Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1177 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Απόλυτη ακυρότης εάν ληφθεί υπ' όψη έγγραφο που δεν ανεγνώσθη (άρθρο 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364, 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ). Αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού και ασάφεια μεταξύ των. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 1177/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της με αριθμό 1308-1309/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 174/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν ανεγνώσθησαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και δη το σκεπτικό αυτής, υπ' αριθμ. 1308-1309/2008, του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, "την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία", (εδέχθη) τα εξής: "Με την υπ'αριθμ. 147660/30.10.03 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης είχε ανατεθεί επίσημα στον κατ/νο η υπηρεσία του μη ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου Γουμένισσας, Συμβολαιογράφο στο Ειρηνοδικείο Γουμένισσας από 5.2.1962, που εκτελούσε χρέη Υποθηκοφύλακα Γουμένισσας. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από Επιθεωρητή του Υπουργείου Οικονομικών διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητά του από το α' τρίμηνο του έτους 2002 μέχρι το δ' τρίμηνο του έτους 2003 ιδιοποιήθηκε παράνομα, μη αποδίδοντας το προσήκον πλεόνασμα των δικαιωμάτων ανά τρίμηνο στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την εκκαθάριση και την αφαίρεση των ποσών που είχε δικαίωμα να παρακρατεί για αμοιβή και αντιμετώπιση των εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου από τα εισπραττόμενα δικαιώματα το συνολικό ποσό των 32.904,91 ευρώ, όπως αυτό αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας αναλυτικά. Περαιτέρω, πρέπει να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., καθόσον μέχρι την τέλεση της πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση στο διατακτικό της εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στη .... κατά το χρονικό διάστημα από το Β' Τρίμηνο 2002 μέχρι και τέλος έτους 2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος που του έχει ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που τα έλαβε ή τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας του, το δε αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας την ιδιότητα του ειδικού άμισθου Υποθηκοφύλακα στο άμισθο Υποθηκοφυλακείο Γουμένισσας, ιδιοποιήθηκε παράνομα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, συνολικά το χρηματικό ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (32.904,91), μη αποδίδοντας το προσήκον πλεόνασμα των δικαιωμάτων του ανά τρίμηνο στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την εκκαθάριση και την αφαίρεση των ποσών που είχε δικαίωμα να παρακρατεί για την αμοιβή του και την αντιμετώπιση των εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου από τα εισπραττόμενα δικαιώματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο δεν απέδωσε στο Δημόσιο: 1) κατά το Β' Τρίμηνο του 2002 το ποσό των 4.739,90 ευρώ, 2) κατά το Γ' Τρίμηνο του 2002 το ποσό των 2.667,05 ευρώ, 3) κατά το Δ' Τρίμηνο του 2002 το ποσό των 5.667,36 ευρώ και συνολικά για το έτος 2002 το ποσό 17.824,83 ευρώ, 4) κατά το Α' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 1.189,52 ευρώ, 5) κατά το Β' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 1.787,75 ευρώ, 6) κατά το Γ' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 767,81 ευρώ, 7) κατά το Δ' Τρίμηνο του 2003 το ποσό των 11.335 ευρώ και συνολικά για το έτος 2003 το ποσό των 15.080,08 ευρώ. Τα ποσά αυτά που είχε στην κατοχή του τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντας τα στην περιουσία του και συνολικά με τις επιμέρους αυτές πράξεις του ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων τεσσάρων ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (32.904,91€), ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με αυτά όμως που εδέχθη το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλ' ασαφή και αντιφατική. Ειδικότερα, ενώ εν αρχή του σκεπτικού δέχεται ότι ο κατηγορούμενος "από το α' τρίμηνο του έτους 2002 ....ιδιοποιήθηκε παράνομα....", στο διατακτικό δέχεται "....το β'τρίμηνο του 2002", για το οποίο, αρχής, δηλαδή, γενομένης από αυτού, τον κηρύσσει ένοχο, χωρίς να εξηγείται η διαφοροποίηση αυτή. Επίσης, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι το συνολικό ποσό της υπεξαιρέσεως είναι (αριθμητικώς) "32.904,91" ευρώ, στο διατακτικό εδέχθη ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα συνολικά το χρηματικό ποσό ολογράφως μεν "των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών", αριθμητικώς όμως "32.904,91", ενώ, τέλος, και εν τέλει του διατακτικού αναφέρει ολογράφως και αριθμητικώς το ποσόν των 32.904,91 ευρώ, το οποίο κρίνει ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, (περί εσφαλμένης εφαρμογής και εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου και περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ της μη αναγνώσεως εγγράφου που ελήφθη υπ' όψη), πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 1308-1309/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή