Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1896 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη από κοινού. Πλαστογραφία και χρήση από κοινού. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γ) ακυρότητα από κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, δ) ακυρότητα από μη ανάγνωση κατάθεσης μάρτυρα, η εμφάνιση του οποίου στο Δικαστήριο ήταν αδύνατη. Αιτιολογείται γιατί η πράξη φέρει τον ποινικό χαρακτήρα της απάτης: οι φερόμενες ψευδείς βεβαιώσεις και υποσχέσεις ανάγονταν στο μέλλον και όχι στο παρελθόν ή στο παρόν. Όταν κατά τη διάταξη του άρ. 17 υπό Β΄ του Ν. 1756/88 οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων γίνονται με κλήρωση, δεν υπάρχει υποχρέωση να αναφέρεται στην απόφαση ότι εκείνοι που μετείχαν στη σύνθεση είναι αυτοί που κληρώθηκαν. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνον όταν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του ως άνω νόμου, η σύνθεση των ποινικών δικαστηρίων γίνεται με πράξη του προέδρου. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 1896/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Στ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), που ορίστηκε με την με αριθμό 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πέτρο Προκοπίδη και Μιχαήλ Ρέλλο, 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαλόπουλο και 3) Χ3, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 531/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΤΑΡΑΓΚΙΩΤΗΣ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Οκτωβρίου 2007 (δύο) και 12 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1806/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι υπό κρίση από 10 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 και η υπ' αρ. 610/2007 δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ3, κατά της ίδιας, με αριθμό 531/2007, καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.

ΙΙ. Από τη διάταξη του αρ. 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστης. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται ατό παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 531/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι ενός (21) μηνών έκαστος, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης από κοινού και της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου από κοινού, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στη Λάρισα, ενεργώντας από κοινού α) με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και β) νόθευσαν έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες καθώς επίσης, έκαναν χρήση του εγγράφου αυτού και συγκεκριμένα: Α) το Δεκέμβριο του 2001 εμφανίστηκαν στα γραφείο της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΤΑΡΑΓΚΙΩΤΗΣ ΑΒΕΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χ3, και η οποία είχε υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 2601/98, με απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, (αρ. πρωτ. ...... έγγραφο Υπουργείου Ανάπτυξης) για την πραγματοποίηση ειδικής επένδυσης, με χρόνο ολοκλήρωσης την 31.12.2000 μετά από παράταση την 30.6.01, και απόρριψη του αιτήματος για περαιτέρω παράταση, αφού παρουσιάστηκαν οι κατηγορούμενοι ως σύμβουλοι επιχειρήσεων με γνωριμίες στο Υπουργείο Ανάπτυξης και τη δυνατότητα να πετύχουν την παράταση του χρόνου πραγματοποίησης της επένδυσης της ως άνω εταιρίας, μέχρι 30.6.02, έναντι ανταλλάγματος ποσού 20.000.000 δρχ., έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας Χ3, να εκδώσει την υπ' αρ. ...... μεταχρονολογημένη επιταγή, Τράπεζας Κύπρου, με ημερομηνία έκδοσης 30.6.02, ποσού 58.694 ευρώ, σε διαταγή του Χ2, με τη συμφωνία ότι, το ποσό αυτό, θα εισπραχθεί μόνο στην περίπτωση που θα επιτευχθεί η παράταση του χρόνου της επένδυσης. Στη συνέχεια δε, αφού διαβεβαίωσαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας ότι, έχουν ήδη προβεί σε όλες τις ενέργειες με το Υπουργείο Ανάπτυξης και επίκειται η έκδοση της απόφασης για την παράταση, έως 30.6.02, ζήτησαν και πέτυχαν το Μάρτιο του 2002 την αντικατάσταση της ανωτέρω αναφερόμενης επιταγής, με άλλες τρεις επιταγές, μεταχρονολογημένες, έκδοσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα: α) την υπ' αρ. ...., ποσού 28.664,94 ευρώ, β) την υπ' αρ: ......, ποσού 15.356,51 ευρώ και γ) την υπ' αρ. ....., ποσού 14.673,51 ευρώ Τράπεζας Εργασίας, με ημερομηνία έκδοσης 30.6.02, ενώ παράλληλα, απέστειλαν με FΑΧ στα γραφεία της εταιρίας το με αρ: ..... έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης, για την υπαγωγή ειδικής επένδυσης, με προσθήκη δικών τους σημειώσεων, που παρίσταναν ψευδή γεγονότα ως αληθή και ειδικότερα, ανέγραψαν επί του εγγράφου ότι, αποφασίστηκε η έγκριση του προγράμματος για την εταιρία. Τα παραπάνω γεγονότα, ψευδώς παρέστησαν οι κατηγορούμενοι, αφού στην πραγματικότητα, ουδεμία ενέργεια έγινε από μέρους τους, και ο φάκελος της εταιρίας, στο Υπουργείο είχε κλείσει οριστικά. Με τον τρόπο αυτό, οι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, πετυχαίνοντας τη μεταβίβαση των ως άνω επιταγών σ' αυτούς, έβλαψαν την περιουσία της εταιρίας, αφού δεν επέστρεψαν ως όφειλαν τις επιταγές, αλλά τις μεταβίβασαν περαιτέρω, με αποτέλεσμα, να σφραγιστούν αυτές, να διακόψουν οι τράπεζες τη χορήγηση μπλοκ επιταγών στην ως άνω εταιρία - εκδότρια των επιταγών, και να καταστεί αδύνατη η συνεργασία της εταιρίας με τους προμηθευτές της. Επίσης, σχετικά με την υπ' αρ. ..... επιταγή ποσού 14.673 ευρώ, εκδόθηκε σε βάρος της εταιρίας η υπ' αρ. 5714/02 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο της εταιρίας. Β) Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2002 έως την 30.7.02, παραποίησαν την ημερομηνία έκδοσης, της υπ' αρ. ..... επιταγής και συγκεκριμένα, από την πραγματική ημερομηνία της 30.6.02 νόθευσαν αυτή, στην 30.8.02 και έκαναν χρήση αυτής, μεταβιβάζοντάς την στην εταιρία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", από την οποία και εμφανίστηκε την 30.7.02 στην Αγροτική Τράπεζα. Με τον τρόπο αυτό, είχαν σκοπό να παραπλανήσουν την ως άνω εταιρία, ότι, η επιταγή νόμιμα έχει εκδοθεί την 30.8.02 και μπορεί να εμφανισθεί εμπροθέσμως.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το Δικαστήριο δέχεται 1) ομόφωνα, ότι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που αναφέρονται παραπάνω από κοινού και 2) κατά πλειοψηφία, ότι στην τέλεση των άνω πράξεων συμμετείχε ως συναυτουργός και ο δεύτερος κατηγορούμενος και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ομόφωνα οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι και κατά πλειοψηφία και ο δεύτερος κατηγορούμενος των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων. Εξάλλου το Δικαστήριο δέχεται ομόφωνα ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι' αυτό πρέπει να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ)".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, το εν λόγω Δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε απλή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά διέλαβε στην απόφασή του ειδική αιτιολογία σε σχέση με την κρίση του για την ενοχή των αναιρεσειόντων, αιτιολογείται επαρκώς, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, διέπραξαν την αξιόποινη πράξη της απάτης, μολονότι οι υποσχέσεις τους προς την εγκαλούσα εταιρεία, για διευθέτηση της διαφοράς της με το Υπουργείο Ανάπτυξης ανάγονταν στο μέλλον, καθόσον αυτές (υποσχέσεις), συνοδεύτηκαν ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων του παρόντος, όπως ότι αυτοί ήσαν σύμβουλοι επιχειρήσεων και ότι είχαν γνωριμίες μέσα στο Υπουργείο Ανάπτυξης, που μπορούσαν να διευθετήσουν οποιαδήποτε πρόβλημα με το Υπουργείο και με βάση αυτές δημιουργήθηκε η εντύπωση στην εγκαλούσα ότι στον απώτερο χρόνο πράγματι θα πετύχαιναν οι αναιρεσείοντες να παραταθεί εκ νέου ο χρόνος πραγματοποίησης της ειδικής επένδυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2601/98. Αναφέρεται επίσης το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξαν οι αναιρεσείοντες, αφού πέτυχαν τη μεταβίβαση σ'αυτούς, από την εγκαλούσα εταιρεία των κάτωθι επιταγών, α) υπ'αρ. ...., ποσού 28.664 Ευρώ, β) υπ'αρ. ....., ποσού 15.356,51 Ευρώ και γ) ....., ποσού 14.673,51 Ευρώ, τις οποίες δεν επέστρεψαν αλλά τις μεταβίβασαν σε τρίτα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η υπ' αρ. 5714/2002 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την υπ' αρ. ..... επιταγή και θα κατασχεθεί ακίνητο της εγκαλούσας εταιρείας, πέρα από το γεγονός ότι η συνεργασία της εταιρείας με τους προμηθευτές της κατέστη προβληματική, διότι οι Τράπεζες διέκοψαν τη χορήγηση μπλοκ επιταγών. Περαιτέρω και αναφορικά με το δόλο των αναιρεσειόντων, σχετικά με την αποδιδόμενη σ'αυτούς δεύτερη πράξη της παράβασης του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. ρητώς το Εφετείο αποδέχεται ότι οι τελευταίοι, δια της νοθεύσεως της υπ' αρ. ..... επιταγής, ήτοι την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως της 30.6.2002, τη νόθευσαν σε 30.8.2002, σκοπό είχαν να παραπλανήσουν την εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΑΤΡΑΪΚΗ Α.Ε.", στην οποία, κάνοντας χρήση, την μεταβίβασαν με οπισθογράφηση, ότι η επιταγή έχει νόμιμα εκδοθεί την 30.8.2002 και ως εκ τούτου μπορούσε να εμφανισθεί εμπροθέσμως για πληρωμή. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης των Χ1 και Χ2 και τρίτος λόγος της αναίρεσης του Χ3, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ. Στο άρθρο 17 υπό Β' του Ν. 1756/88 που περιλαμβάνει τον Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών, ορίζονται: Στην παράγραφο 1: Σε όσα Πρωτοδικεία και Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες Εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών Δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Στην παράγραφο 3, ο δικαστής ή ο Πρόεδρος του Συμβουλίου που διευθύνει το Δικαστήριο και ο Εισαγγελέας που διευθύνει την Εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά του ονόματα, Στο Εφετείο: α)... β) των αρχαιοτέρων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων, γ)... κ.λ.π. Στην Εισαγγελία Εφετών, α)... β) κλπ. Επίσης, στην παρ. 4 ορίζεται: Με βάση τους ως άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα Δικαστήρια του μηνός. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όπου προβλέπεται οργανισμός τουλάχιστον 15 Εφετών και Εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την Προεδρία του Εφέτη που κληρώθηκε, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι εκείνοι που μετείχαν στη σύνθεση του Δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Χ3, υποστηρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, καθόσον, το Τριμελές Εφετείο της Λάρισας, συγκροτήθηκε από Εφέτη Προεδρεύοντα και από Αντεισαγγελέα Εφετών και όχι από Πρόεδρο Εφετών και από Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς να αναφέρεται η πράξη αναπλήρωσης αυτών, ούτε και ότι κωλυόταν ο Πρόεδρος Εφετών, ο Εισαγγελέας Εφετών και οι αρχαιότεροι Εφέτες, δηλαδή κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. δ' και 5 παρ. 1 περ. α, εδ. γ' και 2 του ν. 1756/1988. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, στο Εφετείο Λάρισας, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 17 παρ. Β του ως άνω νόμου η δε παράβαση αυτών και η επελθούσα ακυρότητα, θα έπρεπε να προταθεί με σχετική αίτηση πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της υπόθεσης (παρ. 10 του ως άνω άρθρου) και όχι με πράξη του Προέδρου που διευθύνει το ως άνω Δικαστήριο, προϋπόθεση απαραίτητη για να έχουν εφαρμογή οι φερόμενες από τον αναιρεσείοντα ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ιδίου νόμου.


ΙΙΙ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 365 του Κ.Π.Δ. συνάγεται, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, δημιουργείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σε αυτή τη διάταξη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα Χ3 αίτημα για ανάγνωση της κατάθεσης του απολειπομένου μάρτυρα ......, απλώς ευχή διατυπώθηκε για την ανάγνωση της κατάθεσης αυτού και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, είτε θετικά, είτε αρνητικά.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Χ3 εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 10 Οκτωβρίου 2007 αιτήσεις του Χ1, Χ2 και την υπ' αρ. 610/2007 δήλωση του Χ3 για αναίρεσης της υπ' αρ. 531/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει ένα έκαστον των α ναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή