Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 15 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Καταδίκη του αναιρεσείοντος για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης) από κοινού. Το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αναφέρονται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων αυτό δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συμμετέσχε στην εκτέλεση των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων ως συναυτουργός, έπραξε με δόλο τελέσεως των ίδιων εγκλημάτων και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη με τον έτερο συναυτουργό των πράξεων. Απορρίπτεται ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως.




Αριθμός 15/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Φυλακή Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, περί αναιρέσεως της 261/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1412/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' και 2 του ν. 1729/ 1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον κατωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο στο έδαφος της επικράτειας, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Στα ναρκωτικά δε περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη κατά το άρθρο 1 παρ. 2 Πιν. Α' αριθ. 6 του πιο πάνω Κώδικα. Περαιτέρω, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων τα ανωτέρω εγκλήματα πραγματώνονται αντικειμενικώς η μεν κατοχή ναρκωτικών με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, η δε μεταφορά ναρκωτικών με τη μετακίνηση αυτών από ένα τόπο σε άλλο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόστασή τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει ν'αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (Ολ. ΑΠ 50/90). Ενόψει αυτών, συναυτουργία στην κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί καθένας απ' αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει κατά τη βούλησή του. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα απ'αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 260-261/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Σερρών είχαν περιέλθει σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ότι το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιανουαρίου 2005 θα εισαχθεί μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών από τη Βουλγαρία. Έτσι όλη η περιοχή προς τα σύνορα με την Βουλγαρία παρακολουθείτο στενά από την αστυνομία Σερρών και μετά από δέκα ημέρες παρακολούθησης, την 13-1-05 και ώρα 18:30', ο αστυνομικός-μάρτυρας κατά τα άνω κατηγορίας, ...., ο οποίος συμμετείχε στην "επιχείρηση", αναμένων στη διασταύρωση Μακρινίτσας, αντελήφθη το ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος Χ1 ιδιοκτησίας του, με συνεπιβάτη τον 2° Χ2, να κινείται σιγά στη διασταύρωση αυτή. Εκεί, ο οδηγός του αυτοκινήτου, άφησε το συνοδηγό για να παραλάβει ναρκωτικά, κινήθηκε λίγα μέτρα (200-300) και επιστρέφοντας, ο 2° κατηγορούμενος έβαλε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου δύο σάκους με ναρκωτικά, που του παρέδωσαν δύο Βούλγαροι υπήκοοι (που διέφυγαν τη σύλληψη) και αμέσως κινήθηκαν με ταχύτητα προς Ροδόπολη με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Αφού είχαν διανύσει δύο χιλιόμετρα (2 χλμ.) περίπου, τους σταμάτησαν αστυνομικοί που συμμετείχαν στην "επιχείρηση" και μετά από νομότυπη έρευνα στο ως άνω αυτοκίνητο βρέθηκαν και κατασχέθηκαν σαράντα επτά (47) συσκευασίες που περιείχαν ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 24.684 χιλιόγραμμων (βλ. τα αναγνωσθέντα ως άνω έκθεση έρευνας αυτοκινήτου- κατάσχεσης, πρακτικό ζύγισης, εκθέσεις της Χημικής Υπηρεσίας Σερρών). Την ποσότητα αυτή των ναρκωτικών ουσιών την κατείχαν από κοινού και οι δύο κατηγορούμενοι, ενεργώντας με κοινό δόλο, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσία κατά τρόπο ώστε σε κάθε στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξη της και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική βούληση τους σε τρίτους, όπως ήταν ο κοινός σκοπός της κατοχής των, τουτέστιν προς περαιτέρω διευκόλυνση της κυκλοφορίας - διακίνησής της, γι' αυτό εξάλλου είχαν φύγει από την Θεσσαλονίκη και είχαν μεταβεί με το αυτοκίνητο του 1ου στο σημείο εκείνο. Στοιχειοθετείται συνεπώς επί του προσκειμένου αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών, αφού υφίσταται μεταξύ των κατηγορουμένων κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της ποσότητας αυτής, και υφίσταται επίσης η δυνατότητα και στους δύο συναυτουργούς, διάθεσης και διαπίστωσης οποτεδήποτε της ύπαρξής της, γνώριζε δε επί του προκειμένου ο καθένας από αυτούς ότι ο συγκατηγορούμενός του έπραττε με τον δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Ούτε απαιτείται για τη συγκατοχή να εξειδικεύονται οι ενέργειες του καθενός συναυτουργού, αφού η σύμπραξη μπορεί να περιοριστεί και στην ενέργεια μερικότερων πράξεων κατά την τέλεση του εγκλήματος (βλ. και Ολ.ΑΠ 50/90, ΑΠ 1700/2006 Ποιν. Δικ. 2007, 390, ΑΠ 1698/06 Ποιν. Δικ. 2007, 389, ΑΠ 939/06 Ποιν. Δικ. 2006, 1239). Τα δε περί του αντιθέτου που υποστηρίζει ο 1ος κατηγορούμενος, ότι δηλαδή δεν ήταν συγκάτοχος των ναρκωτικών, αλλά απλώς προσέφερε το αυτοκίνητό του για να μεταφέρει τα προς πώληση ναρκωτικά ο συγκατηγορούμενός του εν γνώσει τελούντος αυτούς, και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην πράξη της κατοχής - μεταφοράς του 2ου, είναι απορριπτέα ως παντελώς αβάσιμα στην ουσία. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, με κοινό δόλο ενεργούντες, μετέφεραν τα ναρκωτικά αυτά με το προαναφερθέν αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του 1ου που οδηγούσε ο ίδιος, από τη Μακρυνίτσα Σερρών (όπου τα φόρτωσαν, ενώ στη Ροδόπολη τους έπιασαν, όπως εξετέθη) με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να διευκολύνουν την κυκλοφορία τους από άτομο σε άτομο (βλ. και ΑΠ 1044/97 ΠΧ ΜΗ 365, ΑΠ 246/99 ΠΧ ΜΘ1017). Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά είναι σαφής και κατηγορηματική η κατάθεση του αστυνομικού της δίωξης ναρκωτικών Σερρών, ...., ο οποίος έχει προσωπική αντίληψη των κατατεθέντων, ως λαβών μέρος μαζί με άλλους συναδέλφους του στην όλη "επιχείρηση", η κατάθεση του οποίου δεν αναιρείται ούτε τίθεται σε αμφιβολία από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης του 2ου , ...., αλλά απεναντίας ενισχύεται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα (έκθεση έρευνας-κατάσχεσης, πρακτικό ζύγισης, εκθέσεις της Χημικής Υπηρεσίας Σερρών), σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων της από κοινού κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών και με βάση την αρχή της ενιαίας ποινής, άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 1729/87, όπως κωδ. με Ν. 3459/06 (ΑΠ /2005), θα επιβληθεί μία ποινή,... και ο 1ος κατηγορούμενος με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α' του ΠΚ, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον αυτός μέχρι το χρόνο τελέσεως των πράξεών του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ενόχους τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 - καθώς και το συγκατηγορούμενό του Χ2 που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, - του ότι: "Αμφότεροι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση ενεργώντας, τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: Α) Στη Ροδόπολη Σερρών, στις 13-1-2005 και ώρα 18:30', περίπου, κατείχαν από κοινού απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κατείχαν εντός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ....Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Χ1 σαράντα επτά (47) συσκευασίες που περιείχαν ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 24.684 γραμμαρίων, η δε ινδική κάνναβη αποτελεί ναρκωτική ουσία που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση. Και Β) Στις 13-1-2005, από κοινού, οι ως άνω κατηγορούμενοι μετέφεραν με το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Χ1 από τη Μακρυνίτσα Σερρών και με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, σαράντα επτά (47) συσκευασίες που περιείχαν ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 24.684 γραμμαρίων, η δε ινδική κάνναβη αποτελεί ναρκωτική ουσία που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση". Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ., του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέσει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1 ΠΚ και των άρθρων 5 παρ. 1 περ. ζ' και 2 του ν. 1729/ 1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος συμμετέσχε στην τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων ως συναυτουργός, και δη ότι συνέπραξε στην εκτέλεση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και μεταφοράς της ειρημένης ποσότητας (24.684 γραμμαρίων) ινδικής κάνναβης, ήτοι ότι είχε και αυτός τη φυσική εξουσίαση της ποσότητας αυτής της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας, κατά την προαναφερθείσα έννοια, μπορώντας να τη διαθέσει σε τρίτους, όπως ήταν ο σκοπός του, γι'αυτό και τη μετέφερε με το άνω αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας του, από τη Μακρυνίτσα Σερρών με προορισμό τη Θεσσαλονίκη και ήθελε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως των πράξεων αυτών, γνωρίζοντας ότι ο συμμέτοχος συγκατηγορούμενός του Χ2 έπραττε με δόλο τελέσεως των ίδιων εγκλημάτων και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη με εκείνον, ενώ δεν απαιτείτο εν προκειμένω και η εξειδίκευση των ενεργειών του κάθε δράστη. Έτσι, το Πενταμελές Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι έπρεπε, εν προκειμένω, να δικασθεί ως απλός συνεργός στις άνω πράξεις κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών των πιο πάνω συγκατηγορουμένων. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές δε, στον ίδιο λόγο διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 6264/6-7-2007) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 260-261/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κ α ι
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή