εν λόγω εκκαλούσα ήταν παρούσα κατά την απαγγελία της εκκαλουμένης, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά αυτής". Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που ασκείται αυτή από την αναιρεσείουσα Χ3 και πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για την απόρριψη της εφέσεώς της ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης), είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει ποια συγκεκριμένη πλημμέλεια προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την προεκτεθείσα απόρριψη της άνω εφέσεώς της. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και κατά το μέρος που ασκείται αυτή από την αναιρεσείουσα Χ3, και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Νοεμβρίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 2958/5.12.2006) αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθ. 989/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή