Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 667 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 667/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μερκουλίδη και 2) Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή, περί αναιρέσεως της 1673/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11.11.2008 και 17.11.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1946/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας και να κηρυχθεί αυτή αθώα και να γίνει δεκτή εν μέρει εκείνη του δευτέρου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αιτήσεις α) υπ' αριθμ. 9/11-11-2008 της κατηγορουμένης Χ και β) από 17-11-2008 του κατηγορουμένου Ζ για αναίρεση της 1673/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφισταμένης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας.
Α) Ως προς την αίτηση αναίρεσης της Χ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η έκθεση, που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν. 2.408/1996 και ισχύει από 4.6.1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται γι' αυτή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, για έλλειψη αιτιολογίας, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτής, προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 1136/18-9-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Ηρακλείου, η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγο-ρούμενός της Ζ κηρύχθηκαν αθώοι των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας (άρθρ. 224 παρ. 2,1 Π.Κ.) και της παράβασης καθήκοντος, αντίστοιχα. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου άσκησε την υπ' αριθμ. 366/25-9-2006 έφεσή της. Στην έκθεση αυτή της έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την εξέταση του προβαλλόμενου σχετικού με αυτή λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται, ότι η εν λόγω Εισαγγελέας εφεσιβάλλει την πιο πάνω απόφαση, με την οποία η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της κηρύχθηκαν αθώοι, "διότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 145 παρ.1 Ν.3463/06 "οι δήμαρχοι....υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως κάθε φορά ισχύει". Η διάταξη αυτή είναι δικονομική και ως τέτοια έχει αναδρομική δύναμη ισχύουσα και για τις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά το ατέλεστο μέρος τους (άρθρο 596 ΚΠΔ). Λόγω δε του χαρακτήρα της αυτού η ως άνω διάταξη, με την οποία δεν θεσπίζονται εγκλήματα, ούτε επαυξάνονται οι ποινές προβλεπομένων ήδη εγκλημάτων, δεν προσκρούει στην από το άρθρο 7 παρ.1 Συντάγματος καθιερωμένη αρχή της μη αναδρομικότητας του ποινικού νόμου, ούτε στην κατά το άρθρο 2 ΠΚ αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου, οι οποίες αφορούν στις ουσιαστικές και όχι στις δικονομικές ποινικές διατάξεις (ΑΠ 362/95, ΠΧρ ΜΕ/736, ΑΠ 410/2005). Σύμφωνα με τα παραπάνω, καθιδρύθηκε με αναδρομική δύναμη αρμοδιότητα καθ' ύλην του Τριμελούς Εφετείου, χωρίς αυτό να συνεπάγεται για τον κατηγορούμενο την στέρηση του νομίμου δικαστή εφόσον η μεταβολή της καθ ύλην αρμοδιότητας έγινε κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και με αντικειμενικά κριτήρια (ΑΠ 410/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ένας εκ των κατηγορουμένων, δηλαδή ο Ζ, ήταν κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως Δήμαρχος, και ως εκ τούτου υπάγεται -σύμφωνα με τα παραπάνω στην ιδιάζουσα δωσιδικία του άρθρου 111 παρ. 7 ΚΠΔ-, δηλαδή αρμόδιο να δικάσει το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος για το οποίο κατηγορείται είναι το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, το οποίο καθίσταται αρμόδιο για λόγους συνάφειας και για την συγκατηγορουμένη του Χ. Διότι, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, εκ παραδρομής δεν κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, αλλά δίκασε στην ουσία την υπόθεση, ενώ θα έπρεπε να διαπιστώσει την αναρμοδιότητά του, σύμφωνα με τα παραπάνω και να υποβάλει την υπόθεση στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο". Η έφεση αυτή της Εισαγγελέως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έπρεπε ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, ενώ στρέφεται κατά αθωωτικής απόφασης, δεν περιέχει την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία απαιτεί ο νόμος, αφού, σε αυτή, δεν διαλαμβάνεται κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει η σχέση συνάφειας μεταξύ των πράξεων της αναιρεσείουσας και του συγκατηγορουμένου της . Άρα, το Τριμελές Εφετείο Ηρακλείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι η έφεση ήταν παραδεκτή, υπερέβη την εξουσία του και συνεπώς κατέστησε αυτή αναιρετέα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν όλω, αιτία για την οποία παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά ταύτα δε, μη συντρεχούσης περίπτωσης παραπομπής της υπόθεσης για νέα συζήτηση, κατά το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ., πρέπει η ένδικη έφεση της Εισαγγελέως κατά της υπ' αριθμ. 1136/18-9-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Β) Ως προς την αίτηση αναίρεσης του Ζ Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ορθή εφαρμογή της άνω ποινικής διατάξεως πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση εκτός άλλων και από πού προκύπτει το καθήκον του υπαλλήλου, το οποίο αυτός από πρόθεση παραβίασε. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκομένη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Μάρτιο 2001 ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) είχε την ιδιότητα του δημάρχου δήμου ...., στον οποίο δήμο την 18-3-2001 διενεργείτο απογραφή πληθυσμού. Επόπτης για την απογραφή στον νομό ..., στον οποίο περιλαμβάνεται και ο δήμος ...., ορίστηκε ο Ψ. Την εργασία της απογραφής εκτελούσαν νομίμως διορισμένοι από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, η οποία ήταν αρμόδια, απογραφείς, στους οποίους δόθηκαν οι κατάλληλες οδηγίες και το έργο αυτών συντόνιζαν οι νομίμως επίσης διορισμένοι Τομεάρχες. Ο Ψ, αφότου ανέλαβε καθήκοντα ήλθε σε επικοινωνία με τους υπευθύνους των ξενοδοχειακών μονάδων που βρίσκονται στα τοπικά όρια δήμου ... και πληροφορήθηκε ότι αυτά κατά την ημέρα της απογραφής θα παραμείνουν κλειστά. Μετά απ' αυτές τις διαβεβαιώσεις, δεν ορίστηκαν απογραφείς προς διενέργεια απογραφής στα συγκεκριμένα ξενοδοχεία. Ο β' κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος ότι στα ξενοδοχεία αυτά διέμενε προσωπικό που εργαζόταν για τις ανάγκες προετοιμασίας για την έναρξη λειτουργίας τους την 16-3-2001, επισκέφθηκε τον Επόπτη στο γραφείο του και του ζήτησε να οριστούν απογραφείς και για τα εν λόγω ξενοδοχεία. Μάλιστα, υπήρξε ιδιαίτερα πιεστικός όπως καταθέτει ο μάρτυρας - Επόπτης - Ψ. Ο τελευταίος αρνήθηκε. Στην συνέχεια, σε συνεργασία με τον αντιδήμαρχο ...., ο δεύτερος κατηγορούμενος χωρίς δικαίωμα όρισε προφορικά απογραφείς προκειμένου να προβούν σε απογραφή στα ξενοδοχεία, παροτρύνοντάς τους και πείθοντάς τους να παραποιήσουν τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., περιλαμβάνοντας στην απογραφή άτομα που δεν ήταν παρόντα κατά την ημέρα της απογραφής στα διοικητικά όρια του δήμου. Ειδικότερα, όρισε, μεταξύ άλλων, 1) την ... απογραφέα του ξενοδοχείου .... και ...., η οποία απέγραψε 150 άτομα, όταν ο διευθυντής του ξενοδοχείου βεβαιώνει ότι την 17η προς 18η δεν διανυκτέρευε κανείς από το προσωπικό εκεί και τα ξενοδοχεία άνοιξαν την 13-4-2001 και 16-4-2001, αντίστοιχα. 2) Τον .... απογραφέα του ξενοδοχείου ...., που απέγραψε 220 άτομα από κατάσταση που του χορηγήθηκε στο ξενοδοχείο. 3) Την .... απογραφέα του ξενοδοχείου ...., που απέγραψε 128 άτομα από κατάσταση που της χορηγήθηκε από υπεύθυνο υποδοχής στο ξενοδοχείο. 4) Την .... απογραφέα ξενοδοχείου ...., που απέγραψε 60 άτομα από κατάσταση που της χορήγησε ο υπεύθυνος υποδοχής. 5) Την ..... απογραφέα του ξενοδοχείου ....., που απέγραψε 260 άτομα από κατάσταση που της χορηγήθηκε από υπεύθυνο υποδοχής του ξενοδοχείου. 6) τον .... απογραφέα του ξενοδοχείου ...., που απέγραψε 101 άτομα από κατάσταση που του χορηγήθηκε στον χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου. 7) Την .... απογραφέα του ξενοδοχείου ....., που απέγραψε 91 άτομα από κατάσταση που της χορηγήθηκε. 8) Τον .... απογραφέα του ξενοδοχείου ...., που απέγραψε 85 άτομα από κατάσταση που του χορηγήθηκε στο ξενοδοχείο. 9) Τον ....., που απέγραψε 110 άτομα στο ξενοδοχείο ....., ενώ ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου βεβαιώνει ότι την ένδικη ημερομηνία διανυκτέρευσαν 34 άτομα. 10) Τον .... απογραφέα ξενοδοχείου ...., που απέγραψε 79 άτομα, ενώ ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου βεβαιώνει ότι την 17η προς 18η Μαρτίου διανυκτέρευσαν 11 άτομα. 11) Την ..... απογραφέα του ξενοδοχείου ...., που απέγραψε 60 άτομα από κατάσταση που της χορηγήθηκε στο δημαρχείο, δίχως καν να μεταβεί στο ξενοδοχείο. 12) Την .... απογραφέα του ξενοδοχείο ....., που απέγραψε 264 άτομα από κατάσταση που της χορηγήθηκε στο ξενοδοχείο. Δηλαδή οι παραπάνω απογραφείς, παροτρυθέντες και πεισθέντες από τον β' κατηγορούμενο, κατέγραψαν στα δελτία απογραφής τα ονόματα των ατόμων που περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις που τους χορηγήθηκαν, όπως παραπάνω, χωρίς να λάβουν προσωπική συνέντευξη των ατόμων που απέγραφαν, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνονται στα δελτία απογραφής άτομα που δεν ήταν παρόντα στα διοικητικά όρια του δήμου κατά την ημέρα της απογραφής, και μάλιστα τα παραπάνω, πέραν του ότι στα δελτία υπάρχουν ασυμπλήρωτα στοιχεία ή λανθασμένα, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Τα παραπάνω προκύπτουν απ' όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και από τις βεβαιώσεις των υπευθύνων των ξενοδοχείων ...., ...., ...., ....., ....., ...., ...., ....., που βεβαιώνουν ότι τα ξενοδοχεία ήταν κλειστά και δεν διέμεναν άτομα από το προσωπικό την συγκεκριμένη ημέρα, ενώ οι υπεύθυνοι των ξενοδοχείων .... και ..... βεβαιώνουν ότι στα ξενοδοχεία αυτά διανυκτέρευσαν 34 και 11 άτομα αντίστοιχα, απογράφησαν όμως, όπως προαναφέρθηκε, περισσότερα. Περαιτέρω, η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία είχε διοριστεί από την Ε.Σ.Ύ.Ε., απέγραψε στα ξενοδοχεία ...., .... 313 άτομα, ενώ οι υπεύθυνοι των ξενοδοχείων βεβαιώνουν ότι τα ξενοδοχεία την συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν κλειστά και δεν διανυκτέρευσαν άτομα από το προσωπικό εκεί. Εξάλλου, από τους διορισμένους από την αρμόδια Ε.Σ.Υ.Ε. απογραφής ...., ο ......, ο ..... και η .... προέβησαν κατά την απογραφή στις ενέργειες που αναφέρονται για τον κάθε ένα στο διατακτικό, παροτρυθέντες από τον β' κατηγορούμενο. Τέλος, ο β' κατηγορούμενος παρότρυνε και έπεισε και τους τομεάρχες ...., ..... και ..... να προμηθεύσουν τους ορισθέντες απ' αυτόν (β' κατηγορούμενο) απογραφείς με έντυπο απογραφικό υλικό και να παραλάβουν στην συνέχεια τα δελτία ως νομίμως συμπληρωθέντα προς περαιτέρω προώθησή τους. Ενεργώντας όπως παραπάνω ο β' κατηγορούμενος, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα με σκοπό να εμφανιστεί αυξημένος ο πληθυσμός του δήμου κατά την τουριστική περίοδο, ώστε να προκύψει θέση β' αντιδημάρχου. Με την πράξη του δε αυτή επηρέασε το αποτέλεσμα της απογραφής το οποίο κυρώνεται με ΚΥΑ και σύμφωνα με τον πραγματικό και νόμιμο πληθυσμό της χώρας γίνεται η εκπροσώπηση νομών και περιφερειών της χώρας στο Εθνικό κοινοβούλιο. Τα παραπάνω προκύπτουν απ' όλα τα αποδεικτικά μέσα και τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και δεν ανατρέπονται από κανένα. Ισχυρίζεται ο β' κατηγορούμενος ότι την αρμοδιότητα, όσον αφορά θέματα απογραφής, είχε εκχωρήσει στον αντιδήμαρχο, ότι ο ίδιος δεν όρισε κανέναν απογραφέα, δεν έδωσε καμιά εντολή και ότι στα ξενοδοχεία, στα οποία διενεργήθηκε απογραφή, γίνονταν προετοιμασίες για την έναρξη λειτουργίας τους ενόψει και των εορτών Πάσχα και, ναι μην ήταν κλειστά, διέμενε όμως σ' αυτά προσωπικό, που εργαζόταν δια τις παραπάνω προετοιμασίες. Ανεξαρτήτως αν την συγκεκριμένη αρμοδιότητα ο β' κατηγορούμενος είχε εκχωρήσει στον αντιδήμαρχο, οι λοιποί ισχυρισμοί του δεν αποδείχθηκαν. Ο ίδιος δέχεται ότι επισκέφθηκαν τον επόπτη και ζήτησε τον διορισμό απογραφέων για τα ξενοδοχεία. Ο μάρτυρας Ψ (επόπτης) καταθέτει μάλιστα ότι του είπε "θέλεις δεν θέλεις, εγώ θα τους απογράψω στα ξενοδοχεία". Ο μάρτυρας .... κατηγορηματικά καταθέτει ότι στους απογραφείς είπαν ότι η πολιτική ηγεσία του Δήμου τους έβαλε. Στις δε αναγνωσθείσες βεβαιώσεις των υπευθύνων των ξενοδοχείων που προαναφέρθηκαν αναφέρεται ότι αυτά ήταν κλειστά και δεν διέμενε προσωπικό την 17η προς 18/3, πλην των ξενοδοχείων .... και ...., βεβαιώσεις των εποπτών των οποίων αναφέρεται το παραπάνω γεγονός που γνώριζε ο β' κατηγορούμενος, αφού μάλιστα έπεισε τους παραπάνω ορισθέντες απ' αυτόν απογραφείς να συμπληρώσουν τα δελτία από καταστάσεις που τους χορηγήθηκαν.
Συνεπώς, μετά απ' αυτά, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό της κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για παράβαση καθήκοντος, συνισταμένη α) στο ότι διόρισε 14 απογραφείς για τη διενέργεια της απογραφής του πληθυσμού του Δήμου και β) στο ότι έπεισε τους αναφερομένους στο διατακτικό τομεάρχες και απογραφείς, 18 τον αριθμό, να παραποιήσουν τις απαντήσεις σε ερωτηματολόγια της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε. και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού υπάρχουν σ' αυτήν ασάφειες και ελλείψεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 του Π.Κ. Ειδικότερα, α) ενώ δέχεται ότι "ο κατηγορούμενος όρισε προφορικά απογραφείς, προκειμένου να προβούν σε απογραφή στα ξενοδοχεία παροτρύνοντάς τους και πείθοντάς τους να παραποιήσουν τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια της Γ.Γ.Ε.Σ.Υ.Ε., περιλαμβάνοντας στην απογραφή άτομα που δεν ήταν παρόντα κατά την ημέρα της απογραφής στα διοικητικά όρια του δήμου", δεν δικαιολογεί περαιτέρω γιατί η παρότρυνση και η πειθώ προς τους απογραφείς να παραποιήσουν τις ανωτέρω απαντήσεις στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος και β) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση από πού απέρρεε το καθήκον του αναιρεσείοντος να μην ορίσει απογραφείς, ήτοι από διάταξη νόμου ή διοικητική πράξη ή οδηγία της προϊσταμένης του αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας του.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ λόγοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1673/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 366/25-9-2006 έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηρακλείου κατά της υπ' αριθμ. 1136/2006 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου όσον αφορά την αναιρεσείουσα Χ. Και
Παραπέμπει την υπόθεση όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Ζ για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή