Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1901 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Μεταφορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικής ουσίας. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη αιτιολογίας, 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης, 3) Ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε για το σχηματισμό της περί της ενοχής κρίσης, 4) Ακυρότητα από την εξέταση ως μαρτύρων όσων άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αστυνομικοί που συνέλαβαν τους κατηγορούμενους. Απορρίπτει. Απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που άσκησε συγκατηγορούμενος, ο οποίος δεν είχε ασκήσει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 1901/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλαμάκη, περί αναιρέσεως της 460-461/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενους τους Χ2 και Χ3.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από α) 22 Απριλίου 2008, πρόσθετους λόγους αυτής (αίτησης αναίρεσης) και β) 22 Απριλίου 2008 πρόσθετους λόγους του Χ3 (συγκατηγορούμενο), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 40/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αρ. 460-461/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για μεταφορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Κατά τις 11-11-2004 και ώρα 18.30' περίπου, αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Αγρινίου, ενεργώντας στα πλαίσια εξακρίβωσης υπηρεσιακών πληροφοριών τους για διακίνηση ποσοτήτων ινδικής κάνναβης, από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, τον εντόπισαν με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητό του να κινείται σε (χωμάτινη) αγροτική οδό, κάθετη στην εθνική οδό Αγρινίου - Εμπεσού, λίγο έξω από το Καστράκι, να μεταβαίνει στο Αγρίνιο σε ταβέρνα όπου κάθησε για λίγο με εμφανή ανήσυχη αναμονή, και την ώρα 20.10' να επιστρέφει δια της εθνικής οδού Αγρινίου-Εμπεσού, μετά δε το χωριό Καστράκι να εισέρχεται στην ίδια αγροτική οδό, από όπου προ δύο ωρών περίπου είχε εξέλθει. Μετά από λίγα λεπτά της ώρας ήλθε από την ίδια κατεύθυνση (από το Αγρίνιο) και στάθμευσε στην προαναφερόμενη διασταύρωση της εθνικής οδού με την αγροτική οδό το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο τρεις λοιποί κατηγορούμενοι, οδηγούμενο από τον τρίτο από αυτούς Χ3 (και ιδιοκτησίας του), αφού προηγουμένως έκανε αναστροφή και έλαβε κατεύθυνση πορείας προς Αγρίνιο. Από το αυτοκίνητο αυτό αποβιβάσθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, εισήλθε στην αγροτική οδό και πεζός κατευθύνθηκε στο σημείο όπου είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητό του ο πρώτος κατηγορούμενος, σε απόσταση περίπου τριακοσίων μέτρων από τη διασταύρωση. Εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στο δεύτερο κατηγορούμενο ποσότητα 985 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε συσκευασία σακκούλας απορριμμάτων και ο δεύτερος κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο, ως τίμημα, το ποσό των 4.200 €. Αμέσως επενέβησαν οι ενεδρεύοντες αστυνομικοί και συνέλαβαν τους δύο αυτούς κατηγορούμενους, όπως και τους δύο λοιπούς που ανέμεναν στο σημείο της διασταύρωσης, χωρίς να αντιληφθούν τη σύλληψη των δύο πρώτων που προηγήθηκε. Δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος είχε τη φυσική εξουσία της άνω ποσότητας ναρκωτικών, (με δυνατότητα διάθεσής της κατά βούληση), μετέφερε αυτή με το αυτοκίνητό του στο σημείο παράδοσής της, προς εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσής του από πώλησή της στον δεύτερο κατηγορούμενο, η οποία πώληση είχε καταρτισθεί προηγουμένως μεταξύ τους προφορικώς και επιβεβαιώθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος εκπλήρωσης των εκατέρωθεν υποχρεώσεων με τηλεφωνική επικοινωνία τους δια μέσου των κινητών τηλεφώνων τους, αλλά και διαμέσου του κινητού τηλεφώνου του τρίτου κατηγορουμένου που χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο και τον δεύτερο κατηγορούμενο (συνεπιβάτη του αυτοκινήτου εκείνου), παραδόθηκε από τον πρώτο προς τον δεύτερο κατηγορούμενο η ποσότητα των ναρκωτικών και καταβλήθηκε από τον δεύτερο προς τον πρώτο κατηγορούμενο το τίμημα πωλήσεως και τέλος ο τρίτος κατηγορούμενος γνωρίζοντας την μεταξύ των δύο πρώτων υπό εκτέλεση σύμβαση πωλήσεως των ναρκωτικών, παρέλαβε με το αυτοκίνητό του και μετέφερε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο σημείο εκτέλεσης της συμβάσεως πωλήσεως, αναμένοντας αυτόν για να επιστρέψουν μαζί στο Αγρίνιο και αποβλέποντας πιθανώς σε κάποιο μερίδιό του από τα αγοραζόμενα ναρκωτικά. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία της αγοραπωλησίας των 985 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης και προβάλλουν αυτοτελείς ισχυρισμούς ο μεν πρώτος ότι είναι τοξικομανής και προόριζε τα ναρκωτικά για ιδία χρήση, άλλως διέθεσε μικροποσότητα για ιδία χρήση του δευτέρου κατηγορουμένου υποβάλλοντας και αίτημα χορήγησης σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 εδ. δ' και ε' Π.Κ., ο δε δεύτερος ότι προμηθεύθηκε τα ναρκωτικά για ιδία χρήση και ότι ενώ ήταν τοξικομανής και αποτοξινώθηκε. Όμως από τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψή τους ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών Α και Β (βλ. πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για τον τελευταίο) και τις εκθέσεις έρευνας, κατάσχεσης, ζύγισης και χημικής ανάλυσης που αναγνώσθηκαν αποδεικνύονται οι αποδιδόμενες στους τρεις πρώτους κατηγορούμενους κατηγορίες, για τους εξής λόγους: 1) Κατ' αρχήν όσον αφορά την πώληση των ναρκωτικών (και τις με αυτή συνδεόμενες κατοχή και μεταφορά για τον πρώτο κατηγορούμενο), το μέγεθος της ποσότητας (985 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης) καθεαυτό αποκλείει να είχε προορισμό ιδίας χρήσης, είτε για τον πωλητή, είτε για τον αγοραστή, ο οποίος άλλωστε κατείχε στην οικία του και άλλες ποσότητες (6,9 και 6,5 γραμμαρίων) ινδικής κάνναβης (βλ. από 12-11-2004 έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης ναρκωτικών) ανεξαρτήτως του ότι δεν συνέτρεχε και στα πρόσωπα αυτών (λόγω επαγγέλματος, συνθηκών διαβίωσης κ.λ.π.) κάποιος ιδιαίτερος λόγος εξασφάλισης σημαντικού αποθέματος τέτοιου είδους ναρκωτικών για δική τους χρήση. 2) Βεβαίως η συναλλαγή των δύο πρώτων κατηγορουμένων, δεν ήταν θεατή λόγω του σκότους της νύκτας, από τους μάρτυρες αστυνομικούς, αλλά τα υπόλοιπα στοιχεία που υπέπεσαν στην αντίληψή τους και τα ευρήματα (μετάβαση του δευτέρου κατηγορουμένου πεζού και χωρίς να φέρει μαζί του κάποιο αντικείμενο προς συνάντηση του δευτέρου, προσέγγισή τους σε απόσταση μισού μέτρου, σύλληψή τους, όταν ο δεύτερος κρατούσε τη σακκούλα με τα ναρκωτικά και ο πρώτος έφερε επάνω του το ποσό των 4.200 €) δεν καταλείπουν αμφιβολίες για το ότι μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων εκτελέσθηκε, κατά το εμπράγματο μέρος της, ενοχική συμφωνία τούτων αγοραπωλησίας ναρκωτικών ουσιών διότι: α) Εάν πρόθεση του πρώτου κατηγορουμένου ήταν να δώσει μικρή ποσότητα ινδικής κάνναβης στον δεύτερο για δική του χρήση, όπως αμφότεροι διατείνονται, θα είχε αποχωρήσει ο ίδιος αυτή τη μικροποσότητα και δεν θα την παρέδιδε ολόκληρη μαζί με τη συσκευασία της προς τον δεύτερο κατηγορούμενο β) Η επίκληση πρόθεσης μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων για διάθεση μικροποσότητας ινδικής κάνναβης (από τον 1° στον 2°), για ιδία χρήση του δευτέρου, αυτοαναιρείται με την από 12-11-2004 απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου στην προανάκριση, με την οποία, αφού στην αρχή ισχυρίζεται ότι τηλεφωνικά ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο να του δώσει "οποιαδήποτε ποσότητα, για να καπνίσει" (και ενώ είχε στην οικία του 13,4 γραμμάρια ινδικής κάνναβης), στη συνέχεια αναγνωρίζει ότι παραδόθηκε σ' αυτόν από τον πρώτο κατηγορούμενο ολόκληρη η κατεχόμενη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών με τη φράση "Δεν μπορώ να δικαιολογήσω γιατί ο Χ1 μου έδωσε τόσο μεγάλη ποσότητα χασίς...... γ) Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι το ποσό των 4.200 € το προόριζε για ζωοτροφές και δεν αποτελούσε τίμημα της πώλησης των ναρκωτικών, είναι μη πειστικός και αναπόδεικτος, γιατί κατά πρώτο λόγο συνδυάζεται με τον συναφή ισχυρισμό του ότι είχε σκοπό να δώσει στον δεύτερο κατηγορούμενο μικροποσότητα και όχι το σύνολο της ποσότητας των 985 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, για την οποία όμως δεν υπάρχει καμμία ένδειξη ότι θα δινόταν δωρεάν, όπως επίσης δεν προκύπτει η ύπαρξη πιθανότητας να μετέφερε από σύμπτωση τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό αυτός όταν μετέβαινε για πώληση της άνω σημαντικής ποσότητας ινδικής κάνναβης, σε καιρό νύκτας, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για αγορά ζωοτροφών στο μέλλον. 3) Ο τρίτος κατηγορούμενος παρέλαβε και μετέφερε με το αυτοκίνητό του τον δεύτερο κατηγορούμενο στον τόπο παραλαβής των ναρκωτικών και τον ανέμενε για να επιστρέψουν μαζί στο Αγρίνιο. Επί πλέον στο κινητό τηλέφωνό του (μάρκας PANASONIC με κάρτα SIM), που κατασχέθηκε, έχουν καταγραφεί τηλεφωνικές κλήσεις προς το επίσης κατασχεθέν κινητό του πρώτου κατηγορουμένου (μάρκας ΝΟΚΙΑ με κάρτα SIM), στο οποίο έγινε αντίστοιχη καταγραφή των κλήσεων αυτών, κατά τη διάρκεια μετάβασης των κατηγορουμένων στον τόπο συναλλαγής και κατά το χρόνο διενέργειάς της. Παρά την προσπάθεια του τρίτου κατηγορουμένου να αποδώσει τις κατά τη διαδρομή κλήσεις του κινητού τηλεφώνου του (προς το κινητό τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου) στο δεύτερο κατηγορούμενο (λόγω προβαλλόμενης βλάβης του κινητού τηλεφώνου του τελευταίου), οι τηλεφωνικές κλήσεις κατά το χρόνο που ανέμενε την επιστροφή του δευτέρου κατηγορουμένου προδίδουν τη γνώση του για τη διενεργούμενη αγοραπωλησία των ναρκωτικών και την παροχή υλικής και ψυχικής συνδρομής στο δεύτερο κατηγορούμενο. Γιατί, αν είχε βάση αληθείας ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι δεν είχε σχέση ο ίδιος με τον πρώτο κατηγορούμενο και πίστευε ότι σκοπός αποβίβασης από το αυτοκίνητο του δευτέρου κατηγορουμένου ήταν η κατά δήλωση τούτου "σωματική του ανάγκη", τότε δεν εξηγείται λογικά το ότι: α) Μετά την αποβίβαση του δευτέρου κατηγορουμένου από το αυτοκίνητο αυτός (τρίτος κατηγορούμενος) ενήργησε αναστροφή και έδωσε στο αυτοκίνητο του αντίστροφη (προς Αγρίνιο) από την μέχρι τότε κατεύθυνση πορείας του, καθιστώντας έτσι εμφανές ότι εκεί ήταν ο τερματικός προορισμός τους, όπου θα αναζητούσε ο δεύτερος τον "φίλο του" πρώτο κατηγορούμενο σύμφωνα με το σχέδιο μεταφοράς που εκείνος (γ' κατηγορούμενος) κατά τις απολογίες του, είχε αναλάβει και συνεπώς είναι ανακριβής ο ισχυρισμός του ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αποβιβάσθηκε για σωματική του ανάγκη, β) Στην επικαλούμενη ανησυχία του τρίτου κατηγορουμένου για την καθυστέρηση επιστροφής του δευτέρου λογική διέξοδος θα ήταν - εάν ο δηλούμενος σκοπός αποβίβασης ήταν ακριβής ή καθ' υπόθεση πιστευτός από τον τρίτο κατηγορούμενο - η προσπάθειά του προσωπικής αναζήτησης του δευτέρου κατηγορουμένου (με χρήση ή μη του αυτοκινήτου) προς την αγροτική οδό, όπου ο τελευταίος κατευθύνθηκε και όχι η επίμονη προσπάθεια άντλησης πληροφοριών από "φίλο" που συμπτωματικά ήταν ο πωλητής, των ναρκωτικών ουσιών, γ) Το ότι ο τρίτος κατηγορούμενος παρέμεινε στο ίδιο σημείο με το αυτοκίνητό του αναμένοντας την επιστροφή του δευτέρου κατηγορουμένου, δεν οφείλεται σε άγνοια του προορισμού του, αλλά σε άγνοια της σύλληψής του από τους αστυνομικούς, όπως προκύπτει αυτό, τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών, όσο και (εμμέσως) από τις ομολογίες των δύο τελευταίων κατηγορουμένων. 4) Ο πρώτος κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής, διότι από την αναγνωσθείσα από 30-11-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή του Ψυχιατρικού Παραρτήματος Φυλακών Κορυδαλλού Γ προκύπτει ότι δεν πληρεί τουλάχιστον τρία από τα κριτήρια της απόφασης του υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Α2β/οικ. 3982/7-10-1987 (ΦΕΚ Β 577/4-11-1987) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 13 § 2 Ν. 1729/1987 (πρβλ. και Α.Π. 1468/2004 Ποιν.Δικ. 2004, 450) αλλά πληροί με βεβαιότητα μόνον δύο από αυτά τα κριτήρια και αφήνει απλώς ένα ενδεχόμενο πιθανότητας πλήρωσης ενός τρίτου (αρ. 6) κριτηρίου για το οποίο δεν υπήρχαν στοιχεία διακρίβωσής του και δεν ανετράπη αυτή η διαπίστωση από άλλα μεταγενέστερα περιστατικά. 5) Ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος είναι τοξικομανής (βλ. από 6-12-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αυτού ως άνω ιατροδικαστή) "παρακολούθησε από 2-10-2006 έως και τις 18-10-2007 το Θεραπευτικό Πρόγραμμα Υποκατάστασης με βουπρενορφίνη που λειτουργεί στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου σε συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ... όπου και αποτοξινώθηκε επιτυχώς. Συνεχίζει τη θεραπεία του από 23-10-2007 ως καθαρός στη φάση της προεπανένταξης, στην οποία βρίσκεται μέχρι σήμερα" (βλ. αρ. πρωτ. 874/29-10-2007 βεβαίωση της ψυχιάτρου Δ, ως υπευθύνου εξωτερικού ιατρείου απεξαρτήσεων του Γ. Νοσοκομείου Αγρινίου. ΟΚΑΝΑ Αγρινίου), δηλαδή δεν ολοκλήρωσε το θεραπευτικό πρόγραμμα συντήρησης και απεξάρτησης. Κατά συνέπεια πρέπει α) ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, (της αυτής ποσότητας) με το ελαφρυντικό του ότι επί σχετικώς μακρό χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του συμπεριφέρθηκε καλώς (αρθρ. 84 § 2ε' Π.Κ.) και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημά του για χορήγηση σ' αυτόν και του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας, (άρθρο 84 παρ. 2δ' Π.Κ.) καθ' όσον δεν αποδεικνύεται αυτή, β) ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αγοράς ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής (χωρίς να έχει ολοκληρώσει το θεραπευτικό πρόγραμμα), γ) Ο τρίτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην αγορά ναρκωτικών από το δεύτερο (μεταφοράς του και ψυχικής ενθάρρυνσής του) με το ελαφρυντικό του ότι επί σχετικά μακρό χρονικό διάστημα συμπεριφέρθηκε καλώς (αρθρ. 84 § 2ε' Π.Κ.) και δ) Ο τέταρτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών, γιατί ναι μεν συνεπέβαινε στο αυτοκίνητο του τρίτου κατηγορουμένου (φίλου του) και ανέμενε με αυτόν την επιστροφή του δευτέρου κατηγορουμένου, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, πέρα από την απλή παρουσία του, είτε ότι γνώριζε τις ενέργειες του δευτέρου και την παρεχόμενη σ' αυτόν συνδρομή του τρίτου, είτε ότι αντιλήφθηκε ως ενδεχόμενη την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα των συγκατηγορουμένων του και παρείχε με οποιονδήποτε τρόπο ψυχική ή υλική συνδρομή σ' αυτούς, δεν αρκεί δε για τη θεμελίωση κατηγορίας εναντίον του μόνο το γεγονός ότι η απολογία του περιέχει ανακρίβειες, συστοιχιζόμενη σε σημαντικό βαθμό με την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της μεταφοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και του επιβλήθηκε όμως μια ποινή διότι τα εγκλήματα αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (άρθ. 20 παρ. 2 Ν. 3459/2006), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 Π.Κ. 4 παρ. 1, 3 πιν. Α6, 5 παρ. 1β, περ. ζ Ν. 1729/87 όπως ισχύει σήμερα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό, το οποίο δεν είναι ταυτόσημο με το διατακτικό, υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας με αναφορά σε περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και συγκεκριμένα 985 γραμμάρια ινδικής κάνναβης, από το δημοτικό διαμέρισμα Καστρακίου του Δήμου Στράτου Αιτωλοακαρνανίας, προς το Αγρίνιο, εξειδικεύεται πλήρως η φυσική εξουσίαση του αναιρεσείοντα επί της ποσότητας αυτής, εις τρόπον ώστε να μπορεί αυτός, σε κάθε στιγμή, να διαπιστώνει την ύπαρξή της, καθώς και το ότι αυτός, με παράθεση πραγματικών περιστατικών και συναφή αιτιολογία, πώλησε και παρέδωσε την ποσότητα αυτή της ινδικής κάνναβης στους συγκατηγορουμένους του Χ2, Θεμιστοκλή Χ3 και Χ4, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των 4.200 Ευρώ, μη απαιτουμένων επιπρόσθετων στοιχείων για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και τέταρτος και πέμπτος λόγοι, των προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο από τα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο 26 έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται, τόσο κατά τη χρονολογία εκδόσεώς τους, όσο και κατά το περιεχόμενό τους. Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή των αναγνωσθέντων εγγράφων είχε σαν συνέπεια ο κατηγορούμενος να μην στερηθεί του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά, αφού τα έγγραφα αναγνώσθηκαν, με συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. και με συναφή αιτίαση ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα αναφέρονται αορίστως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος ακυρότητας, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης και με την αιτίαση ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, τις εκθέσεις ζύγισης και χημικής ανάλυσης, οι οποίες δεν αναγνώσθηκαν, με συνέπεια να στερηθεί τον εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ. απορρέοντος δικαιώματός του, αυτός είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, από τα πρακτικά που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν, κάτι το οποίο ρητά (περί της ανάγνωσής τους) επαναλαμβάνεται και στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρ. 211 του Κ.Π.Δ. "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης. Η ακυρότητα πάντως που δημιουργείται από την εξέταση στο ακροατήριο του ασκήσαντος εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα, δεν είναι απόλυτη, ούτε εξ αυτής δημιουργείται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., αλλά σχετική και εξ αυτής ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθ. 510 παρ. 1 περ. Β' του ίδιου Κώδικα, μόνον αν δεν καλυφθεί, κατά τα άρ. 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης ο αναιρεσείων διατείνεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο οι δύο αστυνομικοί οι οποίοι συνέλαβαν τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους συγκατηγορουμένους του. Κατ' αρχήν, πρέπει να σημειωθεί ότι, εναντίον της εξέτασης αυτής δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του σχετική εναντίωση, με τη μορφή της ακυρότητας που διαλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 211 Κ.Π.Δ., και συνεπώς, η οποιαδήποτε (σχετική) ακυρότητα, καλύφθηκε, πέρα από το γεγονός ότι, μόνη η σύλληψη του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του από τους δύο αστυνομικούς, δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ.) είναι απαράδεκτος. IV. Κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με ο άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικός εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Π.Δ. ναι μεν δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περίπτ. Δ' και 481 παρ. 1 περίπτ. β' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του (ΟΛ. Α.Π. 1/2004). Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι το Πενταμελές Εφετείο Πατρών που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη του και προέβη σε αποδεικτική αξιολόγησή τους, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις προανακριτικές καταθέσεις του ιδίου και του συγκατηγορουμένου του Χ2. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της εκκαλουμένης, αλλά και από το αιτιολογικό αυτής, δεν λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις του αναιρεσείοντος και του ως άνω συγκατηγορουμένου του, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 105 του Κ.Π.Δ. και ως εκ τούτου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
V. Επειδή, εκ του άρθρου 469 Κ.Π.Δ., στο οποίο ρητώς διαλαμβάνεται ότι στις αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις οι λόγοι αναίρεσης που άσκησε κάποιος από τους κατηγορουμένους, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους, του άρθρου 509 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το οποίο προβλέπει την εκ μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση προσθέτων λόγων δια δικογράφου, το οποίο, με ποινή ακυρότητας, κατατίθεται 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ημέρα, και του άρθρου 513 του ιδίου Κώδικα, το οποίο ορίζει ότι για τη συζήτηση της αναίρεσης καλούνται και οι υπόλοιποι διάδικοι και συνεπώς και ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, εντός των προβλεπομένων στο άρθρο 166 του ιδίου Κώδικα προθεσμιών, σαφώς προκύπτει ότι ο μη ασκήσας αίτηση αναίρεσης συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος ωφελείται μόνον εκ των λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος, τους οποίους μπορεί και να αναπτύξει κατά τη συζήτηση, αλλά δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει προσθέτους λόγους και κατά μείζονα λόγο να επιδιώξει με αυτούς την ως προς αυτόν, και μόνον, εξαφάνιση της απόφασης. Εάν με το ως άνω άρθρο 469, δίνονταν στον συγκατηγορούμενο το δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετους λόγους, αυτό θα αναφέρονταν ρητά στο άρθρο αυτό ή στο προαναφερόμενο άρθρο 509 ή σε κάποια άλλη διάταξη και επιπρόσθετα θα προβλέπονται ή η έγκαιρη γνωστοποίηση στον συγκατηγορούμενο της άσκησης της αναίρεσης, ώστε να είναι δυνατή και η από την πλευρά του άσκηση των προσθέτων λόγων, μέσα στην εκ του άρθρου 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ. οριζόμενη προθεσμία ή έστω μέσα σε προθεσμία μικρότερης της αναφερομένης. Τέλος, θα προβλέπονταν ότι ο συγκατηγορούμενος θα είχε το δικαίωμα να υποστηρίξει τους δικούς του πρόσθετους λόγους κατά τη συζήτηση, στην περίπτωση κατά την οποία ο αναιρεσείων θα παραιτείτο της αναίρεσης, καθώς και όταν θα εγκατέλειπε αυτήν ανυποστήρικτη, με το να μην εμφανιστεί κατά τη συζήτηση. Κατά ταύτα, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, οι πέντε λόγοι των από 23 Απριλίου 2008 προσθέτων λόγων αναίρεσης, του μη ασκήσαντος αναίρεση συγκατηγορουμένου Χ3, οι οποίοι έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τους λόγους του κυρίου δικογράφου αναίρεσης και αυτών των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος και θα καταδικαστεί αυτός, επίσης, στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ'αρ. 682/2007 αίτηση, καθώς και τους από 22 Απριλίου 2008 προσθέτους λόγους του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αρ. 460-461/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.

Απορρίπτει τους από 22 Απριλίου 2008 πρόσθετους λόγους του μη ασκήσαντος αναίρεση Χ3, κατοίκου ..., κατά της ιδίας ως άνω αποφάσεως. Και
Καταδικάζει αυτόν στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ