Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 260 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 260/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αμανατίδου, περί αναιρέσεως της 3763/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 22 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αιτήσεως), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 660/2008.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας απαιτείται το αποτέλεσμα, που επήλθε, να οφείλεται σε αμέλεια του υπαιτίου, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ., εμφανίζεται είτε ως συνειδητή αμέλεια, που υφίσταται, όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του είναι δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή, γιατί πιστεύει, ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα, είτε με τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν λείπει από τον υπαίτιο κάθε πρόβλεψη για ενδεχομένη παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος, που προκλήθηκε από την πράξη του. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα εξ αμελείας, πρέπει, ενόψει της προαναφερθείσας διακρίσεως, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμελείας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε η απόφαση αυτή να έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την κατ' αυτό τον τρόπο τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνον των όρων του άρθρου 28 Π.Κ., αλλά και εκείνων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη της αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα, που τελείται από παράλειψη, μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγουμένη συμπεριφορά του υπαιτίου εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Όμως ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, γι' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη του ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης 3763/2007 αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, περί τα πράγματα, κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Νοέμβριο 1999, η εργοληπτική εταιρία "..... & ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η Κοινότητα ....., ανέλαβε την κατασκευή του κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... . Κυρία του έργου ήταν η ανωτέρω Κοινότητα, με διευθύνουσα υπηρεσία την Τ.Υ.Δ.Κ. Ν. Θεσ/νίκης. Στην πραγματικότητα η άνω εταιρία ήταν τυπικά ανάδοχος, ενώ κατ' ουσία ανάδοχοι και κατασκευαστές του έργου ήταν οι συμπράττοντες προς τούτο εργολήπτες Χ1 (αναιρεσείων-2ος κατ/νος) και Α (ο οποίος απηλλάγη αμετάκλητα με την πρωτόδικη απόφαση της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, καταδικασθείς μόνο για την μη τήρηση ημερολογίου μέτρων ασφάλειας) οι οποίοι μη διαθέτοντες το απαιτούμενο πτυχίο για να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό αναλήψεως του άνω έργου, "νοίκιασαν" προς τούτο το πτυχίο της άνω εταιρίας. Η τελευταία μετά την ανάθεση του, υπέγραφε μεν την αναγκαία για το έργο αλληλογραφία με τις αρχές, πλην όμως δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χάϊδω Σαρρή-Σταυρούση, ανέθεσε την οικονομική του διαχείριση στον Α και εγκατέλειψε την κατασκευή του στους de facto προαναφερθέντες εργολήπτες του, εκ των οποίων προδήλως την τεχνική διεύθυνση την είχε αναλάβει και ασκούσε ο κατ/νος Χ1, ως ο μοναδικός σε ολόκληρο το έργο πολιτικός μηχανικός, αφού ο συνεργάτης του Α ήταν μόνο πτυχιούχος Δασολόγος, ο οποίος σε μεταγενέστερο στάδιο θα καλλώπιζε με πράσινο το πάρκο. Η άνω πρακτική, η οποία ουδόλως ασυνήθης είναι στον χώρο των δημοσίων έργων, βεβαίως δεν απαλλάσσει των διοικητικών ευθυνών του τον φαινόμενο - απόντα -ανάδοχο ούτε όμως και τον de facto ανάδοχο - κατασκευαστή του έργου, κρυπτόμενον πίσω από τον πρώτο, τουλάχιστον από άποψη ποινικών ευθυνών, καθ' ο μέρος αυτός έχει και ασκεί την επιτόπια λήψη, τήρηση, εξειδίκευση και εφαρμογή των απαιτούμενων από τον νόμο και την μελέτη του έργου μέτρων ασφάλειας, ιδίως σε έκτακτες περιστάσεις. Από την διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο ανάδοχος δεν είχε εγγράφως γνωστοποιήσει στην Διευθύνουσα Υπηρεσία (Τ.Υ.Δ.Κ. Ν. Θεσ/νίκης) τον τεχνικό που είχε την επιτόπια διεύθυνση του έργου, πλην όμως εκτός του ότι το προαναφερθέν αρθρ. 6§6 ν. 1418/84 δεν απαιτεί έγγραφη σχετική γνωστοποίηση, είναι σαφές ότι μετά την πάροδο τριών και πλέον μηνών από την ανάθεση, το έργο εξελισσόταν κανονικά και απρόσκοπτα και συνεπώς προδήλως η Διευθύνουσα Υπηρεσία είχε αποδεχθεί την επιτόπια τεχνική διεύθυνση του κατ/νου Χ1, ο οποίος ήταν ο μόνος σ' ολόκληρο το έργο που είχε τα κατάλληλα προσόντα (πολιτικός μηχανικός), όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη. Τούτο άλλωστε επιβεβαίωσε και ο Α όχι μόνο κατά την αρχική του από 30/10/2000 απολογία, αλλά επίσης κατηγορηματικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 4582/7.3.05 πρωτόδικης αποφάσεως του Τριμ. Πλημ. Θεσ/νίκης). Ο 2ος κατ/νος Χ1 εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ότι βρέθηκε τυχαία στον τόπο του εργατικού ατυχήματος την 1/3/2000, ώρα 17:20, επισκεφθείς απλώς τον Α. Εκτός του ότι ο τελευταίος, κατά τα αμέσως προεκτεθέντα, τον διαψεύδει, θα πρέπει να σημειωθεί ότι βρέθηκε στον ίδιο τόπο και την επομένη, 2/3/2000, κατά την επιτόπια μετάβαση και διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος από τον Τεχνικό Επιθεωρητή Εργασίας Β, στον οποίο έδωσε πληροφορίες ως επιβλέπων μηχανικός της αναδόχου εταιρίας "..... & ΣΙΑ Ε.Π.Ε.", (βλ. την από 30/3/2000 έκθεση του Β).
2. Δυνάμει των υπ' αριθμ. ..... και ..... εγγράφων της η Κοινότητα ..... ζήτησε από την Δ.Ε.Η. την απομάκρυνση στύλου ηλεκτροφόρων καλωδίων μέσα από το υπό κατασκευή πάρκο, επειδή παρεμπόδιζε τον καλλωπισμό του, πλην όμως χωρίς ανταπόκριση. Με το από 28/2/2000 έγγραφο ο Α, ως πληρεξούσιος της αναδόχου εταιρίας, ζήτησε από την Κοινότητα ..... να προβεί σε ενέργειες για την απομάκρυνση του ανωτέρω στύλου, του οποίου η ύπαρξη καθυστερούσε την πρόοδο των εργασιών, οπότε πράγματι η Κοινότητα αυθημερόν με το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της ζήτησε από την Δ.Ε.Η. την άμεση μετατόπιση του στύλου. Όμως ο 2ος κατ/νος Χ1, απερίσκεπτα, δεν περίμενε την απάντηση της Δ.Ε.Η. στο τελευταίο αίτημα, αλλά προγραμμάτισε για την 1/3/2000 την σκυροδέτηση των περιμετρικών τοιχίων του πάρκου, ύψους 80 εκατ., οπότε παρήγγειλε την απαιτούμενη ποσότητα έτοιμου σκυροδέματος στην εταιρία παραγωγής τέτοιου με την επωνυμία "Σκυρόδεμα Ε.Β.Α.Ε.". Η τελευταία μη έχοντας διαθέσιμη κάποια από τις δικές της αντλίες (πρέσες), μίσθωσε μία από τον 1° κατ/νο Χ2. Ο τελευταίος διατηρεί ατομική επιχείρηση συνεργείου - μηχανουργείου έναντι Β' ΚΤΕΟ Θεσ/νίκης και ασχολείται με την επισκευή και συντήρηση αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος. Από τις αρχές του 2000 είχε στην διάθεση του την υπ' αριθμ. ..... αντλία (πρέσα), ιδιοκτησίας της συζύγου του Γ (που απαλλάχθηκε με την πρωτόδικη απόφαση της κατηγορίας της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας), την οποία (αντλία), αυτός κατά το δοκούν μίσθωνε σε εταιρίες παρασκευής ετοίμου σκυροδέματος. Καίτοι ο ίδιος φέρεται να διαθέτει το απαιτούμενο πτυχίο μηχανοδηγού - χειριστή, εν τούτοις είχε απερίσκεπτα αναθέσει τον χειρισμό της στον Δ, ετών 35, κάτοικο ....., ο οποίος εργαζόταν από 18/6/1997 στην επιχείρηση του με την ειδικότητα του εφαρμοστή, χωρίς ποτέ να έχει αποκτήσει νομίμως το απαιτούμενο πτυχίο μηχανοδηγού - χειριστή, ενόψει της ισχύος της αντλίας, που υπερέβαινε τους 17 ίππους, αλλά εκπαιδευόταν ως βοηθός χειριστής προκειμένου να αποκτήσει την απαραίτητη προϋπηρεσία και να εφοδιαστεί με το νόμιμο πτυχίο. Ειδικότερα η αντλία είχε κατασκευαστεί το έτος 1980 από την γερμανική εταιρία PUTZMEISTER, τύπου ΒRF 1406 και εφέρετο επί οχήματος MERCEDES BENZ, τύπου 1619 ΚΟ/45. Ο ιστός της αντλίας (μπούμα) είχε τρεις ισομήκεις βραχίονες συνολικού μήκους 19 μέτρων, κινούμενος μέσω υδραυλικού συστήματος, το οποίο λαμβάνει εντολές από ενσύρματο (και όχι ασύρματο όπως εσφαλμένα μνημονεύει το κατηγορητήριο) φορητό τηλεχειριστήριο, συνδεόμενο με την αντλία με καλώδιο μήκους 24 μέτρων, στο οποίο παρέχεται ρεύμα χαμηλής τάσεως 24 Volt.
3. Έτσι την 1/3/2000, περί ώρα 16:30, ο 1ος κατ/νος Χ2 έστειλε στο έργο απερίσκεπτα, μόνο του το θύμα Δ, ως χειριστή της ανωτέρω αντλίας, χωρίς να τον συνοδεύσει ο ίδιος ως πτυχιούχος χειριστής - μηχανοδηγός για να τον εποπτεύει και να τον επιτηρεί, αναλαμβάνοντας και τον ρόλο του "κουμανταδόρου" σύμφωνα με το προαναφερθέν αρθρ. 73§1 Π.Δ. 1073/81. Ούτε τον είχε εφοδιάσει με ασύρματο τηλεχειριστήριο της αντλίας, καθώς επίσης με ειδικά κατάλληλα υποδήματα και χειρόκτια (γάντια) προς αποφυγή κινδύνου ηλεκτροπληξίας, που ελλόχευε ανά πάσα στιγμή από την τυχόν επαφή του υπερμεγέθους ιστού της αντλίας (μήκους 19 μέτρων) με εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια και ούτε είχε ζητήσει από τον 2° κατηγορούμενο πληροφορίες για τις επικρατούσες συνθήκες στον τόπο του έργου, οπότε ενόψει της διελεύσεως ηλεκτροφόρων καλωδίων άνωθεν του υπό σκυροδέτηση τοιχίου του έργου, σε ύψος 10 μέτρων περίπου από το έδαφος, θα μπορούσε να αφαιρεθεί ο ένας από τους τρεις ισομήκεις βραχίονες του 19μετρου ιστού της αντλίας, με συνέπεια τον ευχερέστερο χειρισμό των απολλειπομένων δύο, τονιζομένου ότι ο εργοδότης Χ2 είχε από την σύμβαση μισθώσεως εργασίας την υποχρέωση κατ' αρθρ. 662 Α.Κ. "να διαρρυθμίζει τα της εργασίας ... τα των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων ή εργαλείων, κατά τρόπον ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του άνω εργαζομένου. Εξάλλου ο 2ος κατηγορούμενος πολιτικός μηχανικός Χ1 αφού δεν περίμενε την περί μετατοπίσεως του στύλου της Δ.Ε.Η. απάντηση της τελευταίας, δεν είχε φροντίσει τουλάχιστον κατά παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων 78 και 79 Π.Δ. 1073/81, σε συνεργασία με την Δ.Ε.Η. και ύστερα από έγκριση της, να κατασκευάσει κάτω από τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια ξύλινα πλαίσια - προστατευτικά σανιδώματα, που θα απέτρεπαν με ασφάλεια την τυχαία επαφή του ιστού της αντλίας με τα καλώδια.
4. Ο Δ μόλις έφθασε στο έργο τοποθέτησε την αντλία στο μέσο περίπου του υπό κατασκευή πάρκου και περί ώρα 17:00 κατέφθασε το υπ' αριθμ. ..... φορτηγό μεταφοράς ετοίμου σκυροδέματος (βαρέλα) με οδηγό τον Ε, ο οποίος προσέγγισε την αντλία και παρουσία του Α και του κατ/νου Χ1 ξεκίνησε η σκυροδέτηση του πρώτου τμήματος του τοιχίου του πάρκου προς την οδό ....., άνωθεν του οποίου και διαγωνίως σε ύψος 10 μέτρων από το έδαφος, διερχόταν εναέριο δίκτυο μέσης τάσεως κύριας γραμμής 15.000 VοΙt, όπως απεικονίζεται στο πρόχειρο σκαρίφημα που ο Επιθεωρητής Εργασίας Β έχει επισυνάψει στην από 30/3/2000 έκθεση του. Καθίσταται σαφές ότι, ενόψει των προαναφερθεισών περιστάσεων και της απουσίας λήψεως κάθε προβλεπόμενου μέτρου ασφάλειας, ο Δ, ο οποίος, όπως κάθε σχεδόν εκπαιδευόμενος, λόγω απειρίας, είχε προφανώς την τάση να υποβαθμίζει τους κινδύνους της εργασίας του και να υπερτιμά τις ικανότητες του, ήταν εκτεθειμένος σε κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, ο οποίος πράγματι ενέσκυψε. Συγκεκριμένα μόλις τελείωσε η σκυροδέτηση του προαναφερθέντος πρώτου τμήματος του τοιχίου, το θύμα που στεκόταν σε απόσταση 8-10 μέτρων από την αντλία έχοντας το φορητό ενσύρματο χειριστήριο κρεμασμένο στο λαιμό του, στην προσπάθεια του να μετακινήσει τον ιστό (μπούμα) της αντλίας προς το επόμενο τμήμα του τοιχίου που επρόκειτο να σκυροδετηθεί, προδήλως από λάθος εκτίμηση, αβλεψία και αδεξιότητα, έφερε πάρα πολύ κοντά ή σε επαφή τον ιστό με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς μέσης τάσης (15.000 Volt), με αποτέλεσμα μέσω των μεταλλικών τμημάτων της αντλίας και του αγωγού γειώσεως του ενσύρματου φορητού τηλεχειριστηρίου, να δεχθεί ηλεκτρική τάση 15.000 Volt και να υποστεί θανατηφόρα ηλεκτροπληξία. Ας σημειωθεί ότι κατά την επιτόπια αυτοψία του Επιθεωρητή Εργασίας Β την επομένη του ατυχήματος (2/3/2000), ο αγωγός γειώσεως του ενσύρματου φορητού χειριστηρίου της αντλίας βρέθηκε καμένος σε σημείο εντός, του κυτίου του χειριστηρίου, με φερόμενη κατά την από 30/3/2000 έκθεση του αυτού Επιθεωρητή ως καθοριστική συνέπεια να μη προστατευθεί το θύμα από την ηλεκτροπληξία, πλην όμως κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψε και μάλιστα από τις καταθέσεις του ίδιου του Β και του ΣΤ, μηχανολόγου ηλεκτρολόγου μηχανικού, ο οποίος είχε συντάξει ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη για το ατύχημα κατά παραγγελία της συζύγου του θύματος, αφενός μεν ότι δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί αν η ανωτέρω βλάβη προϋπήρχε του ατυχήματος ή προκλήθηκε κατ' αυτό, αφετέρου δε ότι και αν ακόμη δεν υπήρχε αυτή η βλάβη, το θύμα λόγω της ισχυρής τάσεως των 15.000 Volt ούτως ή άλλως δεν θα προστατευόταν από τον αγωγό γειώσεως, ενώ βεβαίως δεν θα δεχόταν καθόλου ηλεκτρικό ρεύμα εάν κρατούσε ασύρματο φορητό τηλεχειριστήριο. Έτσι το κατηγορητήριο πρέπει να διορθωθεί επιτρεπτώς με την διαγραφή του σχετικού τμήματος και να συμπληρωθεί επιτρεπτώς κατά τα προαναφερθέντα όσον αφορά την συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά αμφοτέρων των εκκαλούντων, από την οποία προκλήθηκε ο θάνατος του Δ, αποτέλεσμα που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά τα προαναφερθέντα να αποτρέψει ο καθένας από τους δύο εκκαλούντες-κατηγ/νους". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις εκ των οποίων συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302, Π.Κ. τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ανέφερε στο σκεπτικό της αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη της, για την εξενεχθείσα ως άνω κρίση, εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιστατικά, προσδιόρισε σαφώς την μορφή της αμέλειας, η οποία εκτίθεται διεξοδικώς στο σκεπτικό και έχει το χαρακτήρα της μη συνειδητής αμέλειας, ως επίσης και τις πραγματικές περιστάσεις κάτω υπό τις οποίες αυτός ενεργούσε και τις προσωπικές αυτού ιδιότητες, που προσδιόριζαν τα καθήκοντά του και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ως κατ' ουσία ανάδοχος και κατασκευαστής του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... έχοντας και την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού από έλλειψη της προσοχής που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και ηδύνατο να καταβάλει δεν προέβλεψεν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι παραλείψεις του, με αποτέλεσμα να επιφέρουν τον θάνατο του Δ. Αιτιολόγησε πλήρως τον μεταξύ της υπό του αναιρεσείοντος επιδειχθείσας αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος υφιστάμενο αιτιώδη σύνδεσμο, εντοπιζόμενο στις ανωτέρω παραλείψεις αυτού. Η αιτίαση αυτού ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ως κατ'ουσία ανάδοχος του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... ενώ στο διατακτικό κηρύχτηκε ένοχος ως πολιτικός μηχανικός του έργου αυτού είναι αβάσιμος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο αυτόν όπως τούτο προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της με την ιδιότητα του κατ' ουσία αναδόχου και κατασκευαστή του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... ο οποίος τυγχάνει και πολιτικός μηχανικός και όχι με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού. Επομένως οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που αποδίδουν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγόμενες στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, την γενομένη υπό του ουσιαστικού δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν βέβαια, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός, είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην κατά τα άνω εξενεχθείσα περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του "μαρτυρικές καταθέσεις, αναγνωστέα έγγραφα, απολογίες, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως". Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει το περιεχόμενο της απολογίας του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Α την οποία έλαβε υπόψη του η προσβαλλομένη απόφαση, απλώς δε ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, αναφέρεται και η αρχική από 30.10.2000 απολογία του ιδίου, η οποία δεν είχε αναγνωσθεί, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται (στα πρακτικά σελίς 9) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται "τρία φωτοαντίγραφα φωτογραφιών και η σχετική νομολογία". Ο προσδιορισμός αυτός της ταυτότητος των τριών φωτογραφιών που αναφέρθηκαν, είναι απολύτως επαρκής και ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, τόσο για το ποιες φωτογραφίες ορθότερον επισκοπήθηκαν (αφού μάλιστα δεν υποστηρίζεται η ύπαρξη και ετέρων φωτογραφιών), όσο και για το ότι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει επί των φωτογραφιών αυτών τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του. Όσον αφορά τη σχετική νομολογία που αναγνώσθηκε δεν αποτελεί έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλ' απλώς διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Επομένως, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ'αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του". Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγομένη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι'αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον ’ρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την υπ'αριθμ. 4582/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που καταδικάσθηκε για την ανωτέρω πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως άσκησε ο αναιρεσείων έφεση με την υπ'αριθμ. 305/15-3-2005 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα έκθεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ενώ δεν αναφέρθηκε καθόλου σε εσφαλμένη απόρριψη της άνω ενστάσεώς του. Την εν λόγω δε ένσταση πρότεινε αυτός και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και το οποίο την απέρριψε κατ'ουσίαν με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 3763/2007 ομοίως καταδικαστική απόφασή του. 'Ετσι, λοιπόν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον δεν είχε περιληφθεί στην έκθεση εφέσεως λόγος (εφέσεως) αναφορικά με την ειρημένη ένσταση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητάς του του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του που με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος. 'Υστερα απ'αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση του Χ1 και τους από 22-9-2008 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθ. 3763/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή