Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 389 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Ναρκωτικά - Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για αγορά, κατοχή και απόπειρα πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίσταση της ειδικής υποτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 (άρθρο 23 ΚΝΝ). Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των άνω πράξεων διότι δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την περί της συνδρομής των περιστάσεων αυτών κρίση του Δικαστηρίου. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.




Αριθμός 389/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανώλη Στρατή, για αναίρεση της 165/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1024/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ. β' και ζ' του Ν.1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 και ίσχυε κατά τους κατωτέρω χρόνους τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί ή κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρο 1 παρ.2 πιν. Α' αριθ. 5 του ως άνω Κώδικα), κατά δε το άρθρο 8 του ίδιου Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ανωτέρω κώδικα), όπως ίσχυε κατά τους ενδιαφέροντες κατωτέρω χρόνους, με τις σ' αυτό (βαρύτερες) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ', κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εντεύθεν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, κατά την έννοια, ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ και υποκειμενικούς δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (23 του KNΝ) και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι, προκειμένου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 § 1 του Ν. 1729/1987 (30 § 1 του ΚΝΝ), ότι δηλαδή απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ενόψει του ότι κατά την § 4 του ως άνω άρθρου 13, δράστης στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της § 1 τιμωρείται με ποινές μειωμένες για παραβάσεις των άρθρων 5 έως 8 και Ν. 1729/1987 (20 έως 23 του ΚΝΝ) και παραμένει ατιμώρητος για παράβαση του άρθρου 12 § 1 του ίδιου νόμου (29 § 1 του ΚΝΝ), ενώ ο ισχυρισμός του ότι η πράξη δεν τελέσθηκε υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ανωτέρω άρθρου 8 είναι αρνητικός της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 165/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ο ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, της κατοχής από κοινού και της απόπειρας πωλήσεως από κοινού ναρκωτικών ουσιών, όντας υπότροπος και ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ότι είναι τοξικομανής, με το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς και του επιβλήθηκε (ενιαία) ποινή καθείρξεως 20 ετών και χρηματική 29.000 ευρώ. Καταδικάσθηκε, επίσης, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, με το αυτό ελαφρυντικό και του επιβλήθηκαν, αντιστοίχως, φυλάκιση 3 ετών, φυλάκιση 6 μηνών και χρηματική 587 ευρώ και φυλάκιση 6 μηνών, συνολικώς δε κάθειρξη 21 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 29.200 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε ανελέγκτως το δικάσαν Εφετείο (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Ψ) ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στα ..., στις 19-5-2000 ο Ζ, του οποίου είχε διαταχθεί η προσωρινή κράτηση για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, αποκάλυψε στους αστυνομικούς του Τμήματος Ασφάλειας Τρικάλων, τους κατηγορούμενους, ως τα πρόσωπα με τα οποία είχε συναλλαγές που αφορούσαν την αγορά ναρκωτικών ουσιών και τους πρότεινε να συνδράμει για την σύλληψη των κατηγορουμένων, προκειμένου να τύχει εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 24 του Ν. 1729/1987, και συγκεκριμένα προθυμοποιήθηκε να καταστήσει γνωστό σ' αυτούς τον χρόνο και τον τόπο της αμέσως επόμενης συναλλαγής του με τους κατηγορουμένους, ώστε οι ανωτέρω αστυνομικοί να τους παρακολουθήσουν και να τους συλλάβουν. Έτσι στις 22-5-2000, κατόπιν συνεννοήσεως με τους ανωτέρω αστυνομικούς, ήλθε ο Ζ σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώτο κατηγορούμενο, (εννοείται ο αναιρεσείων) κατά την οποία συμφωνήθηκε να του πωλήσουν οι κατηγορούμενοι 150 γραμ. ηρωίνης αντί τιμήματος 15.000 δραχμών για κάθε γραμμάριο και προς τούτο ορίστηκε τόπος συνάντησής τους το χωριό ..., όπου οι κατηγορούμενοι θα του παρέδιδαν την εν λόγω ποσότητα ηρωίνης, η οποία είναι ναρκωτική ουσία κατά την έννοια του νόμου. Πράγματι οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν την 22.00 ώρα της 22-5-2000 στην ... με τον Ζ τον οποίο συνόδευε η σύζυγός του και αφού παρέδωσαν οι πρώτοι στον τελευταίο ένα γραμμάριο ηρωίνης ως δείγμα, και εκείνος τους κατέβαλε 500.000 δραχμές (τις οποίες εξοικονόμησε η σύζυγός του) ως μέρος του συμφωνηθέντος ολικού τιμήματος, συμφωνήθηκε η υπόλοιπη ποσότητα ηρωίνης να παραδοθεί στην οικία του Ζ στα ... μετά πάροδο 2.5 ωρών, με ταυτόχρονη καταβολή του υπολοίπου τιμήματος. Την ανωτέρω συνάντηση παρακολουθούσαν αθέατοι αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι αναχώρησαν με το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με κατεύθυνση προς τη ... ακολουθούμενοι από αυτοκίνητο της αστυνομίας, ο δε Ζ κατευθύνθηκε προς τα ...... Στην πόλη της .... οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τους κατηγορουμένους έχασαν τα ίχνη τους. Οι κατηγορούμενοι πήγαν στον ..., όπου αγόρασαν ποσότητα ηρωίνης 157 γραμμαρίων από άγνωστο πρόσωπο, αλβανικής κατά την απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου υπηκοότητας, την οποία τοποθέτησαν σε πλαστική σακούλα, με τίμημα οπωσδήποτε μικρότερο των 15.000 δραχμών ανά γραμμάριο για την εξασφάλιση κέρδους από την πώληση της. Την 23/5/2000 και ώρα 04:00 οι κατηγορούμενοι έφθασαν στη συνοικία των .... και ο πρώτος από αυτούς ακινητοποίησε το όχημα του στην οδό ... πλησίον της κατοικίας του Ζ που βρίσκεται επί της οδού ...., κάθετης προς την οδό ..... Ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέλαβε το δέμα με την ποσότητα ηρωίνης, που είχε περιέλθει μετά την αγορά στη φυσική εξουσίαση αυτού και του πρώτου κατηγορουμένου και κατευθύνθηκε προς την κατοικία του Ζ, για την παράδοση της και την είσπραξη του υπολοίπου μέρους του τιμήματος, πράγμα που δεν έγινε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης των κατηγορουμένων, και συγκεκριμένα γιατί ο κατηγορούμενος αυτός αντιλήφθηκε, ενώ είχε διέλθει την αυλόπορτα της κατοικίας του Ζ, την κίνηση ατόμων που πλησίαζαν, με τη γνωστοποίηση δε από αυτούς της ιδιότητας τους και της πρόθεσης τους να διενεργήσουν έλεγχο, απέρριψε το δέμα με την ηρωίνη στο αύλειο χώρο γειτονικής οικίας και προσπάθησε να διαφύγει χωρίς όμως επιτυχία, γιατί συνελήφθη από τους αστυνομικούς. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο αστυνομικός .... επιχείρησε να πλησιάσει το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με σκοπό τη σύλληψη του, όμως έγινε αντιληπτός από τον κατηγορούμενο αυτόν, ο οποίος για να αποφύγει τη σύλληψη του πυροβόλησε στα κάτω άκρα τον αστυνομικό με όπλο διαμέτρου 6 χιλιοστών και προκάλεσε σε αυτόν διαμπερές τραύμα περί την μεσότητα της δεξιάς κνήμης και διαμπερές τραύμα κατά την πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνήμης- κάτω τριτημορίου. Οι κακώσεις αυτές μπορούσαν κατά τη γνώση και τη θέληση του ανωτέρω πρώτου κατηγορουμένου να προκαλέσουν στον παθόντα κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος έθεσε σε λειτουργία το αυτοκίνητο του και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα διέφυγε από το τόπο του συμβάντος. Το γεγονός ότι ο ανωτέρω τραυματισμός του αστυνομικού προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο και όχι από τους πυροβολισμούς του διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων ...., που πυροβόλησε για να ακινητοποιήσει το όχημα του κατηγορουμένου στοχεύοντας τα ελαστικά προκύπτει από το σύνολο σχεδόν των μαρτυρικών καταθέσεων, που ενισχύονται αποφασιστικά από την ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού .... με ημερομηνία 23/5/2000 και από την εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη του αστυνόμου .... με ημερομηνία 12/6/2000. Είναι αλήθεια ότι ο παθών και ο αστυφύλακας ..... διαφοροποιήθηκαν κατά την κύρια ανάκριση και στο ακροατήριο από την αρχική τους θέση στην προανάκριση και αποδίδουν τη σωματική βλάβη σε αμέλεια του διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων εγκείμενη στην αστοχία των βολών του όπλου. Τούτο όμως δεν αποδεικνύεται ως βάσιμο, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε η φορά των τραυμάτων ήταν από μπροστά, από σημείο δηλαδή που ήταν μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ ο διοικητής .... βρισκόταν σύμφωνα με όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων πίσω από τον τραυματισθέντα και επί πλέον το πλάτος της εισόδου των βλημάτων ήταν 6 χιλιοστά, ενώ το περίστροφο του διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας Τρικάλων είχε διαμέτρημα 9 χιλ. Η διαφοροποίηση αυτή αποδίδεται σε υπηρεσιακές αντιθέσεις, κρίνεται δε ανεπιτήδεια για τη διαμόρφωση διαφορετικής δικανικής πεποίθησης. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο πρώτος από τους κατηγορουμένους ήταν υπότροπος, αφού με την 66/1996 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών και τριών μηνών για το έγκλημα που διέπραξε της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης, ενήργησε δε κατ' επάγγελμα την αγορά της ποσότητας της ηρωίνης και την απόπειρα πώλησής της, αφού επεδίωκε τον πορισμό εισοδήματος έχοντας διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή με τη χρησιμοποίηση του αυτοκινήτου του, το οποίο ήταν εξαιρετικά γρήγορο και κυβισμού άνω των 2000, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, για την ταχεία διάθεση των ναρκωτικών ουσιών σε τρίτους αλλά και τη διαφυγή του σε περίπτωση καταδίωξης και την ένταξή του στον κύκλο των προσώπων που διακινούν και εμπορεύονται ναρκωτικές ουσίες. Και οι δύο κατηγορούμενοι είναι μεν χρήστες ναρκωτικών ουσιών πλην όμως δεν απέκτησαν την έξη της χρήσης αυτής σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, όπως τούτο προκύπτει από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης: α) από 28-6-2000 του νευρολόγου .... και β) από 30-6-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου .... καθ' όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο και την από 10-7-2000 έκθεση της ψυχιάτρου .... καθ' όσο αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, από τις οποίες εκθέσεις η πρώτη ειδικότερα δεν πάσχει ακυρότητας και δεν στερείται αποδεικτικής δύναμης όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος των κατηγορουμένων. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, οι κατηγορούμενοι πρέπει vα κηρυχθούν αμφότεροι ένοχοι των ανωτέρω αποδιδόμενων στον καθένα από αυτούς αξιοποίνων πράξεων, απορριπτόμενων των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών του πρώτου κατηγορουμένου περί του ότι τυγχάνει τοξικομανής, δεν είναι υπότροπος καθώς και περί του ότι δεν συντρέχει σε βάρος του η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πρώτης αποδιδομένης σ' αυτήν πράξης και...............".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, εκτός από την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, η οποία δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα κατά τα κατωτέρω, διέλαβε κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά την ως άνω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα τόσον ως προς τις κατηγορίες για τα ναρκωτικά με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής και την επικίνδυνη σωματική βλάβη, όσον και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι είναι τοξικομανής, κατά τα οποία και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και στηρίζουν την περί αυτών κρίση του Εφετείου, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σε σχέση με την ειδική υποτροπή του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, αναφέρεται στην απόφαση, για την πληρότητά της, η εντός της προηγούμενης δεκαετίας, από του χρόνου τελέσεως της ένδικης παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών (22 και 23-5-2000), αμετάκλητη καταδίκη του αναιρεσείοντος, με την 66/1996 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, για κακουργηματικής μορφής καλλιέργεια ινδικής καννάβεως, ενώ με πλήρη και σαφή αιτιολογία απορρίφθηκε ο περί τοξικομανίας αυτοτελής ισχυρισμός του, με την παραδοχή ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ..., νευρολόγου και ....., ψυχιάτρου, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Η μερικότερη αιτίαση, κατ' εκτίμηση, ότι το Δικαστήριο, την υπόδειξη που περιέχεται στην Έκθεση του πραγματογνώμονα ψυχιάτρου .... κατά την οποία "συνιστάται η εισαγωγή (του αναιρεσείοντος) για θεραπεία σε ειδικά κέντρα αποτοξινώσεως", δεν την αξιολόγησε ως διαπίστωση του εν λόγω ιατρού ότι ο αναιρεσείων είναι εξαρτημένος από τα ναρκωτικά, μη δυνάμενος να αποβάλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις και έτσι δεν αιτιολόγησε ειδικώς την αντίθετη προς το συμπέρασμα αυτό πεποίθησή του, είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τους κανόνες της λογικής, η ανωτέρω σύσταση εισαγωγής του αναιρεσείοντος σε κέντρο αποτοξινώσεως δεν ενέχει και βεβαίωση ότι ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Το αίτημα, εξάλλου, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από τον αναιρεσείοντα για διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης επί του ιδίου ζητήματος, δεν έχρηζε ιδιαίτερης απαντήσεως, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως η παραδοχή του εξηρτάτο από την παραδοχή της προβληθείσης από τον ίδιο ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ...., η οποία απορρίφθηκε ρητώς με την απόφασή. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, εκτός από το μέρος που η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφορά στην παραδοχή συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, ως προς την οποία η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, αφού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την περί της συνδρομής των περιστάσεων αυτών κρίση του Εφετείου. Ειδικότερα δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν (ως προς την κατά συνήθεια τέλεση) ότι ο αναιρεσείων, από την επανειλημμένη τέλεση παρόμοιων αξιόποινων πράξεων, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του ως άνω άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, ούτε περιστατικά από τα οποία να αιτιολογείται (ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση) η διαμόρφωση από τον αναιρεσείοντα τέτοιας υποδομής ώστε η τέλεση των πράξεών του να εκτείνεται επανειλημμένως σε βάθος χρόνου με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς τους και ο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, μόνη δε η ύπαρξη στη διάθεση του αναιρεσείοντος αυτοκινήτου, έστω και μεγάλου κυβισμού, στην οποία το Εφετείο στήριξε την κατ' επάγγελμα τέλεση, δεν αιτιολογεί επαρκώς τη συγκεκριμένη επιβαρυντική περίσταση, ενόψει και του ότι δεν συγκεκριμενοποιείται το αναφερόμενο στο σκεπτικό για "ένταξη (του αναιρεσείοντος) στον κύκλο των προσώπων που διακινούν και εμπορεύονται ναρκωτικές ουσίες". Έτσι, ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παραδοχή των ανωτέρω επιβαρυντικών περιστάσεων, είναι κατά τούτο βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά το τελευταίο σκέλος του ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και δη την υπ' αυτού αξιολόγηση της καταθέσεως του μάρτυρα-αστυνομικού .... σχετικά με την σε βάρος του επικίνδυνη σωματική βλάβη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε γι' αυτές, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή μη των ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων ως προς τις οποίες εχώρησε η αναίρεση και, αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή για τις πράξεις της αγοράς, της από κοινού κατοχής και της από κοινού απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, καθώς και τη συνολική ποινή. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 165/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, μόνον α)ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Χ των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της αγοράς, της από κοινού κατοχής και της από κοινού απόπειρας πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, β)ως προς την ποινή που επιβλήθηκε για τις εν λόγω πράξεις και γ)ως προς τη συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά λοιπά την από 10 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της ίδιας (165/2006) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ