Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1562 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Καταδίκη για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση. Η εγκαλούσα (και πολιτικώς ενάγουσα) Τράπεζα τις είχε οπισθογραφήσει στον υπάλληλό της για να τις εμφανίσει και τις εισπράξει κατ’ εντολή και για λογαριασμό της, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης (κύριας και παρεμπίπτουσας). Άρα παραδεκτή η ποινική δίωξη με βάση την έγκληση της Τράπεζας καθώς και η παράσταση πολιτικής αγωγής. Ναι μνεία κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων στην κύρια απόφαση, που καλύπτει τη σχετική έλλειψη της παρεμπίπτουσας απόφασης, της οποίας οι παραδοχές εμπεριέχονται κατά το ουσιώδες μέρος τους στην πρώτη. Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως.





Αριθμός 1562/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αιτήσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2452/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK ANΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Μάλλιο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.12.2005 και 8.12.2005 αιτήσεις της αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 41/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως, με την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται, εντός της νόμιμης προθεσμίας, δεύτερη αίτηση, η οποία συνεκδικάζεται με αυτή. Ενόψει τούτων, είναι παραδεκτές οι από 9.12.2005 και 8.12.2005 εμπρόθεσμες αιτήσεις αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά της προσβαλλόμενης 2452/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, εφόσον δεν έχει κριθεί καμία από αυτές, και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2408/19965, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5, κατά το οποίο "για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παρ. 2 εδ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παρ. 1γ του άρθρου 4 του ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 ΦΕΚ Α'135/4-7-2006) δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολ.ΑΠ 23 και 24/2007). Συνακόλουθα, κατά τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 46 ΚΠοινΔ). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η επιβαλλόμενη δε από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2452/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι την εναντίον της έγκληση για την έκδοση των αναφερομένων ακάλυπτων επιταγών δεν υπέβαλε ο κατά το χρόνο της εμφανίσεώς τους στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή νόμιμος κομιστής τους Γ1 και συνεπώς άμεσα παθών, ο οποίος και μόνο δικαιούτο να υποβάλλει εις βάρος της τη σχετική έγκληση και να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", η οποία δεν ήταν νόμιμη κομίστρια των άνω επιταγών κατά τον πιο πάνω χρόνο, όπως τούτο προκύπτει από τα σώματά τους, ζήτησε δε η κατηγορουμένη την αποβολή της άνω πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας από την ποινική διαδικασία και την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, επειδή αυτή ασκήθηκε, ενόψει των ανωτέρω, απαραδέκτως και ήδη παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία για τη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του, που εκδόθηκε αμέσως μετά την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας, τον πιο πάνω ισχυρισμό της κατηγορουμένης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στις τραπεζικές συναλλαγές είναι συνηθισμένη πρακτική οι τράπεζες να οπισθογραφούν τις επιταγές σε υπαλλήλους τους, στα καθήκοντα των οποίων περιλαμβάνεται η υποχρέωσή τους να εισπράττουν το αναγραφόμενο ποσό των επιταγών, όχι βεβαίως για λογαριασμό τους, αλλά για λογαριασμό της τράπεζας, στην οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους, και στην περίπτωση αυτή κομιστής της επιταγής εξακολουθεί και παραμένει η εντολέας τραπεζική εταιρία, η οποία κατά συνέπεια δικαιούται να ασκήσει τα εκ του νόμου παρεχόμενα δικαιώματα από τη μη πληρωμή της επιταγής, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η υποβολή σχετικής προς τούτο εγκλήσεως. Στην κρινομένη υπόθεση, στα σώματα των υπ' αριθμ. ...., .... και ...... επιταγών της "Αγροτικής Τραπέζης ΑΕ" φέρεται ως τελευταίος κομιστής ο Γ1, ο οποίος μάλιστα εμφάνισε τις εν λόγω επιταγές νομίμως και εμπροθέσμως για πληρωμή, και συγκεκριμένα στις 2-5-2001 την πρώτη εξ αυτών και στις 5-1-2001 τις άλλες δύο επιταγές. Ο προαναφερθείς όμως Γ1 τυγχάνει υπάλληλος της εγκαλούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ Τράπεζα ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" και ήταν επιφορτισμένος, κατόπιν σχετικής προς τούτο εντολής των αρμοδίων οργάνων της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, να εμφανίσει τις ως άνω επιταγές προς πληρωμή και να εισπράξει το αναγραφόμενο εις εκάστη εξ αυτών χρηματικό ποσό, όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά για λογαριασμό της εγκαλούσης τραπεζικής εταιρίας, η οποία λόγω της μη πληρωμής των εν λόγω επιταγών είχε δικαίωμα να υποβάλει την σχετική έγκληση εις βάρος του εκδότη, ενέργεια στην οποία προέβη νομίμως και εμπροθέσμως, εφ' όσον οι υποβληθείσες εκ μέρους της εγκλήσεις έλαβαν χώρα στις 24-5-2001 και στις 23-3-2001, αντιστοίχως, και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι παραπάνω υποβληθέντες εκ μέρους της κατηγορουμένης ισχυρισμοί και ενστάσεις περί αποβολής της πολιτικής αγωγής και του απαραδέκτου των υποβληθεισών εις βάρος της εγκλήσεων".

Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας εξέδωσε, μετά την κήρυξη του πέρατος της συζητήσεως, την κύρια (υπ' αριθ. 2452/2005) απόφασή του, από το σκεπτικό της οποίας, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη επί σειράν ετών είχε οικονομικές συναλλαγές με την εγκαλούσα τραπεζική εταιρία και στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής για την εξόφληση οφειλών της προς αυτήν (την τράπεζα) εξέδωσε στην Καβάλα στις 30-4-2001 την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΕ", ποσού 130.000.000 δραχμών, και στις 30-12-2000 εξέδωσε τις υπ' αριθμ. .... και .... επιταγές της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΕ", ποσού 160.000.000 δραχμών και 5.000.000 δραχμών, αντιστοίχως, που όλες (οι επιταγές) ήσαν πληρωτέες εις διαταγήν της εγκαλούσης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", η οποία παρότι ενεφάνισε αυτές νομίμως και εμπροθέσμως για πληρωμή δια του επιφορτισμένου προς τούτο υπαλλήλου της Γ1, στις 2-5-2001 την πρώτη εξ αυτών και στις 5-1-2001 τις άλλες δύο επιταγές, αυτές τελικώς δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον υπ' αριθμ. ...... λογαριασμό που τηρούσε η κατηγορουμένη στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα, όπως αναγράφεται στο σώμα εκάστης των εν λόγω επιταγών από τον αρμόδιο υπάλληλο της προαναφερθείσης πληρώτριας τραπέζης. Το γεγονός ότι η κατηγορουμένη γνώριζε την ανυπαρξία κεφαλαίων, τόσον κατά τον χρόνον εκδόσεως των ως άνω επιταγών όσον και κατά τον χρόνον της πληρωμής τους, αποδείχθηκε, εκτός από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων αλλά και από την απολογία της κατηγορουμένης, αφού αυτή ισχυρίσθηκε ότι προέβη στην έκδοση των παραπάνω επιταγών ύστερα από πιέσεις της εγκαλούσης εταιρείας και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξεως που αποδίδεται σ' αυτήν, δηλαδή της παραβάσεως του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 κατ' εξακολούθηση. Το Δικαστήριο, όμως, δέχεται ότι στην πράξη της αυτή η κατηγορουμένη προέβη όχι από ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ. 2β' ΠΚ), αλλά γιατί αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα και προσπαθούσε να κρατήσει σε λειτουργία την εταιρεία "Χ1 Ανώνυμη Καπνεμπορική Εταιρεία ΑΕ". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, Χ1 για την άνω αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 ΠΚ και άρθρο 79 του ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Επίσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε με την προαναφερθείσα πλήρη και σαφή αιτιολογία της άνω παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του - που εμπεριέχεται κατά το ουσιώδες μέρος της και στο σκεπτικό της κύριας αποφάσεως - τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης α) περί απαραδέκτου της ασκηθείσας κατ' αυτής ποινικής διώξεως για την άνω αξιόποινη πράξη και β) περί παράνομης παραστάσεως της ειρημένης Τραπέζης ως πολιτικώς ενάγουσας, για το λόγο ότι η τελευταία δεν ήταν η νόμιμη κομίστρια των επίμαχων επιταγών κατά το χρόνο της εμφανίσεώς τους στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, αλλά ο Γ1, αφού ρητά δέχθηκε ότι οι εν λόγω επιταγές εμφανίσθηκαν στην πληρώτρια Τράπεζα από τον τελευταίο, που είναι υπάλληλος της εγκαλούσας Τράπεζας και στον οποίο αυτή τις οπισθογράφησε αποκλειστικά και μόνο για να τις εμφανίσει προς πληρωμή και να εισπράξει το αναγραφόμενο σε καθεμία απ' αυτές χρηματικό ποσό κατ' εντολή και για λογαριασμό της.
Συνεπώς, είχε η εγκαλούσα Τράπεζα, ως τελευταία κομίστρια των επίμαχων επιταγών, δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση και ως εκ τούτου η βάσει της εγκλήσεως αυτής ασκηθείσα εις βάρος της τελευταίας ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή, εντεύθεν δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μην κηρύξει τη με βάση την ειρημένη έγκληση ασκηθείσα εναντίον της κατηγορουμένης ποινική δίωξη απαράδεκτη. Προς τούτοις, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν επήλθε εν προκειμένω καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού η εγκαλούσα Τράπεζα νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο της επιδίκασε το αιτηθέν ποσό των 40 ευρώ, λόγω χρηματικής ικανοποιήσεώς της για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άνω αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης (κύριας) αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Αντιθέτως, στην αιτιολογία της άνω παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται καμμία μνεία των αποδεικτικών μέσων, κατά το είδος τους, από την αξιολόγηση των οποίων προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο. Όμως, η έλλειψη αυτή καλύπτεται από την προλαβούσα αναφορά, κατά το είδος τους, των άνω αποδεικτικών μέσων στο σκεπτικό της κύριας αποφάσεως, αφού εμπεριέχονται σ' αυτό, όπως προαναφέρθηκε, κατά το ουσιώδες μέρος τους, οι ανωτέρω παραδοχές της παρεμπίπτουσας αποφάσεως αναφορικά με την απόρριψη του ειρημένου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Η' περ. δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2452/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας οι πλημμέλειες α) της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως και δ) της υπερβάσεως εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα α) στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και β) στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 9 Δεκεμβρίου 2005 και από 8 Δεκεμβρίου 2005 (υπ' αριθ. πρωτ. 3313/12.12.2005) αιτήσεις της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2452/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ