Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2236 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής.




Περίληψη:
Ι. Χρέη προς το Δημόσιο. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του εγκλήματος. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία. ΙΙ. Αοριστία λόγου αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας ο λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. ΙΙΙ. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Αόριστη η επίκληση μόνο της διατύπωσης των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ. Άρθρο 25 ΠΚ. Στοιχεία του ορισμένου. IV. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης και έλλειψη αιτιολογίας.




Αριθμός 2236/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση τον αναιρεσείοντα - κατηγορουμένο Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, περί αναιρέσεως της 861/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 335/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Η πιο πάνω διάταξη του ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολής οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ., όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ., γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ.5 εδ.α' του ν. 2523/1997, οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται και αυτές για τις οποίες δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, τόσο από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, όσο και από λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος των από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εφόσον πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, ή τα δυο εκατομμύρια δραχμές, αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και συνεπώς, αν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών, μικρότερων εκείνων που ορίζονται, κατά περίπτωση, με το νόμο αυτό, πρέπει, εφόσον εκδικάζεται η υπόθεση μετά την ισχύ του, να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος, β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ακόμη, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για καθεμιά από τις δύο άνω κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο για την στήριξη της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του υπάρχει και όταν η αντίφαση αυτή δημιουργείται μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, αρκεί τα τελευταία να αποτελούν παραδοχές από κοινού με εκείνες του σκεπτικού. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτήν. Κατ'εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς τον δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 881/2007 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, στα ..... στις 1-10-2000 με την ιδιότητά του ως του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΑΕ" με πρόθεση παρέβη την προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένο στην αρμόδια ΔΟΥ Γιαννιτσών και συγκεκριμένα δεν κατέλαβε το ποσό των 151.231,46 ευρώ, εφάπαξ καταβλητέο την 31-7-2000, το οποίό αφορά σε λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Κατ'ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ.1 περ.γ', 2 ν. 1882/1990 ως αντικατ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Μ'αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού Α) προσδιορίζονται όλα τα κρίσιμα στοιχεία για να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ήτοι α) η ΔΟΥ Γιαννιτσών, ως αρχή η οποία προέβη στη βεβαίωση του χρέους, προκύπτουσα αδιστάκτως παρά τη μη ρητή αναφορά της, κυρίως από το στο διατακτικό αναφερόμενο ως τόπο τελέσεως του εγκλήματος της μη καταβολής χρέους προς το Δημόσιο, β) το ύψος του χρέους, ανερχόμενο κατά τις παραδοχές σε 151.231,46 ευρώ. Η στο διατακτικό αναγραφή και άλλου χρέους ύψους 101.767,83 ευρώ, δεν προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως, στις παραδοχές της, αλλ'οφείλεται σε προφανή παραδρομή, όπως αυτό προκύπτει αβίαστα από το ότι σ'αυτό αναγράφεται ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται όσο το στο αιτιολογικό αναφερόμενο ποσό των 151.231,46 ευρώ, αντίφαση που θα δημιουργείτο ενδεχομένως, αν στο συνολικό άθροισμα των ποσών του διατακτικού περιλαμβανόταν και το ποσό των 101.767,83 ευρώ, γ) ο τρόπος πληρωμής του ως άνω χρέους (εφάπαξ) δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του (31-7-2000) ε) η μη πληρωμή του ως άνω εφάπαξ καταβαλλόμενου ποσού πέραν των δύο μηνών με την αναφορά στο διατακτικό ως χρόνου τέλεσης της πράξης την 1-10-2000 και στ) ότι το χρέος αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Κατά συνέπεια, εν όψει των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 περ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεων των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, και μη παράθεσης πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν τον δόλο του αναιρεσείοντα, που υποστηρίζει τ'αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερη αναφορά περιστατικών στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων δεν απαιτείτο, αφού ο δόλος αυτού ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 ΠΚ δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε. Εξ άλλου η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση ου άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως, ή στη μείωση της ποινής. Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του Π.Κ. το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ισχυρισμός για την αναγνώριση μίας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψη του. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης δεν αρκεί μόνο η απλή παράθεση του κειμένου του νόμου που τον προβλέπει αλλά απαιτείται να γίνεται και συγκεκριμένος προσδιορισμός της επικαλούμενης έλλειψης ή παράβασης. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε" πρέπει, για να είναι αυτός ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται, σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από αυτή. Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε ενώπιον του κατ'έφεση δικάζοντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 25 ΠΚ προβάλλοντας τα εξής: "Οι προϋποθέσεις που το Ελληνικό Δημόσιο επιδότησε την ΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΣ, την οποία εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος, δεν επακολούθησαν, άλλως εξέλειπαν και αυτό γιατί, κατά το στάδιο της εργολαβικής παραδόσεως και παραλαβής του έργου από τον κατηγορούμενο, ο εργολάβος έκανε εικονική μεταβίβαση, η οποία και ακυρώθηκε, από μεν το Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, με την υπ' αριθμ. 79/2002 απόφασή του, και από το Εφετείο Θεσ/νίκης, με την υπ' αριθμ. 1054/2005 απόφασή του. Η επιδότηση του Ελληνικού Δημοσίου, δόθηκε για την κατασκευή του εργοστασίου επεξεργασίας οπωροκηπευτικών και για να επιστραφεί στο δημόσιο, μετά την παραγωγική λειτουργία του. Ο κατηγορούμενος, νομίμως ενεργών, εκτέλεσε την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, με την με αρ. ..... έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης της δικ. επιμελήτριας ....., πλην όμως, δε μπόρεσε να εγκατασταθεί και εκμεταλλευτεί το εργοστάσιο, διότι, αυτοί που το αγόρασαν εικονικά, το μίσθωσαν για 8 έτη στην ΓΑΙΑ ΠΕΛΛΑΣ ΕΠΕ και συνεπώς, αποδοτέο ήτανε στο δημόσιο, το μίσθωμα, έναντι του χρέους. Κατόπιν αυτού, προέβη σε κατάσχεση του μισθώματος εις χείρας τρίτου, και σε συνεργασία με την Δ.Ο.Υ Γιαννιτσών, το μίσθωμα κατατίθεται από τη μισθώτρια, άνευ μεσολαβήσεως του κατηγορουμένου, στο Δημόσιο Ταμείο, με αποτέλεσμα να μειώνεται το χρέος, ενώ οι μέχρι τούδε καταβολές, έχουν ξεπεράσει τις 56.000 ευρώ και με αυτόν το ρυθμό, θα συνεχίσει η καταβολή". Σε περίπτωση δε ενοχής, ζήτησε τα ελαφρυντικά που αναφέρονται στο άρθρο 84 παρ. 1 ΠΚ και ειδικότερα εδ' α) προτέρου έντιμου βίου, β) ότι δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια, αλλά από ένδεια δ) ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεως του, και ε) ότι μετά τη πράξη συμπεριφέρθηκε καλά για το εναπομείναν χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα. 'Ολοι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι. Ειδικότερα α) όσον αφορά τον επί του άρθρου 25 ΠΚ επιχειρούμενο να θεμελιωθεί, αυτοτελή ισχυρισμό, καθόσον τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν είναι επαρκή για την εφαρμογή του, αφού, εκτός των άλλων δεν προσδιορίζεται ποιος είναι ο παρών και αναπότρεπος κίνδυνος προς αποτροπή του οποίου ο αναιρεσείων έβλαψε το Ελληνικό Δημόσιο, αρνούμενος τη καταβολή του σ'αυτό οφειλόμενου χρέους. Τα παραπάνω επικαλούμενα περιστατικά εμπίπτουν στη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2β του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση της ώθησης στη πράξη από μη ταπεινά αίτια, την οποία και δέχθηκε το Δικαστήριο ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επέβαλε για τον λόγο αυτό μειωμένη ποινή σ'αυτόν. β) Αόριστοι είναι και οι επιχειρούμενοι να θεμελιωθούν στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ.2 α, (προτέρου εντίμου βίου), 2 δ (ειλικρινούς μεταμέλειας), 2 ε (καλής συμπεριφοράς μετά τη πράξη) με την επίκληση μόνο της διάταξης του νόμου, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν καθένα απ'αυτούς. Εν όψει αυτών το Δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε υποχρέωση να τους ερευνήσει ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη τους, και σιωπηρά απορρίπτοντάς τους δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 510 περ. Β, Δ πλημμέλειες της έλλειψης ακρόασης και έλλειψης αιτιολογίας και είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζονται τ'αντίθετα. Απορριπτέος εξ άλλου ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας είναι και ο από το άρθρο 510 περ. Ε' σχετικός λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού ο αναιρεσείων αναλίσκεται απλώς σε νομική ανάπτυξη των απόψεών του, αλλά και ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και κατά τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση αναίρεσης αντιφατικά ως προς τον από το άρθρ. 510 περ.Β προβαλλόμενο λόγο, το δικαστήριο δεν ερεύνησε τους ισχυρισμούς του, και δεν υπάρχουν παραδοχές αυτού επ'αυτών ώστε να έχει εφαρμογή ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τελευταίος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, όσον αφορά το ύψος της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ποινής με την ειδικότερη αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αν το δικαστήριο της ουσίας, επιβάλλοντας στον τελευταίο ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, δεχόμενο τα ελαφρυντικό του άρθρου 84 2β, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997 η οποία προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με κάθε είδους προσαύξηση υπερβαίνει τα 4.500.000 δρχ. (13.206 €) η πράξη επισύρει ποινή φυλάκισης έξι μηνών τουλάχιστον, ή την διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η οποία επισύρει, αν το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, ποινή φυλάκισης ενός τουλάχιστον έτους, και τούτο διότι εν όψει της διάταξης του άρθρου 83 περίπτ. δ' η οποία ορίζει ότι "σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν εμπίπτει στις α, β και γ του ως άνω άρθρου περιπτώσεις, ο δικαστής μειώνει τη ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριο του είδους της ποινής, και συνεπώς, ενόψει του ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ύψος του οφειλόμενου στο Δημόσιο χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, η επιβληθείσα ποινή των πέντε μηνών κείται μέσα στα πλαίσια των ύψους της ποινής που ορίζουν ως ελάχιστο όριο αμφότερες οι προμνησθείσες διατάξεις. Μετά από αυτά πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο. 583 παρ.1 ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 861/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ