Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1538 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Στοιχεία κακουργηματικής απάτης τελεσθείσας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 1.500 ευρώ. Απορρίπτει.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1538/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Χ1, και 2. Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 414/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Απριλίου 2007 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 741/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσος Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 242/15-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 93 και 94/12-4-2007 αιτήσεις των Χ1 του Χ2, για αναίρεση του με αριθμ. 414/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτονται κατ ουσία οι με αριθμ. 529 και 530/2005 εφέσεις τους κατά του με αριθμ. 2919/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για απάτη κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία άνω των 5.000.000 δρχμ. η 73.370 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πληρεξούσιο των κατηγορουμένων που είχε προς τούτου ειδική εντολή η οποία επισυνάπτεται στις εκθέσεις αναιρέσεων και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως , της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 περ. δ, ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτές και συνεκδικαστέες γιατί είναι συναφείς και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος. Ο προβαλλόμενος λόγος συνίσταται όπως αναφέρεται στις αιτήσεις αναίρεσης στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά ότι δεν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απάτης, ότι δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής του ότι δεν εκτιμήθηκε το περιεχόμενο των εγγράφων που είχαν προσκομίσει και ότι δεν εκτιμήθηκε από το ποροσβαλλόμενο βούλευμα η εμπλοκή της ''Ληδα ΑΕΛΔΕ'' η οποία βασικά ήταν η εταιρεία διαβίβασης των εντολών του μηνυτή προς την ''Ακρόπολις Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ'' της οποίας πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος ήταν οι αντίστοιχα αναιρεσείοντες. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά τον χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών". Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913 /2000, ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003, ΑΠ 190/2005) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Οι αναιρεσείοντες με τις ιδιότητες του Προέδρου και του Διευθύνοντας Συμβούλου της ''Ακρόπολις Χρηματιστηριακής ΑΕΠΕΥ'' συνήψαν σύμβαση συνεργασίας με την ''Λήδα ΑΕΛΔΕ'' της οποίας Πρόεδρος του Δ.Σ ήταν ο υιός του μηνυτή ........ Στά πλαίσια της συνεργασίας των δύο εταιρειών ο μηνυτής με την με ημερομηνία .... εξουσιοδότηση του παρείχε προς την ''Λήδα ΑΕΛΔΕ'' την εντολή να προβαίνει για λογαριασμό του διάφορες πράξεις χρηματιστηριακού περιεχομένου μεταξύ των οποίων αγορές και πωλήσεις διαφόρων μετοχών και παράλληλα καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ του και της ''Ακρόπολις ΑΕΠΕΥ'' για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και για άνοιγμα στο Κεντρικό αποθετήριο Αξιών Αθηνών Μερίδας επενδυτή στο σύστημα άϋλων τίτλων όπως και Λογιαριασμός αξιών στο όνομα του εγκαλούντα. Μέσα στα πλαίσια της σύμβασης αυτής από την ''Ακρόπολις ΑΕΠΕΥ'' ενεργήθηκαν διάφορες χρηματιστηριακές πράξεις κυρίως αγορές και πωλήσεις μετοχών από τους αναιρεσείοντες στο όνομα του μηνυτή για τις οποίες ο μηνυτής λέγει ότι δεν τελούσε σε γνώση και ότι για την διενέργειά τους οι αναιρεσείοντες τον εξαπάτησαν γιατί του παρέστησαν ότι οι εξουσιοδοτήσεις για το άνοιγμα της μερίδας και του κωδικού των χρηματιστηριακών συναλλαγών δεν τους παρείχε άλλο δικαίωμα παρά μόνο το παραπάνω και ότι για την διενέργεια οποιασδήποτε χρηματιστηριακής συναλλαγής απαιτούνταν ρητή εντολή του ενώ συνέβαινε το εντελώς αντίθετο και ότι αυτοί ενήργησαν εν αγνοία του και χωρίς την έγκριση του χρηματιστηριακές συναλλαγές αγοράς και πώλησης διαφόρων μετοχών για τις οποίες δεν τελούσε σε γνώση ύψους άνω των 240.000.000 όπως αναλυτικά αυτές αναφέρονται σε ενσωματωμένη στο βούλευμα χρηματιστηριακή καρτέλα και από τις οποίες ζημιώθηκε ποσό άνω των 21.500.000 δραχμών και περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίπτει τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων περί του ότι στην χρηματιστηριακή καρτέλα, περιέχονται χρηματιστηριακές πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν μετά από εντολές της ''Λήδας ΑΕΛΔΕ '' και ότι η εταιρεία αυτή έχει εισπράξει με τα με αριθμ. ...,...,...,....τιμολόγια υπηρεσιών της ''κανονικά τις δικαιούμενες από αυτήν προμήθειες για όλες τις συναλλαγές όπως επίσης και τα προσκομιζόμενα πινακίδια εντολών'' εντολόχαρτα'' αποτελούν αποδείξεις εκτέλεσης εντολών του μηνυτή'' μέσω της ''Λήδας ΑΕΛΔΕ'' ως ουσιαστικούς αβάσιμους γιατί τόσο αυτά όσο και από τα προσκομισθέντα εντολόχαρτα όπως και άλλα παραστατικά τα οποία προσκομίστηκαν σχετικά με τις συναλλαγές προέκυψε ότι είναι παραστατικά τα οποία ''κόβονται '' και διατηρούνται από την ''Ακρόπολις ΑΕΠΕΥ'' και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ''ισχυρά'' αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι ο μηνυτής τους παρέσχε την εντολή να διενεργήσουν τις συγκεκριμένες χρηματιστηριακές συναλλαγές στο όνομα του πλην την ενεργοποίηση του κωδικού χρηματιστηριακών συναλλαγών. Περαιτέρω στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα αναφέρεται ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων, και των υπευθύνων της ''Λήδας ΑΕΛΔΕ '' ανταλλάχθηκαν διάφορα εξώδικα με περιεχόμενο διεκδικήσεις εκατέρωθεν διαφόρων ποσών μεταξύ των οποίων και τα επίδικα και στο τέλος η ''Ακρόπολις ΑΕΠΕΥ'' δηλ. οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν σχετική αγωγή κατά της 'Λήδα ΑΕΛΔΕ'' και του μηνυτή για οφειλόμενα από χρηματιστηριακές συναλλαγές για τις οποίες ο μηνυτής λέει ότι τις διενήργησε η ''Ακρόπολις ΑΕΠΕΥ'' χωρίς την γνώση του και την συναίνεση του για την οποία δεν έχει εκδοθεί σχετική απόφαση. Επίσης αναφέρεται ότι πλέον της πρώτης κατατέθηκε και άλλη αγωγή από την ''Ακρόπολις ΑΕΠΕΥ'' κατά του μηνυτή για καταδολίευση δανειστών για την οποία δεν έχει επίσης εκδοθεί απόφαση. Από τα παραπάνω εκτεθέντα στο προσβαλλόμενο βούλευμα όπως εκτίθενται τα περιστατικά τα οποία φέρονται ότι προέκυψαν σε συνδυασμό προς τα από τους αναιρεσείοντες υποστηριζόμενα περί της μη πλήρους και σαφούς έκθεσης των περιστατικών σχετικά με την εμπλοκή της ''Λήδας ΑΕΛΔΕ'' εταιρείας προς την οποία ο μηνυτής είχε δώσει εξουσιοδότηση και εντολή για την διαβίβαση εντολών προς την εταιρεία των αναιρεσειόντων , δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη και σαφή περιστατικά που να δικαιολογούν το ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις την στιγμή που η ΑΕΛΔΕ αυτή ανήκε σε πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του μηνυτή όπως επίσης δεν δικαιολογείται επαρκώς η εμπλοκή της, του γεγονότος τούτου προκύπτοντος εκ του γεγονότος ότι τα τιμολόγια είσπραξης της προμήθειας ήταν τιμολόγια της ''Λήδα ΑΕΛΔΕ'' η οποία εισέπραξε προμήθειες από χρηματιστηριακές πράξεις που έκανε η εταιρεία των αναιρεσειόντων χωρίς να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αν ο προμήθειες εισπράχθηκαν κανονικά από αυτήν όπως και αν οι προμήθειες αυτές ήταν προμήθειες από τις επίδικες χρηματιστηριακές πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν με εντολές που διαβιβάστηκαν από την ''Λήδα ΑΕΛΔΕ''. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθεται αν η ''Λήδα ΑΕΛΔΕ'' ήταν αυτή από την οποία προήλθαν ή όχι οι εντολές για την διενέργεια των συγκεκριμένων χρηματιστηριακών πράξεων και της οποίας η συμμετοχή έπρεπε να αιτιολογηθεί ώστε από την αιτιολογία αυτή να προέκυπτε η σαφής και αιτιολογημένη απόρριψη των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων λαμβανομένου υπ' όψη ότι από πλευράς της εταιρείας ''Λήδα ΑΕΛΔΕ'' συνομολογείται ότι υπάρχουν μεταξύ αυτής και της ''Ακρόπολις ΑΕΠΕΥ '' και μεταξύ του μηνυτή και της '' Λήδα ΑΕΛΔΕ'' εκκρεμότητες με συνέπεια να υπάρχουν κενά στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος και για τον λόγο αυτό οι υπό κρίση αναιρέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές. Δια ταύτα Προτείνεται Α. Να γίνουν τυπικά δεκτές οι την με αριθμ. 93 και 94/12-4-2007 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και Χ2, κατά του 414/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , Β. Να αναιρεθεί το με αριθμ 414/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί του βούλευμα τούτου στο ίδιο Συμβούλιο προς επανάκριση συντιθέμενο από άλλους ή αυτούς που έκρινα δικαστές. Αθήνα την 21-5-2007
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Οι κρινόμενες από 12-4-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, οι οποίες είναι παραδεκτές, στρεφόμενες δε κατά του αυτού με αριθμό 417/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που έκρινε σε δεύτερο βαθμό, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της συνάφειάς τους. Οι λόγοι αναιρέσεως των δύο αιτήσεων είναι ταυτόσημοι και αναφέρονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Δεν είναι επομένως αναγκαία, η χωριστή για κάθε αίτηση αναφορά τους.

ΙΙ
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999, που άρχισε να ισχύει από'3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή το περιουσιακό όφελος ή προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ.στ' ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από'την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ.στ' του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση της πράξης υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξαίρεση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περίπτωσης αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος των συμπραττόντων. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, δεν είναι δε αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία, οπότε η αναφορά αυτή είναι επιβεβλημένη.


ΙΙΙ.Το βούλευμα του συμβουλίου εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια ή προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της παραπεμπτικής του κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκαν ως κατ'ουσίαν αβάσιμες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του υπ'αριθμ. 2919/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι απάτης από κοινού κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). 'Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τόσο με δικές τους σκέψεις, όσο και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας (δεν εξετάσθηκαν οι προταθέντες από τους κατηγορουμένους μάρτυρες υπερασπίσεως), έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων με υπόμνημα) "προέκυψαν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατ'εξακολούηθηση, τελεσθείσας από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ήδη 15.000 ευρώ, πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον τους και για την οποία παραπέμφθηκαν με το εκκαλούμενο βούλευμα. Ειδικότερα προκύπτουν επαρκείς και σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για το ότι αυτοί υπό την ιδιότητά τους, ο μεν πρώτος, ως διευθύνων σύμβουλος και ο δεύτερος, ως αντιπρόεδρος του Δ.ίλ της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ" στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 3/1/2000 έως 14/4/2000, από κοινού και κατόπιν συναποφάσεως, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ1, ότι η υπογραφή συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την εταιρεία "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Α.Ε." και η δημιουργία στα πλαίσια αυτής της συμβάσεως στο κεντρικό αποθετήριο αξιών, μερίδας επενδυτή στο σύστημα "άϋλων τίτλων και λογαριασμού αξιών" στο όνομα του, δεν τους παρείχε το δικαίωμα να ενεργούν χρηματιστηριακές συναλλαγές χωρίς τη συναίνεσή του και του απέκρυψαν αθέμιτα το γεγονός ότι το άνοιγμα του προαναφερθέντος κωδικού στο όνομα του, τους έδινε αυτομάτως το δικαίωμα να διενεργούν συναλλαγές με αντικείμενο την αγορά και πώληση μετοχών για λογαριασμό του και έτσι τον έπεισαν να υπογράψει την από .... σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την εταιρεία "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Α.Ε.", η οποία στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής δημιούργησε κατά τα ανωτέρω στο κεντρικό αποθετήριο αξιών μερίδα επενδυτή στο προαναφερόμενο σύστημα "άϋλων τίτλων και λογαριασμών αξιών" στο όνομα του εγκαλούντα και παράλληλα την από 17/9/1999 εξουσιοδότηση, με την οποία, στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας, ο ως άνω εγκαλών παρείχε προς την ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λήψεως και διαβιβάσεως εντολών με την επωνυμία "ΛΗΔΑ Α.Ε.Λ.Δ.Ε." την εντολή να προβαίνει για λογαριασμό του, στην αγορά και πώληση, μετοχών και λοιπών κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεις στο χρηματιστήριο αξιών Αθηνών. Με βάση δε τις προαναφερόμενες συμβάσεις οι κατηγορούμενοι προέβησαν για λογαριασμό του εγκαλούντα και εν αγνοία αυτού σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, συνολικού ύψους 240.000.000 δραχμών περίπου, όπως αυτές αναλυτικά εκτίθενται στην ενσωματούμενη στο εκκαλούμενο βούλευμα χρηματιστηριακή καρτέλλα του εγκαλούντα, μετά δε την εκκαθάριση του λογαριασμού της ως άνω χρηματιστηριακής καρτέλλας προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του, ύψους 21.517.347 δραχμών και ήδη 63.147 ευρώ. Όπως όμως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, τα ανωτέρω ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι από την αρχή γνώριζαν ότι η υπογραφή των ανωτέρω δύο συμβάσεων τους παρείχε το δικαίωμα να διενεργούν αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του εγκαλούντα, τις οποίες μάλιστα διενήργησαν χωρίς την πραγματική εντολή αυτού και χωρίς να του παράσχουν οποιαδήποτε ενημέρωση, γεγονότα τα οποία αν γνώριζε ο εγκαλών, δεν θα υπέγραφε τις εν λόγω συμβάσεις, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτός κατά το πιο πάνω ποσόν των 63.147 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια των κατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως προέκυψε από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό, συνεπεία της επί σειρά και μακρό χρόνο διενέργειας χρηματιστηριακών συναλλαγών, χωρίς τη συγκεκριμένη πραγματική εντολή ή συναίνεση του εγκαλούντα, τέλεσαν την πράξη της απάτης αυτής με σκοπό να ποριστούν εισόδημα, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση διαφαίνεται περαιτέρω σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Διευκρινιστικά και συμπληρωματικά μόνον και σχετικά με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, που αποτελούν και τους λόγους εφέσεως τους, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατ' ορθή αξιολόγηση και αξιοποίηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και τα προσαχθέντα από τους κατηγορουμένους έγγραφα, τα οποία και έλαβε υπόψη εκτιμώντας αυτά ελευθέρως, σύμφωνα με τη διέπουσα την ποινική δίκη αρχή της ηθικής αποδείξεως (αρθρ. 177 Κ.Π.Δ.), κατά την οποία τα αποδεικτικά μέσα in abstacto έχουν ίση αποδεικτική δύναμη, χωρίς να υπάρχει ιεράρχηση αυτών με προκαθορισμένη αποδεικτική βαρύτητα, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους ενώπιον του ως άνω αρμοδίου Δικαστηρίου για να δικαστούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης, κρίνοντας ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους, ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία στο ακροατήριο για την εν λόγω πράξη. Οι κατηγορούμενοι με τις υπό κρίση εφέσεις τους, αρνούμενοι ότι τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη, ισχυρίζονται κατ' αρχήν ότι το εκκαλούμενο βούλευμα δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως και της κυρίας ανακρίσεως, μεταξύ των οποίων και 1) η από .... έγγραφη σύμβαση-εξουσιοδότηση που ο μηνυτής συνήψε με την ΛΗΔΑ Α.Ε.Λ.Δ.Ε., 2) τα έντυπα στα οποία έχουν καταγραφεί οι εντολές για αγορά και πώληση μετοχών που τους διαβίβαζε η ΛΗΔΑ ΑΕΛΔΕ για λογαριασμό του μηνυτή (εντολόχαρτα), 3) οι μηνιαίες ενημερωτικές καταστάσεις που λάβαινε ταχυδρομικά μηνυτής με τον τίτλο "συνοπτική παρουσίαση της θέσης σας", με τη συμπεριλαμβανόμενη στο σχετικό έντυπο αυτών ειδική σημείωση, σύμφωνα με την οποία, εάν ο μηνυτής είχε αντιρρήσεις για τις αναφερόμενες στις καταστάσεις αυτές ποσότητες χρεογράφων και δραχμικών υπολοίπων, θα έπρεπε να τους το γνωρίσει εντός δέκα ημερών από την παραλαβή του παρόντος, μετά την παρέλευση των οποίων η εταιρεία τους θα θεωρεί ότι αυτός συμφωνεί και αποδέχεται όλα τα παραπάνω, 4) η χρηματική καρτέλα του μηνυτή, από την οποία προκύπτει ότι αυτός έχει καταθέσει την 3/1/2000 ποσό 250.000 δραχμών και την 7/1/2000 ποσό 150.000 δραχμών προς κάλυψη του χρεωστικού σε βάρος του υπολοίπου και 5) τα υπ' αρ. .., .., . και .... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, με βάση τα οποία η ΛΗΔΑ ΑΕΛΔΕ έχει εισπράξει κανονικά προμήθεια για όλες τις συναλλαγές του μηνυτή. Οι ισχυρισμοί του. όμως αυτοί ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμοι πρωτίστως καθ' ότι το εκκαλούμενο βούλευμα κατά ρητή αναφορά σ' αυτό έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και μάλιστα με ειδική αναφορά σε ορισμένα απ' αυτά, αξιολογώντας και εκτιμώντας αυτά ελευθέρως και σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία κατά τον ορθότερο τρόπο, σύμφωνα με τους κανόνες της σκέψεως, της πείρας και της λογικής. Επιπρόσθετα και σχετικά με τα ανωτέρω έγγραφα, ενόψει και των διατυπωθεισών με το έγγραφο διορθωτικό-συμπληρωματικό υπόμνημα του μηνυτή αμφισβητήσεων των εγγράφων στην άνω χρηματική καρτέλλα και ιδία της καταβολής των ανωτέρω ποσών και γενικά οιουδήποτε ποσού και λοιπών αρνήσεων, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από τα υπό στοιχεία 2, 3 και 4 έγγραφα, ήτοι τα εντολόχαρτα, τις μηνιαίες ενημερωτικές καταστάσεις και τη χρηματική καρτέλα του μηνυτή, καθώς και τα επίσης από τους κατηγορουμένους προσκομιζόμενα υπ' αρ. .... έντυπα εντάλματα ταμείου, τα οποία έχουν εκδοθεί από τη χρηματιστηριακή εταιρεία "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Α.Ε." και τηρούνται με την επιμέλεια της σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων 3632/1928. 1806/1988 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 27 παρ. 1 του τελευταίου νόμου Υ.Α. 6280 Β'508/31.5.1989 του Υ.ΕΘν. Οικ., δεν προκύπτει άνευ ετέρου ότι ο μηνυτής με την από..... σύμβαση παρέσχε την πραγματική και ουσιαστική εντολή προς τους κατηγορουμένους να διενεργήσουν κατά το από 3/1/2000 έως 14/4/2000 χρονικό διάστημα χρηματιστηριακές συναλλαγές στο όνομα του και για λογαριασμό του, καταβάλλοντας σταδιακά την 3/1/2000 και 7/1/2000 στην προαναφερόμενη εταιρεία τους το συνολικό ποσό των 400.000 δραχμών προς ενεργοποίηση του κωδικού χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα του και περαιτέρω, ότι οι κατηγορούμενοι ενημέρωναν αυτόν (μηνυτή) για τη διενέργεια των εν λόγω συναλλαγών με την αποστολή σ' αυτόν των μηνιαίων ενημερωτικών καταστάσεων. Και τούτο διότι, τα μεν εντολόχαρτα δεν είναι υπογεγραμμένα από τον φερόμενο εντολέα-μηνυτή, τα δε εντάλματα ταμείου, δενσυνοδεύονται από τα σχετικά εντάλματα πληρωμής, ενώπεραιτέρω δεν προσκομίζονται και αποδεικτικά επιδόσεωςκαι παραλαβής των εκδοθεισών μηνιαίων ενημερωτικώνκαταστάσεων. Πέραν των ανωτέρω εγγράφων, στις υπόκρίση εφέσεις γίνεται λόγος και για τα πινακίδιαεκτελέσεως εντολών, τα οποία επίσης προσκομίζονται απότους κατηγορουμένους, ως αποδεικτικά των δήθεν εντολώντου μηνυτή προς αυτούς. Από τα πινακίδια αυτά (πρόκειταιγια το πρώτο απόκομμα του βιβλίου τριπλότυπωνπινακιδίων της παρ. Α-4 της ΥΑ 6280/Β 508/31.5.1989 τοοποίο υπογράφεται από το χρηματιστή και προαιρετικά απότον εντολέα), τα οποία φέρουν μεν την υπογραφή τουχρηματιστηριακού εκπροσώπου
της εταιρείας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Α.Ε.", όχι όμως και την υπογραφή του μηνυτή, ώστε να επιβεβαιώνεται ότι ούτος ο ίδιος ο μηνυτής έδωσε συγκεκριμένες εντολές διενέργειας των φερομένων σ' αυτά (πινακίδια) συναλλαγών, δεν προκύπτει άνευ ετέρου η χορήγηση των συγκεκριμένων εντολών. Εξάλλου, ουδείς μάρτυς υπερασπίσεως εξετάστηκε προς ενίσχυση της αποδεικτικής ισχύος των εν λόγω εγγράφων, παρά το ότι οι κατηγορούμενοι είχαν προτείνει την εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, από την οποία όμως σιωπηρά παραιτήθηκαν. Αντίθετα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και· ειδικότερα αυτήν του ......, διευθύνοντος συμβούλου της ΛΗΔΑ ΑΕΛΔΕ, έχοντος ως εκ τούτου ιδία αντίληψη όσων καταθέτει, προκύπτει ότι ο μηνυτής υπέγραψε καλή τη πίστει την από .... εξουσιοδότηση-σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τους γενικούς όρους χρηματιστηριακών συναλλαγών της χρηματιστηριακής εταιρείας "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕ", με την οποία (εξουσιοδότηση-σύμβαση) φέρεται ότι παρέχει εξουσιοδότηση στην άνω εταιρεία (ΛΗΔΑ ΑΕΛΔΕ) να δίνει δια των εκπροσώπων της εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών στην εταιρεία των κατηγορουμένων "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Α.Ε.", αφού όμως προηγουμένως οι κατηγορούμενοι τον διεβεβαίωσαν ότι η υπογραφή των συμβάσεων αυτών είναι τυπική και απαιτείται απλά και μόνο για να ανοιχθεί κωδικός για χρηματιστηριακές συναλλαγές στο όνομά του στην εταιρεία τους και ότι ο ως άνω κωδικός θα ενεργοποιηθεί κατόπιν δικής του εντολής, στη συνέχεια όμως αυτοί κατά παράβαση της ως άνω προφορικής συμφωνίας τους και καθ' υπέρβαση της δοθείσας έγγραφης εντολής, προέβησαν εν αγνοία του μηνυτή στο πρόσωπο του και για λογαριασμό του σε συναλλαγές συνολικού ύψους 240.000.000 δραχμών, χωρίς προηγουμένως ο μηνυτής να τους καταβάλλει ποτέ οποιοδήποτε ποσό, χωρίς να τους δώσει κάποια συγκεκριμένη προς τούτο προφορική εντολή, όπως ειδικά είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους προφορικά (δι' ον λόγον εξάλλου δεν είχε οριστεί στην έγγραφη σύμβαση ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της επίμαχης συμβάσεως) και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωσή του σχετικά με τις ως άνω πραγματοποιηθείσες απ' αυτού - συναλλαγές, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στη χρηματιστηριακή καρτέλλα του χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 21.517.347 δραχμών και ήδη 63.147 ευρώ. Η πράξη αυτή τελέστηκε από τους κατηγορουμένους κατ' επάγγελμα αφού η επανειλημμένη τέλεση της επί σειρά τεσσάρων μηνών περίπου, ο μεθοδικός τρόπος και η υποδομή που είχαν διαμορφώσει (ειδικό πρόγραμμα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, παρόμοια συμπεριφορά και στην αδελφή του μηνυτή, κ.λ.π.) μαρτυρούν οργανωμένη ετοιμότητα και πρόθεση αυτών επανειλημμένης τελέσεώς της με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Ας σημειωθεί δε ότι για τη στοιχειοθέτηση της απάτης υπό τη μορφή αυτή της επιβαρυντικής περιπτώσεως του άρθρου 386 παρ. 1-3, ούτε προηγούμενη καταδίκη του δράστη για την ίδια πράξη απαιτείται, ούτε είναι αναγκαίο ο δράστης να έχει διαπράξει περισσότερες από μία τέτοιες πράξεις, διότι τα κριτήρια της συνδρομής της επιβαρυντικής περιπτώσεως μπορούν να διαπιστωθούν και σ' εκείνον που παραπέμπεται για μία μόνο πράξη, εφ' όσον υπάρχει πρόθεση αυτού προς διάπραξη τέτοιων πράξεων προς βιοπορισμό.
Συνεπώς, όσα αντίθετα οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται με τις υπό κρίση εφέσεις τους σχετικά με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 386 παρ.1-3 ΠΚ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα..". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς το ανωτέρω έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και σχημάτισε την κρίση για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής παραθέτει δε, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 45, 98 και 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τους αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου ο πρώτος και του αντιπροέδρου του Δ.Σ. ο δεύτερος της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ". Περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, πλην άλλων, α) τα ψευδή γεγονότα, που εν γνώσει τους οι αναιρεσείοντες παρέστησαν από κοινού σαν αληθινά, με τα οποία παραπλανήθηκε ο εγκαλών, β) ο σκοπός των αναιρεσειόντων να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος και γ) τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης. Επίσης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα μνημονεύονται κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Συμβούλιο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη κρίση για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής των αναιρεσειόντων, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι το εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από'το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, που διαλαμβάνουν τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, και με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τούτου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό της οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ'αριθμ. 93/12-4-2007 και 94/12-4-2007 αιτήσεις των : 1) Χ1 και 2) Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 417/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή