Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1631 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια διαπραχθείσα από ιατρό. Απορρίπτεται η αναίρεση του Εισαγγελέα για έλλειψη αιτιολογίας απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης.




Αριθμός 1631/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 336/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με κατηγορουμένη την Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Παπαναστασόπουλο και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 24/7.5.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 799/2007.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ' Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αληθινά, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 336/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η κατηγορουμένη ιατρός κηρύχθηκε αθώα της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Ως αιτιολογία δε της απαλλακτικής του κρίσης, το Εφετείο Πατρών διέλαβε τα εξής: "Ο Ψ, ηλικίας 27 ετών και κάτοικος ..., την 6.1.2001, τις πρωινές ώρες, εμφάνισε υψηλό πυρετό (39-40ο C), έντονη κεφαλαλγία και εμετούς. Τα συμπτώματα αυτά, παρά τη λήψη αντιπυρετικών (Depon), συνεχίσθηκαν μέχρι και το μεσημέρι. Έτσι μεταφέρθηκε, με τη συνοδεία δύο συγγενικών του προσώπων, στα εξωτερικά ιατρεία του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, περί την 15.30 ώρα της ίδιας ημέρας. Εκεί εξετάσθηκε τόσον από την ειδικευόμενη ιατρό Α, όσον και από την κατηγορουμένη, επιμελήτρια της Β' Παθολογικής Κλινικής, οι οποίες τον υπέβαλαν σε κλινικό έλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε, εκτός από τα παραπάνω συμπτώματα, και ερυθρότητα στον φάρυγγα και του έβαλαν φυσιολογικό ορό. Επίσης διαπιστώθηκε έλλειψη δερματικών εξανθημάτων και αυχενικής δυσκαμψίας, καθώς και ότι ο ασθενής διατηρούσε καλό επίπεδο συνείδησης και είχε κανονική αρτηριακή πίεση, 120/80. Ακολούθως, η κατηγορουμένη, τον υπέβαλε σε εργαστηριακό έλεγχο, με ακτινογραφία θώρακος, ηλεκτροκαρδιογράφημα, γενική εξέταση αίματος και ούρων και σε βιοχημικό έλεγχο, ανέθεσε δε την παρακολούθηση του στην παραπάνω γιατρό, που θα ενεργούσε με τις οδηγίες της. Παράλληλα και αναμένοντας τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου, παρέπεμψε τον ασθενή για εξέταση στον εφημερεύοντα επιμελητή ωτορινολαρυγγολόγο Β. Ο τελευταίος, αφού τον εξέτασε, διαπίστωσε ήπια ερυθρότητα των παρισθμίων, δηλαδή ήπιας μορφής φαρυγγοαμυγδαλίτιδα, τη διάγνωση του δε αυτή διατύπωσε εγγράφως σε σχετικό σημείωμα, με την παρατήρηση ότι το παραπάνω σύμπτωμα δεν δικαιολογεί την υψηλή πυρετική κίνηση και τον παρέπεμψε για περαιτέρω έλεγχο στην παθολογική κλινική. Η κατηγορουμένη, μετά την ενημέρωσή της σε σχέση με την εξέταση του ασθενούς από τον ωτορινολαρυγγολόγο, του χορήγησε ενδοφλεβίως αντιπυρετικό φάρμακο, παρακεταμόλη, και τον έθεσε υπό παρακολούθηση της προαναφερομένης ειδικευόμενης γιατρού. Εν τω μεταξύ, ολοκληρώθηκαν οι εργαστηριακές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων υπήρξαν φυσιολογικά. Μετά την παρέλευση δύο ωρών και περίπου, την 20.00 ώρα, τα συμπτώματα υποχώρησαν, δηλαδή έπεσε ο πυρετός, στα φυσιολογικά όρια, υποχώρησε η κεφαλαλγία, δεν είχε ναυτία ο ασθενής, ούτε έκανε εμετούς. Για την κατάσταση της υγείας του ενημερώθηκε η κατηγορουμένη από την ειδικευόμενη γιατρό και αφού επανεκτιμήθηκε κλινικώς ο ασθενής από την ίδια, η οποία διαπίστωσε τη βελτίωση της κατάστασής του, σε σχέση με την αρχική της εισόδου του στο Νοσοκομείο, κατέληξε στη διάγνωση της απλής ίωσης και ελαφριάς αμυγδαλίτιδας, συνταγογράφησε αντιβίωση (Claricid), ανέφερε στον ασθενή και τους συνοδούς του, ότι μπορούσαν να αποχωρήσουν, καθώς και ότι σε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων, να επανέλθει στο Νοσοκομείο. Έτσι ο ασθενής, περί την 21.00 ώρα της ίδιας ημέρας, με τους συνοδούς του αποχώρησε, προκειμένου να επιστρέψει στο χωριό του. Πλην όμως, καθ' οδόν, έκανε εμετό και οι συνοδοί του, του ζήτησαν να επιστρέψουν στο Νοσοκομείο, εκείνος όμως αρνήθηκε και συνέχισαν τη διαδρομή, όταν, έφθασαν δε στο σπίτι τους και ενώ ο ασθενής επιχειρούσε να εξέλθει από το αυτοκίνητο, έχασε τις αισθήσεις του και κατέληξε. Την επομένη ημέρα διενήργησε στον θανόντα νεκροψία -νεκροτομή ο ιατροδικαστής Γ, ο οποίος, επειδή, από τη μακροσκοπική εξέταση του θανόντος, δε διαπίστωσε ειδικά ευρήματα στα όργανα του σώματός του, με αποτέλεσμα την αδυναμία του να προσδιορίσει την αιτία του θανάτου, ζήτησε τη διενέργεια ιστολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων που πράγματι έγιναν από το Εργαστήριο ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τις εξετάσεις αυτές, διαπιστώθηκαν αλλοιώσεις μηνίγγων, δηλαδή του εξωτερικού περιβλήματος του εγκεφάλου, συμβατές με μηνιγγίτιδα, πιθανόν ιογενούς αιτιολογίας. Έτσι ο ιατροδικαστής, στην σχετική έκθεση που συνέταξε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του παραπάνω ασθενούς επήλθε συνεπεία μηνιγγίτιδας. Η ιατροδικαστική αυτή έκθεση, σ' ότι αφορά το συμπέρασμα του ιατροδικαστή ως προς τα αίτια θανάτου, είναι ατελής και δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά, καθ' όσον η ιογενής μηνιγγίτιδα, αυτή καθεαυτή, δεν αποτελεί πρωτογενώς αιτία θανάτου του πάσχοντος. Τούτο καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες γιατροί που εξετάστηκαν. Η ιογενής μηνιγγίτιδα είναι μια ιογενής λοίμωξη του οργανισμού, καλοήθης, που αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και αυτοϊάται, σε αντίθεση με τη βακτηριακή, που είναι θανατηφόρα. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ιογενής μηνιγγίτιδα πρόσβαλε δευτερογενώς κάποιο ζωτικό όργανο του ασθενούς, που επέφερε το θάνατο αυτού. Οι μάρτυρες γιατροί πιθανολογούν, ως αιτία θανάτου, μυοκαρδίτιδα, που επήλθε δευτερογενώς από ιογενή λοίμωξη, η οποία προκάλεσε καρδιακή αρρυθμία, που επέφερε το θάνατο. Ο μάρτυρας γιατρός Δ, ο οποίος, μετά το θάνατο του ασθενούς, κλήθηκε από την οικογένειά του, να γνωμοδοτήσει για την αιτία θανάτου, κατέθεσε ότι πιθανή αιτία είναι ο εγκολεασμός του προμήκους μυελού -στελέχους, δηλαδή, λόγω της ιογενούς λοίμωξης η είσοδος του εγκεφάλου στο στενό σημείο στον αυχένα, που επέδρασε στην αναπνοή και την καρδιακή λειτουργία και επέφερε το θάνατο. Επίσης κατέθεσε ότι μακροσκοπικά διαπιστώνεται ο εγκολεασμός κατά την νεκροψία νεκροτομή. Πλην όμως, στην ιατροδικαστική έκθεση δεν αναφέρεται ότι επήλθε εγκολεασμός. Με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν αποδείχθηκε η αιτία θανάτου του ασθενούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι προαναφερόμενες ενέργειες της κατηγορουμένης, για την αντιμετώπιση του τελευταίου, ενόψει των συμπτωμάτων που παρουσίαζε κατά την παραμονή του στο Νοσοκομείο, ήταν οι ενδεδειγμένες και σύμφωνες με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Η αντιμετώπισή του βασίσθηκε στη συνεκτίμηση των κλινικών και εργαστηριακών δεδομένων, σύμφωνα με τα οποία, ο ασθενής δεν εμφάνιζε διαταραχή συνειδήσεως, ούτε αυχενική δυσκαμψία, κινητικές ή αισθητικές διαταραχές, εμετούς με σφοδρή έξοδο (ρουκετοειδείς), στη δε εξέταση αίματος δεν διαπιστώθηκε λευκοκυττάρωση, ούτε ανευρέθηκαν διαταραχές των μυοκαρδιακών ενζύμων, κατά το βιοχημικό έλεγχο, συμπτώματα τα οποία, είτε όλα, είτε κάποια από αυτά, παραπέμπουν σε σοβαρή λοίμωξη του οργανισμού και στην ανάγκη να υποβληθεί ο ασθενής σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, για την ασφαλή διάγνωση της ιογενούς λοίμωξης, στην οποία γι' αυτούς τους λόγους και δεν τον υπέβαλε η κατηγορουμένη. Εξάλλου, δεν ήταν απαραίτητη η διενέργεια βυθοσκόπησης, από την οποία θα προέκυπτε η ύπαρξη ενδοκράνιας πίεσης, γεγονός που παραπέμπει σε σοβαρή λοίμωξη, επειδή η βυθοσκόπηση δεν είναι, κατ' αρχήν, αυτοτελής διαγνωστική μέθοδος, αλλά απαιτείται να γίνει πριν από την οσφυονωτιαία παρακέντηση, καθόσον, στην περίπτωση της διαπίστωσης ενδοκράνιας πίεσης, δεν γίνεται παρακέντηση, επειδή μπορεί να οδηγήσει και στο θάνατο.
Συνεπώς, αφού η κατηγορουμένη δεν είχε αποφασίσει να προβεί σε παρακέντηση, λόγω των προαναφερομένων δεδομένων, κλινικών και εργαστηριακών, δεν είχε λόγους να προβεί σε βυθοσκόπηση. Σε κάθε περίπτωση δε, η βυθοσκόπηση, που αυτοτελώς θα οδηγούσε στη διαπίστωση ενδοκράνιας πίεσης και συνεπώς στην ύπαρξη σοβαρής λοίμωξης, όπως κατέθεσε ο νευροχειρουργός Ε, δεν εμφανίζει την ενδοκράνια πίεση αν δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον 24-36 ώρες από την εκδήλωση του πυρετού, της κεφαλαλγίας και των εμετών. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, η βυθοσκόπηση θα ήταν αναποτελεσματική. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η πρόβλεψη της εξέλιξης της πορείας της υγείας του ασθενούς, σύμφωνα με τις προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες της κατηγορουμένης και με βάση τα δεδομένα του χρόνου αποχώρησής του από το Νοσοκομείο, ενόψει του ότι είχαν υποχωρήσει τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν, είχε καλό επίπεδο συνείδησης, χωρίς προηγούμενο ιστορικό με προβλήματα υγείας, έτσι ώστε δεν κρίθηκε αναγκαία η παραμονή του στο Νοσοκομείο.
Συνεπώς και αφού αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ενήργησε κατά το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας ως ιατρού, εφαρμόσθηκαν δε για την αντιμετώπιση του ασθενούς οι κοινώς αναγνωρισμένοι κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεν αποδείχθηκε παράλειψη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, που να συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατο του τελευταίου, πρέπει να κηρυχθεί αθώα". Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα μέσα αυτά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι δεν πείσθηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης, για την τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β, 28, 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση, αιτιολογούνται πλήρως οι ενδεδειγμένες ενέργειες στις οποίες προέβη η κατηγορουμένη, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα συμπτώματα, τα οποία παρουσίαζε ο ασθενής, δηλαδή, αρχικά, τον υπέβαλε σε κλινικό έλεγχο, από τον οποίο διαπιστώθηκε ερυθρότης του φάρυγγα και, στη συνέχεια, μετά την επιστροφή του από τον ωρορινολαρυγγολόγο Β, τον υπέβαλε σε εργαστηριακές εξετάσεις και σε βιοχημικό έλεγχο, οι οποίες είχαν φυσιολογικά αποτελέσματα, ο δε ασθενής δεν εμφάνιζε διαταραχή συνειδήσεως, ούτε αυχενική δυσκαμψία, κινητικές ή αισθητικές διαταραχές, εμετούς με σφοδρή έξοδα (ρουκετοειδείς), στη δε εξέταση αίματος δεν διαπιστώθηκε λευκοκυττάρωση, ούτε ανευρέθησαν διαταραχές των μυοκαρδιακών ενζύμων, κατά το βιοχημικό έλεγχο, συμπτώματα, τα οποία παραπέμπουν σε σοβαρή λοίμωξη του οργανισμού και στην ανάγκη να υποβληθεί ο ασθενής σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, για την ασφαλή διάγνωση της ιογενούς λοίμωξης, λόγοι για τον οποίο και δεν υπέβαλε τον ασθενή η κατηγορουμένη στην ως άνω εξέταση. Αιτιολογείται, επίσης, πλήρως, γιατί δεν ήταν απαραίτητη η διενέργεια βυθοσκόπησης, από την οποία θα προέκυπτε η ύπαρξη ενδοκράνιας πίεσης, σύμπτωμα το οποίο παραπέμπει σε σοβαρή λοίμωξη, αφού τα προπεριγραφόμενα ευρήματα των ως άνω εξετάσεων απέκλειαν αυτό το ενδεχόμενο, αλλά και για δύο επιπρόσθετους λόγους. Πρώτον, διότι, στην περίπτωση ενδοκράνιας πίεσης, η βυθοσκόπηση, που δεν είναι αυτοτελής διαγνωστική μέθοδος, έπρεπε να συνδυασθεί με την οσφυονωτιαία παρακέντηση, η οποία (παρακέντηση) όμως, σε περίπτωση ύπαρξης ενδοκράνιας πίεσης, μπορεί να οδηγήσει και στο θάνατο, και δεύτερον διότι, η ενδοκράνια πίεση, δεν εμφανίζεται πριν περάσουν τουλάχιστον 24-36 ώρες από την εκδήλωση του πυρετού, της κεφαλαλγίας και των εμετών, με αποτέλεσμα, ακόμα και αν την επιχειρούσε η κατηγορουμένη, στη δεδομένη στιγμή, αυτή να μην ήταν αποτελεσματική. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται, ενόψει των προαναφερθέντων, ότι ήταν αδύνατη η πρόβλεψη της εξέλιξης της πορείας του ασθενούς και ότι η κατηγορουμένη εφάρμοσε για την αντιμετώπιση της ασθενείας, τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να αποδειχθεί κάποια παράλειψη, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, που να συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός, ότι ο ωρορινολαρυγγολόγος Β, στον οποίο, ως εφημερεύοντα, παρέπεμψε τον ασθενή η κατηγορουμένη, συνέστησε, μετά την εξέταση του ασθενούς, την εισαγωγή του στην Παθολογική Κλινική του ως άνω Νοσοκομείου και η κατηγορουμένη αδιαφόρησε, με το να στείλει τον ασθενή στην οικία του. Το μόνο το οποίο έκανε ο αναφερόμενος ιατρός ήταν να συστήσει περαιτέρω έλεγχο στην Παθολογική Κλινική, επιμελήτρια της οποίας ήταν η κατηγορουμένη, από όπου και παραπέμφθηκε σ' αυτόν ο ασθενής, η δε κατηγορουμένη, όπως προειπώθηκε, συνέχισε τις εκτεταμένες και αναλυτικές εξετάσεις. Τέλος, δεν υπάρχει αντίφαση από τις παραδοχές της εκκαλουμένης σχετικά με την αιτία θανάτου, για τους εξής λόγους: Η προσβαλλομένη δέχεται ότι η ιατροδικαστική έκθεση, με την οποία γίνεται δεκτό ότι αιτία θανάτου ήταν η μηνιγγίτιδα, πιθανόν ιογενούς μορφής, είναι ατελής, διότι η μηνιγγίτιδα, ιογενούς μορφής, είναι καλοήθης, αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και αυτοϊάται, σε αντίθεση με την βακτηριακή, η οποία είναι θανατηφόρα, πράγμα, όμως, που δεν διαπίστωσε ο ιατροδικαστής, λόγος για τον οποίο η έκθεσή του κρίθηκε ατελής. Περαιτέρω, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η αιτία του θανάτου του ασθενούς δεν αποδείχθηκε, απορρίπτει αιτιολογημένα τις απόψεις, τόσο των ιατρών που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο θάνατος οφείλεται σε μυοκαρδίτιδα, που επήλθε δευτερογενώς από ιογενή λοίμωξη, όσο και του ιατρού της οικογενείας του θύματος Δ, ο οποίος υποστηρίζει, ότι πιθανή αιτία θανάτου ήταν ο εγκολεασμός του προμήκους μυελού - στελέχους, δηλαδή, λόγω της ιογενούς λοίμωξης, είσοδος του εγκεφάλου στο στενό σημείο του αυχένα και αυτό διότι, η μεν πρώτη άποψη δεν συνοδεύεται από ευρήματα προσβολής κάποιου ζωτικού οργάνου του ασθενούς, η δε δεύτερη άποψη, διότι, ο φερόμενος εγκολεασμός, δεν επιβεβαιώθηκε από την ως άνω ατελή ιατροδικαστική έκθεση και όχι ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, ασπάζεται αντιφατικά, άλλοτε τη μία άποψη και άλλοτε την άλλη, καταλήγοντας έτσι σε αλληλοσυγκρουόμενα συμπεράσματα.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσας αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 24/2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 337/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή