Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 108 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ναυαγίου πρόκληση, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Αναίρεση κατά αθωωτικής απόφασης από τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Ανθρωποκτονία από αμέλεια, πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 108/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 133/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με κατηγορούμενο τον Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννίδη και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, που δεν παρέστη, 2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Παπαλόη.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την υπ' αριθμ. 133/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην 10/12-2-2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 268/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο από το άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Α.Π. δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Επομένως δεν αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας. Περαιτέρω, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν δεν γίνεται αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην αθωωτική ή καταδικαστική κρίση του. Δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα, στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτό. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες-έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 133//2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, ο Χ, (αναιρεσίβλητος) κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του τα παρακάτω: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δηλαδή εκ των ανωμοτί καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, εκ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και της απολογίας του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Την 15-11-2001 0 κατηγορούμενος, οδηγώντας το ταχύπλοο σκάφος ....., Πειραιά ....., του οποίου ήταν ιδιοκτήτης, στην θαλάσσια περιοχή ....., προσέκρουσε με την αλιευτική λέμβο ....., λεμβολογίου Χίου ....., που έπλεε σε απόσταση 600 μέτρων, περίπου, από την ακτή. Η σύγκρουση των δύο σκαφών οφείλεται σε υπαιτιότητα του παθόντος Ψ3 και όχι σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Ειδικότερα απεδείχθη κατά την ακροαματική διαδικασία ότι ο κατηγορούμενος είχε ανάψει τα φώτα ναυσιπλοΐας του σκάφους του, ενώ ο θανών ιδιοκτήτης της λέμβου, αν και είχε δύσει ο ήλιος την 17.14 ώρα και δεν υπήρχε ορατότητα στη θαλάσσια περιοχή του ναυαγίου, δεν είχε στη λέμβο του καθόλου τα προβλεπόμενα φώτα που προβλέπονται από τη Σύμβαση του Λονδίνου του 1972 "περί Διεθνών Κανονισμών προς Αποφυγήν Συγκρούσεων εν Θαλασσή 1972" που ισχύει και στη Ελλάδα, κυρωθείσα με το Ν. Δ. 93/1972 (ΦΕΚ Α' 93).Ο φορητός φανός, που ο παθών είχε πάρει μαζί του, βρέθηκε μετά το ατύχημα από το δύτη Α μέσα σε πλαστική σακούλα, άρα δεν χρησιμοποιήθηκε. Δεν απεδείχη επίσης ότι υπήρχε κατά την ώρα συγκρούσεως επαρκής φωτισμός, ώστε να μη καθίσταται αναγκαίο το άναμμα των φώτων και να είναι δυνατόν στον κατηγορούμενο να εντοπίσει από ικανή απόσταση την λέμβο του παθόντος. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η δύση του ηλίου είχε γίνει στις 17.14 και συνεπώς κατά την πιθανή ώρα του ατυχήματος (17.30), είχε ήδη ο θανών νόμιμη υποχρέωση να ανάψει τα φώτα στη λέμβο του, ώστε να καθίσταται αντιληπτή από τα παραπλέοντα σκάφη και μάλιστα από ικανή απόσταση κατά τον κανόνα 22 της Διεθνούς Σύμβασης Αποφυγής Συγκρούσεων εν Θαλασσή. Και ναι μεν προέκυψε ότι στη θαλάσσια περιοχή του ναυαγίου συχνά ερασιτέχνες ψαράδες αλίευαν χωρίς να έχουν αναμμένα φώτα στις λέμβους τους και αυτό ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο, όμως η απόσταση που έπλεε το σκάφος από την ακτή δηλ. 600 μέτρα και η τήρηση όλων των κανόνων ναυσιπλοΐας εκ μέρους του, καταδεικνύουν ότι επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού ανθρώπου καθώς και ότι δεν ήταν δυνατό να λάβει οποιοδήποτε άλλο επιβεβλημένο μέτρο για να εντοπίσει την άνευ φώτων λέμβο του παθόντος. Για όλα τα παραπάνω περιστατικά σαφείς είναι οι καταθέσεις των επιβαινόντων στο σκάφος ..... μαρτύρων Β και Γ, οι οποίες δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, οι οποίοι αντίθετα επιβεβαιώνουν ότι η λέμβος του θανόντος δεν είχε τα νόμιμα φώτα πλεύσεως αλλά ένα φακό με μπαταρίες, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκε. Από την πραγματογνωμοσύνη επίσης δεν προέκυψε ότι το ταχύπλοο του κατηγορουμένου είχε πρόβλημα στις μηχανές του, το οποίο τυχόν θα απασχολούσε τους επιβαίνοντες, αποσπώντας κατά τον πλου την προσοχή τους, ενώ ο εξετασθείς στο ακροατήριο πραγματογνώμονας Δ κατέθεσε ότι το σκάφος του κατηγορουμένου μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 20-22 μίλια ανά ώρα πλην η ταχύτητα αυτή επιτρέπει σταθερότερη πλεύση και μεγαλύτερη ορατότητα. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του δύτη Ε, η οποία διαλαμβάνεται στην αναγνωσθείσα υπ' αριθμό ..... ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Στυλιανής Κανάριου, ο οποίος επί λέξει καταθέτει τα εξής: "Κλήθηκα από την οικογένεια του ΣΤ, μετά το ατύχημα προκειμένου να εντοπίσω τη μικρή ξύλινη λέμβο του ΣΤ, η οποία είχε βυθιστεί στην περιοχή ....., 650 περίπου μέτρα μακριά από την ακτή. Με την ιδιότητά μου ως δύτης και αφού σκάφος του Λιμενικού με μετέφερε εκεί, έπεσα στην περιοχή του ναυαγίου και εντόπισα την λέμβο η οποία δεν είχε φώτα. Έψαξα καλά γιατί ήθελα με ακρίβεια να ενημερώσω τους συγγενείς οι οποίοι εναγωνίως ζητούσαν να μάθουν τα αίτια του ατυχήματος. Έτσι όταν βρήκα τη βάρκα ενημέρωσα τους συγγενείς ότι δεν είχε φώτα πλοήγησης, ούτε μπαταρία καθώς επίσης και ότι η λέμβος ήταν απείραχτη στο βυθό και φυσικά δεν ήταν κομμένη, όπως πίστευαν. Μάλιστα και προκειμένου να πειστούν, τους ζήτησα σχοινί για να την ανελκύσω, έτσι ώστε να γίνει και επίσημα πραγματογνωμοσύνη από το Λιμεναρχείο. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν την ανέλκυση και μου είπαν ότι δεν θα με χρειαστούν άλλο. Όταν πήγα στο Λιμεναρχείο ρώτησα τον Ζ αν χρειάζεται να βεβαιώσω για όσα είδα, μου είπε ότι δεν χρειάζεται". Το ατύχημα συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν παρέβη οποιαδήποτε υποχρέωσή του κατά την οδήγηση του σκάφους του, αλλά στην έλλειψη των προβλεπόμενων από τη Σύμβαση του Λονδίνου του 1972 "περί Διεθνών Κανονισμών προς Αποφυγήν Συγκρούσεων εν Θαλασσή", εκ μέρους του ιδιοκτήτη της λέμβου Ψ3, που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή του ναυαγίου, αλλά σε υπαιτιότητα του παθόντος, ο οποίος πήγε για ψάρεμα με την αλιευτική του λέμβο, η οποία εστερείτο του επιβεβλημένου από το νόμο φωτισμού. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται". Με τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο των πράξεων που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στήριξε την κρίση του, για τη μη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία τον κήρυξε αθώο, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε ότι είναι αθώος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες δέχθηκε ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 26&1 εδ.2, 28, 302&1, 278, 277 του ΠΚ. Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, αιτιολογείται και η κρίση του, ότι αν και ήταν γνωστό σ' αυτόν, πως στην περιοχή που συνέβη το ατύχημα, αλίευαν ερασιτέχνες ψαράδες, δίχως να έχουν αναμμένα φώτα στις βάρκες τους, όμως ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο, προκειμένου να εντοπίσει την δίχως φώτα λέμβο του παθόντος, αφού δέχεται ότι 1) αυτός είχε λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία επιβάλλονται από τους κανόνες της ναυσιπλοΐας, 2) εκινείτο σε απόσταση 600 μέτρων από την ακτή, δηλαδή σε χώρο στον οποίο δεν συνηθίζεται να μεταβαίνουν, οι παραπάνω ερασιτέχνες ψαράδες, οι οποίοι, κατά κανόνα, κινούνται σε μικρότερη απόσταση από την ακτή και 3) δεν υπήρχε ορατότητα, λόγω της δύσης του ήλιου και της μη ύπαρξης στη λέμβο έστω και στοιχειώδους φωτισμού και κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να εντοπίσει τη λέμβο από ικανή απόσταση, δηλαδή τέτοια ώστε να παρέχεται σ' αυτόν η δυνατότητα να ενεργήσει εγκαίρως αποφευκτικό ελιγμό. Εξάλλου από το σκεπτικό της απόφασης, κατά τρόπο σαφή, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας την κατάθεση του πραγματογνώμονα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο, με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, δέχεται ότι η ταχύτητα του σκάφους του κατηγορούμενου, δεν υπερέβαινε τα 22 μίλια την ώρα, αιτιολογεί δε την κρίση του γιατί η ταχύτητα αυτή, ενόψει και των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, ήταν η κανονική και δεν επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, "η ταχύτητα αυτή επιτρέπει σταθερότερη πλεύση και μεγαλύτερη ορατότητα" και "η λέμβος ήταν απείραχτη στο βυθό και φυσικά δεν ήταν κομμένη". Επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή