Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 581 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματεμπορία.




Περίληψη:
Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για σωματεμπορία. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 581/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου ...... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργαρίτα Πετράκη, για αναίρεση της με αριθμό 10 - 14/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 8 Αυγούστου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.350/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 10-14/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος σωματεμπορίας από κοινού. Πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της δίκης "για να κλητευθεί ως μάρτυρας η παθούσα Χ1". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι "Επειδή ο λόγος αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί και προσέλθει η αλλοδαπή Χ1, κρίνεται αβάσιμος καθ' ότι η εν λόγω έφυγε από την Ελλάδα και είναι δύσκολη η ανεύρεσή της, η δε αναβολή εις ουδέν άλλο οδηγεί παρά μόνο στην αρνησιδικία. Τα στοιχεία τα οποία στηρίζουν τα περιστατικά υφίστανται στη δικογραφία και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος αναβολής.
Συνεπώς το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί". Επομένως, έχει η εν λόγω απόφαση την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ως άνω απορριπτική κρίση της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η υπ' αριθ. 43-51/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κέρκυρας, γιατί το πρωτόδικο τούτο δικαστήριο, 1) καταδίκασε τον αναιρεσείοντα χωρίς να κλητευθεί και εξετασθεί η ως άνω παθούσα η οποία είχε απελαθεί διοικητικά παράνομα, 2) απέρριψε χωρίς αιτιολογία την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας, καθόσον, χωρίς να κλητευθεί νόμιμα ο συγκατηγορούμενός του Ζ1 ανέστειλε την επ' ακροατηρίω διαδικασία, 3) απέρριψε χωρίς αιτιολογία την ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας εξαιτίας του χωρισμού της δίκης ως προς τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Ζ1, 4) κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου διεχώρισε τη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αρχικά συγκατηγορουμένων του Ζ2, Ζ1 και Χ1 5) απέρριψε χωρίς αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί απλής συνέργειας στην σωματεμπορία, απόπειρας στη ως άνω πράξη, πραγματικής πλάνης, περί μη υπάρξεως καταγγελίας από την παθούσα και ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2β' και 2ε' του Π.Κ., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Οι ανωτέρω υπ' αριθμ. 2, 3, και 4 ενστάσεις που επαναφέρθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας και οι οποίες αφορούν ενδεχομένως ακυρότητες της διαδικασίας των συγκατηγορουμένων του και όχι του ιδίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, και συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στις ως άνω ενστάσεις. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της παρά τον νόμο και αναιτιολόγητης απορρίψεως των ανωτέρω ενστάσεων ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα. Η αιτιολογία, τέλος, της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μή εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:. "Στην .... την 24-11-2002, ο κατηγορούμενος από κοινού με άλλο πρόσωπο μετέφερε εντός της επικράτειας και παρέδωσε με αντάλλαγμα σε άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί αυτό στη γενετήσια εκμετάλλευση του προσώπου αυτού συνισταμένη στην επιχείρηση από κερδοσκοπία οποιασδήποτε ασελγούς πράξης, αποσπώντας τη συναίνεσή του με τη χρήση απατηλών μέσων εκμεταλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις και συγκεκριμένα μαζί με τον Ζ1, Βουλγαρικής υπηκοότητας μετέφερε από την Αθήνα στην ....και εκεί παρέδωσε σε αστυνομικό της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Κερκύρας, ο οποίος προσεποιείτο τον "αγοραστή", ενώ στην πραγματικότητα ενεργούσε στα πλαίσια της υπηρεσίας του, την αλλοδαπή Χ1, ρωσικής υπηκοότητας, με αντάλλαγμα 4.500 ευρώ, αποσπώντας τη συναίνεσή της με την παραπλάνησή της ότι θα εργασθεί ως σερβιτόρα σε κέντρο διασκέδασης στην Κέρκυρα εκμεταλευόμενος την ευάλωτη θέση της και ειδικότερα το γεγονός ότι ήταν οικονομική μετανάστης, χωρίς εργασία και χρήματα, ευρισκόμενη σε νεαρή ηλικία μακριά από την πατρίδα της και την οικογένειά της με σκοπό να προβαίνει ο εργοδότης της στη γενετήσια εκμετάλευσή της, δηλαδή στη χρησιμοποίηση του σώματός της, για να συνευρίσκεται ερωτικώς έναντι αμοιβής 100 ευρώ κάθε φορά με αόριστο αριθμό ανδρών...Γνώριζε ο κατηγορούμενος τη δεινή οικονομική θέση της αλλοδαπής και σκέφθηκε να κερδίσει μ' αυτό τον τρόπο χρήματα. Ειδικότερα καθ' όλη τη διαδρομή από Αθήνα προς ... ενώ του δόθηκε η δυνατότητα να υπαναχωρήσει από την πράξη, αφού όπως διατείνεται στοδρόμο μετάνοιωσε, όμως δεν το έπραξε, απεναντίας σταθερά προσηλωμένος στο κέρδος έφθασε στην .... συνεννοούμενος με τον αστυνομικό ως δήθεν αγοραστή από τον οποίο μάλιστα, αφού δεν γνώριζε την πραγματική ιδιότητα του, ζήτησε να λαμβάνει και άλλα χρήματα από κάθε συνεύρεση της γυναίκας με άνδρες, γεγονός που σαφώς μαρτυρεί τη γνώση και τη θέληση του κατηγορουμένου να εμπορευθεί σεξουαλικά την αλλοδαπή και να κερδίσει μ' αυτό τον τρόπο χρήματα. Μετά από τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό και να απορριφθούν όσα αντίθετα υποστηρίζονται για μη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας ως και για την αναγνώριση στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων ελλείψει ειδικών πραγματικών περιστατικών. Ιδία πρέπει να αναφερθείότι ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο δεν μετεμελήθη, αλλά προ των ευθυνών του επεχείρησε να επιτύχει ευμενέστερη μεταχείριση". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματεμπορίας από κοινού, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 351 παρ.2-1 και 6 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αιτιολογεί επαρκώς εκ του πράγματος η προσβαλλόμενη απόφαση την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί απόπειρας τελέσεως εκ μέρους του της ανωτέρω πράξεως άλλως ότι τυγχάνει απλούς συνεργός, όταν δέχεται ότι αυτός τέλεσε το ως άνω έγκλημα ως αυτουργός . Περαιτέρω η αιτίαση ότι είναι άκυρη η άσκηση της ποινικής διώξεως για το ανωτέρω έγκλημα καθόσον δεν υπάρχει καταγγελία, μήνυση ή έγκληση της παθούσης είναι απορριπτέα ως επί αναληθούς προυποθέσεως ερειδομένη δεδομένου ότι το έγκλημα του άρθρου 351 Π.Κ. διώκεται αυτεπαγγέλτως. Επιπροσθέτως η αιτίαση ότι επήλθε ακυρότης της διαδικασίας διότι κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του συνηγόρου του αναιρεσείοντος διεκόπη η συνεδρίαση του Δικαστηρίου είναι αβάσιμη δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα η διακοπή αυτή. Επομένως, οι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου ποινικών διατάξεων των άρθρων 45, 351 παρ. 2-1 και 6 ΠΚ (άρθρ. 510 παρ. Ι στοιχ. Α, Δ, και Ε ΚΠΔ) λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως απαράδεκτοι.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 30 ΠΚ περί πραγματικής πλάνης, που αποκλείει τον καταλογισμό της πράξεως στο δράστη. Από τη διάταξη του άρθρου 30 ΠΚ προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τί πράττει και είναι αδιάφορο ποία υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει, να αιτιολογείται ειδικώς υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τη πιο πάνω διάταξη είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για τη θεμελίωση του περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού του, πρόβαλε το ότι "δεν γνώριζε ότι συνοδεύοντας για παρέα τον Ζ1 ενδέχεται να υποκρύπτεται κάποιο έγκλημα ή αδίκημα ή επρόκειτο να διαπραχθεί κάτι τέτοιο". Ο ισχυρισμός όμως αυτός που πρόβαλε ο αναιρεσείων, χωρίς να επικαλεσθεί τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά άγνοιας ή εσφαλμένης αντιλήψεως κάποιου συστατικού στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξεως σωματεμπορίας, είναι αόριστος και το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία σ' αυτόν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "του ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια " (περ.β'), και β) " και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε'). Στην πρώτη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια . Επίσης, στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2β και 2ε Π.Κ. καθόσον α) "Στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, αλλά από αφέλεια, απερισκεψία, μπήκε στο αυτοκίνητο του σκευωρού Ζ2 και πήγανε στην ....." και β) "Μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για όλο το διάστημα μέχρι σήμερα, χωρίς να ενοχλήσει οιονδήποτε ή να βλάψει οιονδήποτε, οπουδήποτε". Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι, αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια, ούτε εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις του αυτές. Η απλή αναφορά ότι από αφέλεια και απερισκεψία μπήκε στο αυτοκίνητο του σκευωρού Ζ2, δεν αρκούν για να καταστήσουν ορισμένο τον πρώτο ισχυρισμό του. Επίσης, δεν αρκεί η αναφορά ότι μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για όλο το διάστημα μέχρι σήμερα, χωρίς να ενοχλήσει οιονδήποτε ή να βλάψει οιονδήποτε, οπουδήποτε" για να καταστήσουν ορισμένο τον δεύτερο ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών δεν όφειλε να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία, στους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως που ασκούνται με το από 8-8-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων είναι απαράδεκτοι, γιατί η κατάθεση δεν έγινε στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ) αλλά στον γραμματέα του Εφετείου Κερκύρας. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.2/6-6-2008 αίτηση και τους από 8-8-2008 προσθέτους λόγους αναιρέσεως του ..... για αναίρεση της 10-14/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ