Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1051 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση και ηθική αυτουργία σ' αυτήν παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος του ΙΚΑ, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη πράξη του υπαλλήλου του. Δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύει σε τι συνίσταται η βλάβη, αφού είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Δεν δημιουργείται ακυρότητα από τη μη ανάγνωση εγγράφου, που αφορά το σώμα του εγκλήματος. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτονται οι αιτήσεις.




Αριθμός 1051/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, 1)Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Βαξεβάνη, 2)Χ2 και 3)Χ3, συζύγου Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαρελά, για αναίρεση της 5347/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1)Σ1 και 2)Σ2 και πολιτικώς ενάγον το ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπύρο Μαυρογιάννη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1708/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Oι από 25-9-2008, 22-9-2008 και 22-9-2008 τρεις αιτήσεις, για αναίρεση της με αριθμό 5347/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν, αντίστοιχα, από τους 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ των συνάφειας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους, έναντι των τρίτων. Ειδικότερα, από το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 242 ΠΚ, άμεσα ζημιούμενος από την παραπάνω πράξη και δικαιούμενος να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι και το νομικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου υπηρετεί ο υπάλληλος που το τέλεσε. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84, πρέπει δε να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση όμως του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Αν η αξίωση είχε παραγραφεί και δεν υποβλήθηκε σχετική ένσταση κατά της παραστάσεως, δεν επέρχεται ακυρότητα που να συνεπάγεται την αναίρεση. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την παράσταση της πολιτικής αγωγής, διότι: 1) στη δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ δεν προσδιορίζεται η βλάβη την οποία τούτο υπέστη 2) η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος παραγράφηκε και 3) από τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν.3528/2007 αποκλείεται η άσκηση αξίωσης σε βάρος της για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες γιατί, 1) όπως προαναφέρθηκε, το ΙΚΑ δεν είχε υποχρέωση να εξειδικεύσει με τη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου του την ηθική βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον αντίκτυπο που έχει στην πίστη το κύρος και τη φήμη του β)ανεξάρτητα από την αοριστία της δεύτερης αιτίασης, από τη μη επίκληση ότι κατά τη συζήτηση της έφεσης ήδη είχε παραγραφεί ενώπιον του Εφετείου η αξίωση και ότι προέβαλε την ένσταση παραγραφής, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η προβολή της ένστασης αυτής, και γ)από τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 3528/2007 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. στην οποία ορίζεται ότι "ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποία προξένησε σ' αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του" δεν αποκλείεται το δικαίωμα του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου να ζητήσει την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, αλλά μόνο της αποθετικής του ζημίας. Επομένως είναι αβάσιμοι και οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τρίτος και τέταρτος, λόγοι της αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια αβάσιμος είναι και ο από το ίδιο άρθρο στοιχ. Η', πέμπτος, λόγος της ίδιας αναιρέσεως, κατά τον οποίο το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, γιατί επιδίκασε στο μη νομιμοποιούμενο ενεργητικά πολιτικώς ενάγον, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.000 ευρώ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αποτελεί το σώμα του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσείουσα κατηγορούμενη επικαλείται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη του, δίχως προηγουμένως να αναγνωσθεί και να προκύπτει το περιεχόμενο της από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομίμως λήφθηκαν υπόψη, τη με αριθμό ... αίτηση απογραφής του ασφαλισμένου Φ1 και την από 16-5-2002 ένορκη εξέταση του, με αποτέλεσμα να προκληθεί η παραπάνω απόλυτη ακυρότητα. Όμως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι, από την επισκόπηση του διατακτικού και των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι α) το πρώτο έγγραφο αποτελεί το σώμα του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και συνεπώς αυτή γνώριζε το περιεχόμενο του και 2) το δεύτερο αναγνώσθηκε και αναφέρεται στα πρακτικά με τον αριθμό 26. Επομένως είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος του δικογράφου της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως στην εκ προοιμίου αποδοχή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 46 παρ. 1α του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ., β) η διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στη διάταξη την οποία εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5347/2008 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, ότι ως προς την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση και της ηθικής σ' αυτήν, αυτουργίας, αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη κατηγορουμένη Χ3 από τον Ιούλιο του 2001 έως τον Μάϊο του 2002 διατηρούσε μαζί με τον σύζυγό της δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 γραφείο εξυπηρέτησης αλλοδαπών στην οδό ..., ο δε σύζυγος της (δεύτερης κατηγορουμένης) κατά το ίδιο άνω χρονικό διάστημα παραλλήλως υπηρετούσε και ως αστυνομικός στο διπλανό αστυνομικό τμήμα, στο οποίο υπηρετούσε και ο τέταρτος κατηγορούμενος (Σ1). Οι υπηρεσίες που παρείχε το εν λόγω γραφείο στους αλλοδαπούς ήταν η έκδοση πιστοποιητικών από διάφορες υπηρεσίες και ειδικότερα η εξυπηρέτηση των αλλοδαπών για την έκδοση η ανανέωση της άδειας παραμονής ή εργασίας τους στην Ελλάδα, αφού προσκόμιζαν στο γραφείο τα απαιτούμενα έγγραφα. Στην συνέχεια τα έγγραφα αυτά το γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης όφειλε να τα υποβάλλει στην αρμόδια ανάλογα με την περίπτωση υπηρεσία για την έκδοση των ζητουμένων πιστοποιητικών. Τα περισσότερα από τα προσκομιζόμενα από τους αλλοδαπούς έγγραφα ήσαν ανεπικύρωτα και έχρηζαν επικύρωσης. Το άνω γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων τους διαβεβαίωνε ότι αυτό θα έκανε τις απαιτούμενες επικυρώσεις χωρίς την παρουσία τους και ότι αυτοί θα έπαιρναν στα χέρια τους έτοιμα τα εκάστοτε πιστοποιητικά χωρίς να απασχοληθούν. Πολλές από τις επικυρώσεις αυτές εγίνοντο είτε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, είτε από συναδέλφους του αστυνομικούς που υπηρετούσαν και σε άλλα αστυνομικά τμήματα, οι περισσότερες δε επικυρώσεις εγένοντο χωρίς την επίδειξη των πρωτοτύπων εγγράφων και βεβαιωνόταν ψευδώς η γνησιότητα υπογραφών προσώπων (αλλοδαπών) που δεν είχαν υπογράψει ενώπιον τους ή που δεν είχαν καν υπογράψει. Στα πλαίσια δε της άνω δραστηριότητας του άνω γραφείου τον Νοέμβριο του 2001 προσήλθε σ' αυτό η αλλοδαπή ... προκειμένου να ανανεώσει την κάρτα παραμονής ΟΑΕΔ καταβάλλονται για την εργασία αυτή κάποιο σεβαστό ποσό. Τον Μάρτιο 2002 δε του 2002 η πρώτη κατηγορουμένη στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής της ζήτησε ακόμη 300 ευρώ για να της εκδώσει την καρτέλλα των ενσήμων της στο ΙΚΑ. Η αλλοδαπή αυτή τότε αντέδρασε στη καταβολή του επιπλέον αυτού ποσού των 300 Ευρώ, θεωρώντας ότι στην αρχική αμοιβή που κατέβαλε, είχε πληρώσει και για την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ και τότε η πρώτη κατηγορουμένη της είπε να πάει στον Δήμο να βγάλει τα χαρτιά της μόνη της. Η αλλοδαπή αυτή αποχώρησε από το γραφείο αφού προηγουμένως ζήτησε και έλαβε όσα χαρτιά το γραφείο της είχε ήδη ετοιμάσει, η δε α' κατηγορουμένη αρνήθηκε να της επιστρέψει τα καταβληθέντα προηγουμένως απ' αυτήν χρήματα. Η αλλοδαπή χολωμένη προφανώς από το περιστατικό αυτό προσήλθε στην αστυνομία (ΓΑΔΑ) στην υποδιεύθυνση αλλοδαπών, στο τμήμα συντονισμού και διαμαρτυρήθηκε, προσκόμισε δε όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην από 24-4-2002 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης που υπάρχει μέσα στη δικογραφία. Ρητά δε στην από 25-4-2002 ένορκη προανακριτική κατάθεσή της αναφέρει ότι δεν πήγε αυτοπροσώπως στην αστυνομία να τα φτιάξει, ούτε σε καμιά άλλη υπηρεσία προσήλθε αυτοπροσώπως και ότι η α' κατηγορουμένη της είπε ότι το γραφείο της αναλαμβάνει όλη την διαδικασία. Την ίδια δε ως άνω ημερομηνία (25-4-2002) προσήλθε στην άνω υποδιεύθυνση αλλοδαπών της αστυνομίας και ο αλλοδαπός Φ3 και κατήγγειλε τον αλλοδαπό συριακής καταγωγής Φ2 ότι στις αρχές του μήνα επειδή είχε λήξει η άδεια παραμονής του απευθύνθηκε σ' αυτόν (με τον οποίο παλαιότερα είχε συνεργαστεί) προκειμένου να του ανανεώσει την άδεια παραμονής του. Ότι εκείνος (Φ2) του ζήτησε για την εργασία αυτή και άλλα χρήματα, λογομάχησαν, ο αλλοδαπός θεώρησε ότι οι 150.000 δρχ. που είχε πάρει απ' αυτόν ήταν ήδη μεγάλο ποσό που κάλυπτε και την ανανέωση και έτσι προσήλθε κατά τα άνω στην αστυνομική αρχή για να καταγγείλει την σε βάρος του, κατ' αυτόν, εξαπάτηση, εκ παραλλήλου στην ίδια άνω υποδιεύθυνση αλλοδαπών την ίδια άνω ημερομηνία (25-4-2002) έτεροι αλλοδαπός ονόματι ...καταθέτει ότι προκειμένου να ανανεώσει την άδεια παραμονής του και αφού πληροφορήθηκε από ομοεθνείς του ότι κάποιος δικηγόρος με το όνομα Χ2 (β' κατηγορούμενος) φτιάχνει διάφορα έγγραφα απευθύνθηκε στο γραφείο στην ...προκειμένου να βγάλει καρτέλα ενσήμων ΙΚΑ. Ότι προσκόμισε στην α' κατηγορουμένη φωτοαντίγραφα αδείας παραμονής και διαβατηρίου που του ζητήθηκαν και ότι αυτή (α' κατηγορουμένη) στη συνέχεια του παρέδωσε το υπ' αριθμ. ... σημείωμα που ανέφερε ότι παραλείφθηκε απογραφικό δελτίο για έκδοση ΔΑΤΕ του ΙΚΑ ... (ενώ διέμενε στην οδό ... οπότε αρμόδιο ΙΚΑ ήταν το ΙΚΑ ...) για το οποίο δελτίο (ο άνω αλλοδαπός) δεν είχε εμφανισθεί ποτέ στο ΙΚΑ αυτό, και ότι επειδή λόγω φόρτου εργασίας δεν μπορούσε να μεταβεί στο ΙΚΑ για να παραλάβει την καρτέλα των ενσήμων του (ΙΚΑ) έκανε στην συνέχεια μια εξουσιοδότηση στην α' κατηγορουμένη για το σκοπό αυτό και υπέγραψε αυτή μπροστά της χωρίς όμως να μεταβεί στην αστυνομία. Περαιτέρω κατέθεσε ότι όταν μετά από δύο μήνες και αφού το γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων δεν είχε παραλάβει την καρτέλα ενσήμων του, προσήλθε στο ΙΚΑ ... ο ίδιος και εκεί τον ενημέρωσαν ότι υπάρχει πρόβλημα και πρέπει να απευθυνθεί στην Υποδιεύθυνση αλλοδαπών. Περαιτέρω την 16-5-2002, στο ΙΚΑ ... προσήλθε ο Φ4 και ζήτησε να παραλάβει για λογαριασμό του συμπατριώτη του Ρουμάνου Φ1 την καρτέλα ενσήμων του επιδεικνύοντας το υπ' αύξοντα αριθμό ... δελτίο απογραφής άμεσα ασφαλισμένου (βλ. την 16-5-2002 έκθεση κατάσχεσης) το οποίο είχε θεωρηθεί από την υπάλληλο του ΙΚΑ ... γ' κατηγορουμένη Χ1. Τότε ειδοποιήθηκε η αστυνομία τον συνέλαβε και οδηγήθηκε αυτός (Φ4) στην υποδιεύθυνση αλλοδαπών. Το παραπάνω δε απογραφικό με το οποίο πήγε ο τελευταίος στο ΙΚΑ για να παραλάβει όπως προελέχθηκε την καρτέλα ενσήμων του Φ1 του την είχε δώσει ο τελευταίος, ο οποίος με την σειρά του την είχε παραλάβει μαζί με άλλα έγγραφα, όπως ιατρικό πιστοποιητικό και βεβαίωση ΑΦΜ από κάποιο δικηγορικό γραφείο επί της οδού ... στο οποίο είχε απευθυνθεί για ανανέωση της αδείας παραμονής του από κάποιον ονόματι ... που του συστήθηκε σαν δικηγόρος και τον οποίο αναγνώρισε ο Φ4 στην Υποδιεύθυνση αλλοδαπών. Ο Φ1 δε, κατέθεσε σε σχέση με τα αναφερόμενα στοιχεία στο άνω απογραφικό, ότι δεν διέμενε ποτέ στην αναφερόμενη σ' αυτό διεύθυνση κατοικία ..., το όνομα της μητέρας του δεν είναι ... αλλά... και ότι ποτέ δεν προσήλθε ο ίδιος στο ΙΚΑ ... προς κατάθεση αιτήσεως. Έτσι μετά τα άνω καταγγελθέντα περιστατικά από τους άνω αναφερθέντες αλλοδαπούς η υποδιεύθυνση αλλοδαπών διενήργησε νομοτύπως έρευνα στο εν λόγω γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων, στο οποίο βρήκε πλήθος εγγράφων (αλλοδαπών). Σε πολλά απ' αυτά τα έγγραφα (εξουσιοδοτήσεως-αιτήσεως) υπήρχαν σφραγίδα και υπογραφή αστυνομικού οργάνου που βεβαίωνε το γνήσιο της υπογραφής, χωρίς ωστόσο να είναι συμπληρωμένα καν τα στοιχεία του υπογράφοντος, σε άλλες περιπτώσεις υπήρχε σφραγίδα, όνομα και υπογραφή του αστυνομικού που βεβαίωνε το γνήσιο της υπογραφής, η εξουσιοδότηση όμως ήταν ανυπόγραφη, σε άλλα δε έγγραφα υπήρχε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από αστυνομικό με σφραγίδα χωρίς να συνοδεύεται και από την υπογραφή του αστυνομικού οργάνου που την έθετε ή υπήρχε βεβαίωση ακριβούς αντιγράφου αφού χωρίς πάλι μαζί με την σφραγίδα με τα στοιχεία του αστυνομικού να ακολουθεί και υπογραφή αυτού. Επίσης υπήρχαν και έγγραφα όπου η βεβαίωση περί του γνησίου της υπογραφής του αλλοδαπού ή περί του ακριβούς αντιγράφου εκ του πρωτοτύπου δεν έφεραν ούτε υπηρεσιακό σφραγιδάκι, ούτε υπογραφή του αστυνομικού. Επίσης στο γραφείο αυτό βρέθηκαν και κατασχέθηκαν και τα επικυρωμένα αντίγραφα απογραφής αλλοδαπού με αριθμούς, ....(αναφέρονται 13 έγγραφα) που φέρουν όλα την ίδια ημερομηνία καταθέσεως (23-4-2002) και την ίδια διεύθυνση κατοικίας ...13 διαφορετικών αιτούντων αλλοδαπών. Μετά ταύτα διενεργήθηκε προανάκριση και σχηματίστηκε δικογραφία κατά πολλών αστυνομικών οργάνων που φέρονται ότι είχαν επικυρώσει διάφορα απ' αυτά τα έγγραφα καθώς κατά την α' και γ' κατηγορουμένων και επίσης κατά του αλλοδαπού Φ2, το οποίο είχε αναφέρει στην καταγγελία του στην υποδιεύθυνση αλλοδαπών ο Φ3. Αποδείχθηκε δε σε σχέση με τον αλλοδαπό αυτό (Φ2) ότι αναλάμβανε την τακτοποίηση αλλοδαπών με την κατάθεση για λογαριασμό τους των απαραιτήτων εγγράφων στις αρμόδιες υπηρεσίες (όπως ΙΚΑ και Εφορία) προκειμένου να πάρουν στην συνέχεια άδεια παραμονής και εργασίας. Για να γίνει δε η κατάθεση αυτή, οι αλλοδαποί έκαναν εξουσιοδοτήσεις στον άνω αλλοδαπό. Αυτός συνεργαζόταν με το γραφείο των α' και β' κατηγορουμένων ... το οποίο όπως προαναφέρθηκε βρισκόταν δίπλα στο αστυνομικό τμήμα..., όπου υπηρετούσε και ο β' κατηγορούμενος ως αστυνομικός. Στο γραφείο δε αυτό βρισκόταν τις περισσότερες ώρες ο β' κατηγορούμενος και στον οποίο ο Σύριος άνω Φ2 έδινε τα στοιχεία των αλλοδαπών και ο β' κατηγορούμενος ή οι εργαζόμενοι στο γραφείο του προέβαιναν στην συμπλήρωση των εξουσιοδοτήσεων - υπευθύνων δηλώσεων χωρίς την παρουσία των αλλοδαπών. Για την διαδικασία αυτή για κάθε αλλοδαπό ο Φ2 έδινε στον β' κατηγορούμενο 1.000 με 1.500 ευρώ που ο τελευταίος απαιτούσε προκειμένου το γραφείο του να προβεί στις παραπάνω ενέργειες. Περί της άνω συνεργασίας καθώς και του τρόπου που γινόταν αυτή μεταξύ Φ2 και α' και β' κατηγορουμένων ρητά καταθέτει και ο αλλοδαπός ... στην από 29-3-2005 ένορκη (ανακριτική) του κατάθεση, όπου καταθέτει "δεν μιλούσα καλά τα Ελληνικά, απευθύνθηκα στον Φ2 αν μπορεί να με βοηθήσει με τα χαρτιά, όταν ήταν να νομιμοποιηθούν οι αλλοδαποί, μου είπε να βρω κάποιον να γράψει την εξουσιοδότηση προς αυτόν, επειδή δεν ήξερα κανένα με έστειλε στο γραφείο ...όπου δύο κοπέλες συμπλήρωσαν τα στοιχεία στην εξουσιοδότηση και υπέγραψα αυτήν χωρίς να πάω στην αστυνομία που ήταν δίπλα". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την προανάκριση και την κυρία ανάκριση παραπέμφθηκαν με το 1050/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστούν για τις πράξεις έκαστος των κατηγορουμένων που εκεί αναφέρονται. Με άσκηση εφέσεως κατά του βουλεύματος αυτού, εκδόθηκε το από 20-6-2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν τελικώς οι κατηγορούμενοι για να δικαστούν όμως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από μερική τροποποίηση του άνω βουλεύματος. Το δε Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τις υπ' αριθ. 66570/27-11-2002 και 69559/6-12-2002 αποφάσεις του έκρινε ενόχους τους νυν εκκαλούντες και για τις πράξεις που εκεί αναφέρονται. Σε σχέση δε τώρα με τους εκκαλούντες απεδείχθησαν τα κατωτέρω από τα ίδια άνω αποδεικτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Σ1 ως αστυνομικός του Α/Τ ..., συνάδελφος σ' αυτό του β' κατηγορουμένου, στις 24-1-2002 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος ήτοι της ψευδούς βεβαιώσεως, βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ήτοι την ακρίβεια του φωτοαντιγράφου και κάρτας παραμονής και του διαβατηρίου της ... χωρίς να του επιδειχθούν τα πρωτότυπα αυτών, επίσης την ίδια άνω ημερομηνία βεβαίωσε την ακρίβεια του φωτοαντιγράφου της από 16-12-2002 βεβαίωση του ΙΚΑ που αφορά την ίδια άνω αλλοδαπή χωρίς επίσης να του επιδειχθεί το πρωτότυπο αυτής και τέλος την ίδια ημερομηνία βεβαίωσε το ιδιόχειρο της υπογραφής της ίδιας σε μία υπεύθυνη δήλωση θέτοντας την υπογραφή του και την σφραγίδα με το όνομα του καθώς και την σφραγίδα του Α/Τ ... επί της δηλώσεως, η οποία όμως δήλωση δεν είχε ποτέ υπογραφεί από την αιτούσα και μάλιστα ενώπιόν του. Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει και στην κατάθεση της εν λόγω αλλοδαπής, η οποία όπως αναλυτικά παραπάνω αναφέρθηκε κατέθεσε στην από (προανακριτική) 25-4-2002 ένορκη κατάθεσή της, η οποία λόγω του ανεφίκτου της παρουσίας της στο ακροατήριο σήμερα επειδή είναι αγνώστου διαμονής (Βλ. από 12-6-2008 βεβαίωση αστυνομικού ...) αναγνώστηκε από το Δικαστήριο τούτο, σε συνδυασμό και με την από 25-4-2002 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης των άνω εγγράφων που παραδόθηκαν απ' αυτήν και στην οποία αναφέρει ότι αυτή ουδέποτε ενώπιον του άνω αστυνομικού υπέγραψε ώστε να βεβαιώσει αυτός το γνήσιο της υπογραφής της, αλλά και ούτε προσκόμισε σ' αυτόν τα πρωτότυπα των λοιπών εγγράφων της σε πρωτότυπο για να βεβαιώσει αυτός το ακριβές αντίγραφό της. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί αυτός ένοχος κατ' εξακολούθηση των άνω ψευδών βεβαιώσεων με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου και αθώος της ψευδούς βεβαιώσεως της προσωρινής αδείας παραμονής του ... λόγω αμφιβολιών. Όσον αφορά δε τον έκτο κατηγορούμενο Σ2 που υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα ... αποδείχθηκε ότι αυτός την 30-1-2002 βεβαίωσε το ιδιόχειρο της υπογραφής του αλλοδαπού ... επί της από 30-1-2002 υπεύθυνης δήλωσής του, θέτοντας την σφραγίδα του ΑΤ ...και την υπογραφή του χωρίς ο υπογράφων να έχει υπογράψει ενώπιόν του. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος της άνω ψευδούς βεβαιώσεως με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου και αθώος των λοιπών ψευδών βεβαιώσεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος πρωτοδίκως λόγω αμφιβολιών. Επίσης το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες για το αν ο πέμπτος και έβδομος κατηγορούμενοι ... βεβαίωσαν ψευδώς αντίστοιχα ο μεν πρώτος το ιδιόχειρο της υπογραφής της ... και ο δεύτερος της ... και του ... και γι' αυτό τον λόγο πρέπει να κηρυχθούν αθώοι αυτοί και μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση των αυτοτελών ισχυρισμών του 5ου κατηγορουμένου. Οι άνω τώρα αστυνομικοί Σ1 και Σ2, που το δικαστήριο έκρινε ότι είναι ένοχοι των άνω ψευδών βεβαιώσεων εκ προθέσεως το δικαστήριο κρίνει ότι ωθήθηκαν στις άνω παράνομες πράξεις της από τους πρώτη και δεύτερο κατηγορουμένους, οι οποίοι από κοινού διατηρούσαν γραφείο εξυπηρέτησης αλλοδαπών, παίζοντες και οι δύο ενεργό ρόλο στην κίνηση του εν λόγω γραφείου. Τους αστυνομικούς αυτούς εγνώριζε τόσο ο β' κατηγορούμενος, όσο και η σύζυγός του α' κατηγορουμένη . Συγκεκριμένα ο β' κατηγορούμενος μάλιστα συνυπηρετούσε στο ίδιο αστυνομικό τμήμα με τον Σ1 τον τελευταίο δε και η σύζυγός του α' κατηγορουμένου επισκεπτόταν συχνά καθ' ομολογία και του ζητούσε να επικυρώσει διάφορα έγγραφα αλλοδαπών χωρίς την παρουσία της όπως ο ίδιος κατέθεσε, λέγοντάς του πως οι αλλοδαποί ενδιαφερόμενοι ήσαν έξω (ομολογώντας δηλαδή τις πράξεις του). Επίσης και του Σ2 εγνώριζαν οι α' και β' κατηγορούμενοι, αφού εκτός της άνω ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία έκρινε το Δικαστήριο ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, βρέθηκε και πληθώρα άλλων υπογραφέντων απ' αυτόν εγγράφων, ήτοι βεβαιώσεων υπογραφεισών απ' αυτόν για τις οποίες κηρύχθηκε αθώος πρωτοδίκως, η δε μάρτυρας κατηγορίας του ΙΚΑ .. κατέθεσε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος (Σ2) ήταν γνωστός στο ΙΚΑ διότι επισκεπτόταν συχνά την γ' κατηγορουμένη Χ1 υπάλληλο του ΙΚΑ την οποία εγνώριζε και ότι τον είχαν δει και άλλοι συνάδελφοί της στο ΙΚΑ να την επισκέπτεται. Γνωρίζοντας οι πρώτη και δεύτερος κατηγορούμενοι τους άνω αστυνομικούς και σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα προς διευκόλυνση του γραφείου τους και προς προσέλκυση αλλοδαπών πελατών με προτροπές και παραινέσεις τους έπεισαν να βεβαιώσουν τα άνω έγγραφα που τους παρέδωσαν προς επικύρωση, χωρίς την παρουσία των αλλοδαπών αφού όλοι τους γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν εκεί την ώρα της βεβαίωσης οι αλλοδαποί. Πρέπει έτσι ν' απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των πρώτου και δεύτερου κατηγορουμένων ως ουσιαστικά αβάσιμοι και ειδικότερα οι ισχυρισμοί τους ότι τα έγγραφα που προσκόμιζαν οι αλλοδαποί στο γραφείο της ήσαν επικυρωμένα προηγουμένως απ' αυτούς (αλλοδαπούς) χωρίς την δική τους συνδρομή, αφού το αντίθετο αποδείχθηκε και ότι δεν εγνώριζαν τους άνω αστυνομικούς που φέρονται ότι ψευδώς θεώρησαν και περαιτέρω ότι η α' κατηγορουμένη τύποις φερόταν ως ιδιοκτήτρια του εν λόγω γραφείου, σύμφωνα με αυτά που αναλυτικά άνω αναφέρθηκαν. Πρέπει επίσης ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του β' κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και 84 § 22 ΠΚ, διότι αφενός αυτός δεν έχει πρότερο έντιμο βίο αφού έχει ήδη καταδικασθεί σε διετή φυλάκιση από το Δικαστήριο τούτο για το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως, καταδίκη που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναίρεσης του κατ' αυτής, αφετέρου διότι ο κατηγορούμενος αυτός, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την τέλεση των πράξεών του μέχρι και σήμερα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δεν απέδειξε ότι είχε καλή συμπεριφορά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι πρώτη και δεύτερος κατηγορούμενοι ηθικής αυτουργίας, με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου η πρώτη, κατ' εξακολούθηση, στις ψευδείς βεβαιώσεις για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι τέταρτος και έκτος κατηγορούμενοι και αθώοι για τις λοιπές βεβαιώσεις για τις οποίες κρίθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι αυτοί καθώς και οι πέμπτος και έβδομος κατηγορούμενοι. Περαιτέρω όσον αφορά την γ' κατηγορουμένη Χ1 αποδείχθηκε ότι αυτή ήταν υπάλληλος του ΙΚΑ ... κατά τους άνω χρόνους και αρμοδία καθ'ύλην και κατά τόπο να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας, που της είχε ανατεθεί προσωρινά, να συντάσσει δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των αρθ. 13 στοιχ. γ' ΠΚ και 438 Κ.Πολ.Δ, προοριζόμενο για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιώνονται σ' αυτό. Ειδικότερα στην γ' κατηγορουμένη ως διοικητικής υπαλλήλου του ΙΚΑ ... είχαν προσωρινώς λόγω φόρτου εργασίας ανατεθεί από την υπηρεσία της και τα καθήκοντα να παραλαμβάνει, να καταχωρεί αιτήσεις έκδοσης απογραφικών δελτίων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, συνήθως αλλοδαπών καθώς και να επικυρώνει τα ακριβή φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων αυτών αιτήσεων. Βάσει των αιτήσεων αυτών οι εν λόγω ασφαλισμένοι αλλοδαποί ελάμβαναν ταχυδρομικών μετά κάποιο χρονικό διάστημα την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ την οποία προσκόμιζαν στην συνέχεια στην Νομαρχία Αθηνών (Δ/νση εργασίας) για να βγει η άδεια εργασίας της η άδεια παραμονής του στη χώρα. Έτσι η κατηγορουμένη που δεν αρνείται ότι είχε τα άνω καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί προσωρινώς από την υπηρεσία της βεβαίωσε στα πλαίσια των άνω καθηκόντων της κατ' επανάληψη σε έγγραφα ψευδώς με πρόθεση περιστατικά, που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με την ιδιότητά της αυτή ως υπαλλήλου στις 6-2-2002 πρώτη και τις λοιπές και την 23-4-2002 βεβαίωσε ψευδώς την ακρίβεια των υπ' αριθμ. .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., ..., και ... αιτήσεων απογραφής άμεσα ασφαλισμένων 13 αλλοδαπών ήτοι των αλλοδαπών που αναλυτικά αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα επικύρωσε τα φωτοαντίγραφα αιτήσεων απογραφής άμεσα ασφαλισμένων θέτοντας την υπογραφή της, την σφραγίδα του ΙΚΑ και την σφραγίδα της χωρίς να της επιδειχθούν τα πρωτότυπα των αιτήσεων αυτών, χωρίς δηλαδή να δει της πρωτότυπες αυτές αιτήσεις αφού δεν τις παρέλαβε η ίδια. Δηλαδή βεβαίωσε ότι υπήρχαν αιτήσεις απογραφής άμεσα ασφαλισμένων αλλοδαπών ήτοι των ανωτέρω χωρίς να υπάρχει κάποια σχετική πρωτότυπη αίτησή της αφού οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν προσέλθει στο ΙΚΑ αυτό στην αρμόδια Υπηρεσία για να τις υποβάλλουν αυτοπροσώπως. Συγκεκριμένα η διαδικασία που ακολουθεί το για την έκδοση απογραφικών δελτίων ήταν η εξής: Οι ενδιαφερόμενοι αλλοδαποί συνήθως συμπλήρωναν το απογραφικό δελτίο ήτοι την αίτηση στην συνέχεια την φωτοτυπούσαν εκτός ΙΚΑ και προσήρχοντο μετά την φωτοτύπηση στο αρμόδιο τμήμα του καταστήματος και ελάμβαναν αντίγραφο επικυρωμένο στην πίσω σελίδα, ενώ η υπηρεσία κρατούσε την πρωτότυπη αίτηση με τα δικαιολογητικά που κατέθετε ο αλλοδαπός. Τα άνω φωτοαντίγραφα όμως επικυρώθηκαν από την τρίτη κατηγορουμένη υπάλληλο του ΙΚΑ χωρίς την επίδειξη των πρωτοτύπων αιτήσεων και έφεραν σφραγίδα επικύρωσης στο επάνω δεξιό μέρος της πρώτης σελίδας με τον γραφικό χαρακτήρα της, χειρόγραφη ημερομηνία, στρογγυλή σφραγίδα και υπογραφή της με "κοκκινομπλέ" (ταμπόν μελάνι, πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι οι επικυρώσεις αυτές απ' αυτήν έγιναν εκτός του υποκαταστήματος του ΙΚΑ, αφού η γραμματεία του επικύρωνε με μπλέ μελάνι στην πίσω σελίδα αυτού, μεταξύ των υπογραφών ασφαλισμένων και παραλαβόντα με ημερομηνία που έμπαινε με μηχανική σφραγίδα. Στην συνέχεια η κατηγορουμένη τις αιτήσεις αυτές καταχώρησε στο βιβλίο και πάλι εκτός του ΙΚΑ, αφού καθημερινά σχεδόν μετέφερε μέσα σε μεγάλη βαριά τσάντα το βιβλίο εκτός υπηρεσίας στο σπίτι της για τον σκοπό αυτό, πράγμα που είχε γίνει αντιληπτό από τους υπαλλήλους οι οποίοι υποψιάζονταν ότι είχε παράνομες δραστηριότητες και ήσαν επιφυλακτικοί προς αυτήν. Το βιβλίο αυτό έπαιρνε στο σπίτι της η κατηγορουμένη αυτή για να καταχωρεί τις αιτήσεις που κατά τα άνω δεν είχαν υποβληθεί νομίμως στην αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ και με την άνω αναφερθείσα διαδικασία, αλλά εκτός ΙΚΑ και χωρίς την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντος ή του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου του, πλην όμως αυτή βεβαίωνε ψευδώς στα επικυρωθέντα απ' αυτήν αντίγραφα ότι είχαν εμφανισθεί οι αλλοδαποί στο ΙΚΑ αυτοπροσώπως, αφού στη θέση ο αιτών υπήρχαν υπογραφές δήθεν εμφανισθέντων αλλοδαπών. Μετά κάποιο χρονικό διάστημα ο αλλοδαπός είτε ταχυδρομική, είτε προσκομίζοντας στο ΙΚΑ το αντίγραφο αυτό της αιτήσεως ελάμβανε την καρτέλα ενσήμων του στο ΙΚΑ που την προσκόμιζε περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε σε άλλες υπηρεσίες. Η ενέργεια δε αυτή της κατηγορουμένης να εκδώσει επικυρωμένα αντίγραφα αιτήσεων απογραφής των άνω αλλοδαπών στις οποίες κατά τα άνω βεβαίωνε ψευδώς ότι είχαν προσέλθει ενώπιόν της οι αλλοδαποί αυτοί και υπέβαλαν τις αιτήσεις απογραφής με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά τους, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει συμβεί τούτο, καθώς ούτε είχαν προσέλθει στο ΙΚΑ οι ίδιοι, ούτε οι ίδιοι είχαν υπογράψει τις σχετικές αιτήσεις, ούτε κάποιοι άλλοι για λογαριασμό τους, αφού δεν υπάρχει κάποια σχετική μνεία περί του τελευταίου αυτού γεγονότος στα άνω επικυρωθέντα αντίγραφα (δεδομένου ότι στην λέξη "αιτών" υπάρχει απλή υπογραφή των αλλοδαπών), είχαν τις έννομες συνέπειες ήτοι να εκδοθούν οι ανάλογες καρτέλες ενσήμων των αλλοδαπών αυτών χωρίς αυτοί καν να έχουν προσέλθει στο ΙΚΑ, .... Οι άνω παράνομες πράξεις της κατηγορουμένης είχαν έννομες συνέπειες δηλαδή διότι εάν δεν βεβαίωνε τα άνω ψευδώς εκ προθέσεως η κατηγορουμένη δεν θα εκδιδόταν η καρτέλα ενσήμων των άνω ασφαλισμένων και δεν θα εξεδίδετο στην συνέχεια άδεια παραμονής τους και άδεια εργασίας της, το γεγονός δε ότι ψευδώς βεβαίωνε το ακριβές αντίγραφο των άνω αιτήσεων καίτοι οι φερόμενοι ως αιτούντες ποτέ δεν προσήλθαν ενώπιόν της να υποβάλουν αιτήσεις αυτοπροσώπως δηλώνει και τον δόλο της κατηγορουμένης να πράξει τούτο. Την κρίση του το δικαστήριο περί του ψευδώς των άνω βεβαιώσεων της κατηγορουμένης την στηρίζει τόσο στην κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας, το πόρισμα των ενόρκων διοικητικών εξετάσεων όσο και στα ίδια τα προσκομιζόμενα επικυρωμένα αντίγραφα των αιτήσεων απογραφής των άνω αλλοδαπών, στα οποία όλα ανεξαιρέτως αναφέρεται (πλην του πρώτου) ως διεύθυνση των αλλοδαπών η ίδια, ήτοι ..., πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν υπήρχαν πρωτότυπες αιτήσεις των αλλοδαπών αυτών, οι οποίοι και συνεννοημένοι να ήσαν μεταξύ τους δεν θα δήλωναν για λόγους ασφαλείας την ίδια διεύθυνση. Η διεύθυνση αυτή γράφηκε από την κατηγορουμένη ή τους συνεργάτες της για να εδραιωθεί αρμοδιότητα προς διεκπεραίωση των σχετικών αιτήσεων από το Υποκατάστημα ΙΚΑ ..., αφού η οδός αυτή ανήκε διοικητικά του υποκατάστημα αυτό. Επίσης την κρίση του στηρίζει όσον αφορά το επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως με αύξοντα αριθμό ... που αφορά το Φ1, στην κατάθεση του ίδιου του δήθεν αιτούντος, ο οποίος στην από 16-5-2002 ένορκη εξέτασή του καταθέτει ότι επειδή ήθελε να ανανεώσει την άδεια παραμονής πήγε σε ένα γραφείο που εξυπηρετεί αλλοδαπούς που βρίσκεται στην ... που τον είχαν συστήσει γύρω στις 10 Φεβρουαρίου ιδίου έτους και βρήκε εκεί ένα κύριο από τον οποίο ζήτησε να του βγάλει βεβαίωση ΑΦΜ από την Εφορία και κάποιο χαρτί από το ΙΚΑ και ότι αυτός του ζήτησε 100€ για να του τα βγάλει, αφού του ζήτησε φωτοτυπία της παλαιάς αδείας παραμονής και του διαβατηρίου του και ότι μετά 15 ημέρες του τα είχε έτοιμα. Περαιτέρω αναφέρει ότι ποτέ δεν πήγε στο ΙΚΑ ούτε στην Εφορία, αλλά ότι τα χαρτιά αυτά του τα έφτιαξε ο άνω κύριος που του είπε ότι είναι δικηγόρος και ότι δεν έχει υπογράψει ποτέ ο ίδιος ως "αιτών" και ότι η υπογραφή που έχει το έγγραφο (του ΙΚΑ) δεν είναι δική του, ούτε η διεύθυνσή του είναι η οδός ..., αφού αυτός διαμένει στη ... και την μητέρα την λένε ... και όχι .... Επίσης για τον ίδιο άνω ασφαλισμένο κατέθεσε τα ίδια περίπου και ο φίλος του αλλοδαπός Φ4 και περαιτέρω ότι ο τελευταίος για λογαριασμό του άνω αλλοδαπού προσήλθε με το άνω επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης απογραφής άμεσα ασφαλισμένων στο ΙΚΑ ... για να παραλάβει αντ' αυτού την καρτέλα ενσήμων του ΙΚΑ και εκεί συνελήφθη από την διεύθυνση αλλοδαπών της αστυνομίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η τρίτη κατηγορουμένη κατ' εξακολούθηση ψευδούς βεβαιώσεως με το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου και να απορριφθούν οι αυτοτελείς της ισχυρισμοί κατά τα λοιπά. Ειδικότερα όσον αφορά τον υπό στοιχεία 1α ισχυρισμό της, διότι αποδείχθηκε και η ίδια άλλωστε ομολόγησε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ότι της είχαν ανατεθεί προσωρινός λόγω φόρτου εργασίας τα άνω καθήκοντα ήτοι παραλαβής και επικύρωσης αιτήσεων απογραφής καθώς και η καταχώρηση των αιτήσεων αυτών στο σχετικό βιβλίο του ΙΚΑ. Ομοίως, απορριπτέοι για τους άνω αναφερθέντες λόγους είναι και οι υπό στοιχεία 1β' και 1γ' αυτοτελώς ισχυρισμοί και ΙΙ λόγοι, διότι το δικαστήριο ρητά άνω δέχθηκε ότι οι κατ' εξακολούθηση ψευδείς βεβαιώσεις της γ' κατηγορουμένης συνίσταντο στο γεγονός ότι αυτή ψευδώς βεβαίωνε ότι προσήλθαν οι άνω αλλοδαποί αυτοπρόσωποι στο ΙΚΑ ... και υπέβαλαν τις αιτήσεις (πρωτότυπες) και ότι οι ίδιοι τις υπέγραψαν, πράγμα που κατά την κρίση του για τους άνω λεπτομερώς εκτεθέντες λόγους δεν συνέβη στην πραγματικότητα και στην ουσία η κατηγορουμένη αυτή επικυρώνοντας τα άνω αντίγραφα με στρογγυλές σφραγίδες της υπηρεσίας της και βάζοντας την υπογραφή της κάτω από την επικύρωση αυτή τα κατέστησε δημόσια έγγραφα που είχαν του λοιπού έννομες συνέπειες περαιτέρω όπως αναλυτικά άνω αναφέρθησαν. Όσον αφορά τώρα τον ισχυρισμό της, που είναι και αυτός απορριπτέος, ότι δηλαδή δεν είχε σκοπό να βλάψει την υπηρεσία της με τις ενέργειές της, αλλά ότι το μόνο κίνητρο ήταν να εξυπηρετηθούν ταχύτερα οι αλλοδαποί ασφαλισμένοι, πρέπει να λεχθεί ότι η κατηγορουμένη εγνώριζε ως έμπειρη κατά κοινή ομολογία υπάλληλος, ότι με τις ενέργειες της αυτές βεβαίως και εξυπηρετούντο οι αλλοδαποί, οι οποίοι ενδεχομένως δεν είχαν τις νόμιμες προϋποθέσεις (λόγω ελλειπών δικαιολογητικών, να απογραφούν και να λάβουν καρτέλα ενσήμων ΙΚΑ και όμως αυτή παρόλα αυτά που εγνώριζε καλώς, τους βοηθούσε να λάβουν καρτέλα ενσήμων καίτοι δεν το δικαιούντο ενδεχομένως με τις περαιτέρω έννομες συνέπειες, πλήττοντας την καλή λειτουργία της υπηρεσίας της ως προς τα εκδιδόμενα απ' αυτήν έγγραφα και πιστοποιητικά (Εφ. Παρ. 261/2003 Ποιν.Χρ. ΝΕ-546') αλλά και δυσφημίζοντας παράλληλα την υπηρεσία της και καθιστώντας την αναξιόπιστη έναντι του συνόλου των συναλλασσομένων, αφού μόνο μερικοί εξ αυτών εξυπηρετούντο, ενώ σε πολλούς έδειχνε ένα οξύθυμο και δύσκολο χαρακτήρα, όπως ρητά κατέθεσαν στην ΕΔΕ μάρτυρες συνάδελφοί της ότι δηλαδή αρκετές φορές ήταν οξύθυμη και οριστική προς την συναλλασσόμενη και μη συνεργάσιμη προς τους συναδέλφους της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κήρυξε ένοχη την πρώτη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση και τους δεύτερο και τρίτη από αυτούς για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, η οποία όμως τελέσθηκε από τους καταδικασθέντες με την ίδια απόφαση, αστυνομικούς Σ1 και Σ2, οι οποίοι δεν είναι αναιρεσείοντες στην παρούσα δίκη. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι στο πρόσωπο της πρώτης και τρίτης αναιρεσείούσας συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2 περ. α' ΠΚ), επέβαλε ποινή φυλάκισης, σε καθένα από τους δύο πρώτους, δέκα οκτώ (18) μηνών και στην τρίτη δέκα πέντε (15) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρονιά. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 α, γ, 46 παρ. 1α, 98, και 242 του ΠΚ που εφάρμοσε τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, με την απόφαση αιτιολογείται, η ιδιότητά της πρώτης αναιρεσείουσας και των αστυνομικών, Σ1 και Σ2, ως υπαλλήλων, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων και η αρμοδιότητα τους να βεβαιώνουν την ακρίβεια φωτοαντιγράφων, η γνώση τους ως προς τα ψευδή γεγονότα που αυτοί βεβαίωσαν και η θέληση τους να βεβαιώσουν αυτά, η έννομη συνέπεια των ψευδώς βεβαιωθέντων στα έγγραφα και ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από τους δεύτερο και τρίτη από τους αναιρεσείοντες, προκειμένου να προκαλέσουν στους δύο αστυνομικούς την απόφαση να τελέσουν την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης.
Η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης και ακόμη με αυτήν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη των άρθρων 13 α, γ και 242 του ΠΚ, διότι α) δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλες τις αποδείξεις, αφού όσα δέχθηκε αντιφάσκουν με το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων και των με αριθμό 34 και 51 αναγνωσθέντων εγγράφων. β)δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στην κρίση ότι είχε αρμοδιότητα να επικυρώνει τα φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων εντύπων ούτε αιτιολογεί αυτήν και γ) τα φωτοαντίγραφα τα οποία επικύρωσε δεν αποτελούν έγγραφα, δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες αλλά είναι απλώς ενδοϋπηρεσιακά. Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες γιατί, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο α) προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, με την επίκληση δε της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων β) με ειδική αιτιολογία δέχεται ότι στην κατηγορουμένη "ως διοικητικής υπαλλήλου του ΙΚΑ ... είχαν προσωρινώς, λόγω φόρτου εργασίας ανατεθεί από την υπηρεσία της και τα καθήκοντα να παραλαμβάνει, να καταχωρεί αιτήσεις έκδοσης απογραφικών δελτίων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, συνήθως αλλοδαπών καθώς και να επικυρώνει τα ακριβή φωτοαντίγραφα των πρωτοτύπων αυτών αιτήσεων." και γ)με ειδική αιτιολογία δέχεται ότι τα φωτοαντίγραφα τα οποία επικύρωσε αποτελούν δημόσια έγγραφα, με συγκεκριμένες έννομες συνέπειες οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ανάγονται στο ότι παρείχαν τη δυνατότητα στα αναφερόμενα σ' αυτά πρόσωπα να ζητήσουν και να επιτύχουν την έκδοση της καρτέλας ενσήμων και στη συνέχεια της άδειας εργασίας και της παραμονής των στην Ελλάδα. Επομένως είναι αβάσιμοι και οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε', στην αίτηση της ίδιας αναιρεσείουσας, έκτος, έβδομος και όγδοος, λόγοι αναιρέσεως. Τέλος απαράδεκτος, είναι ο ένατος και τελευταίος στο ίδιο δικόγραφο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο, το Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 του Ν.2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) στην παρ. 4 του οποίου ορίζεται ότι "όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται αυτοπροσώπως πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του δελτίου ταυτότητας ή των αντίστοιχων εγγράφων", γιατί η διάταξη αυτή δεν είναι διάταξη ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά και γιατί προβάλλεται αλυσιτελώς. Οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες 1) το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 13 και 242 του ΠΚ, γιατί τα έγγραφα με τα οποία ο αστυνομικός Σ1 διέπραξε την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία αυτός μεν καταδικάσθηκε ως αυτουργός και οι ίδιοι ως ηθικοί αυτουργοί, ήταν ανυπόστατα και δεν είχαν έννομες συνέπειες, αφού "Α)άλλα ήταν ασυμπλήρωτα κατά τα στοιχεία των πελατών Β) άλλα ήταν ανυπόγραφα από τους αστυνομικούς υπαλλήλους Γ) τα περισσότερα έφεραν την επίσημη σφραγίδα θεώρησης της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς την υπογραφή του θεωρούντος υπαλλήλου, ή χωρίς ένσημα σφραγισμένα ή χωρίς συμπλήρωση της σφραγίδας θεώρησης κλπ) 2) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αφού αναφέρεται μόνο στην κατάθεση της αλλοδαπής ..., η ελλειπής δε αιτιολογία είναι και αντιφατική, αφού δέχεται ότι η παραπάνω αλλοδαπή είχε αφήσει έγραφα στο γραφείο της και συνεπώς είχε αφήσει και τα πρωτότυπα για την έκδοση των φωτοαντιγράφων 3)δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και κατέληξε στην παραδοχή της απόφασης που αναφέρεται στην ψευδή βεβαίωση επί της από 30-1-2002 υπεύθυνης δήλωσης του .., και τις έννομες συνέπειες της, ενόψει του ότι δεν έχει τεθεί η έντυπη σφραγίδα με τα στοιχεία του αστυνομικού που τη θεώρησε, για την οποία καταδικάσθηκαν, ο μεν αστυνομικός Σ2 ως αυτουργός και αυτοί ως ηθικοί αυτουργοί 4) δεν αναφέρονται στην απόφαση ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι αναιρεσείοντες προκειμένου να πείσουν τα αστυνομικά όργανα να διαπράξουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Οι παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες διότι: Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση α)ανεξάρτητα από την αοριστία της παραπάνω αιτίασης από το μη ακριβή προσδιορισμό των ελλείψεων κάθε φωτοαντιγράφου, στην απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι ο Σ1 βεβαίωσε την ακρίβεια των φωτοαντιγράφων χωρίς να του επιδειχθεί το πρωτότυπο, καθώς και το ιδιόχειρο της υπογραφής των ατόμων που αναφέρονται σ' αυτά, χωρίς να υπογράψουν ενώπιον του και συνεπώς προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά είχαν συμπληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα για την ισχύ τους στοιχεία και προέκυπταν από αυτά έννομες συνέπειες β)το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξαίρει ειδικά την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρα, γιατί έχει δική της αντίληψη ως προς την αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, δοθέντος ότι τούτο βεβαιώνεται και στο προοίμιο της απόφασης, η παραδοχή δε αυτής κατά την οποία στο γραφείο των αναιρεσειόντων βρέθηκαν έγγραφα, δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνη ότι δεν υπήρχαν τα πρωτότυπα των φωτοαντιγράφων, αφού δεν έγινε δεκτό ότι τα έγγραφα που βρέθηκαν αποτελούν τα πρωτότυπα των φωτοαντιγράφων γ)αναφέρονται λεπτομερώς στο προοίμιο της απόφασης, κατ' είδος, τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ως προς την πράξη που τέλεσε ο Σ2, αιτιολογείται δε σαφώς η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη πράξη έννομων συνεπειών, δοθέντος ότι το συγκεκριμένο φωτοαντίγραφο επικυρώθηκε δια της ιδιόχειρης υπογραφής του, δίχως να ασκεί επιρροή η θέση ή μη της έντυπης σφραγίδας και των στοιχείων του και 4)εκτενώς αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα που οι αναιρεσείοντες χρησιμοποίησαν για να πείσουν τον αυτουργό της πράξεως, αφού στην απόφαση υπάρχει η παραδοχή ότι "Γνωρίζοντας οι πρώτη και δεύτερη κατηγορούμενοι τους άνω αστυνομικούς και σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα προς διευκόλυνση του γραφείου τους και προς προσέλκυση αλλοδαπών πελατών, με προτροπές και παραινέσεις τους έπεισαν να βεβαιώσουν τα άνω έγγραφα που τους παρέδωσαν προς επικύρωση, χωρίς την παρουσία των αλλοδαπών, αφού όλοι τους γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα της βεβαίωσης οι αλλοδαποί". Επομένως είναι αβάσιμοι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε', πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων δεύτερου και τρίτης, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται και η ουσιαστική κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου είναι απαράδεκτοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν για έρευνα άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν όλες οι αιτήσεις και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, (ΙΚΑ), (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 25-9-2008, 22-9-2008 και 22-9-2008, αντίστοιχα, αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της με αριθμό 5347/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ, συνολικά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή