Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1607 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αντίσταση κατά της αρχής, Σωματική βλάβη απλή, Άμυνα.




Περίληψη:
Έννοια και στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 67 Π.Κ. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη για αντίσταση κατά της Αρχής και απλή σωματική βλάβη κατά αστυνομικού υπαλλήλου. Αιτιολογημένη απόρριψη του περί αμύνης ισχυρισμού. Αόριστη προβολή ισχυρισμού για ελαφρυντικές περιστάσεις. Απορρίπτει.




Αριθμός 1607/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως. Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 976/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 451/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 167 § 1 του ΠΚ, όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη, που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που είχε προστρέξει για να τον υποστηρίξει, ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά δε την παρ.2 του ιδίου άρθρου, αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν, εκτός άλλων, από πρόσωπο που οπλοφορεί, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτή. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλής βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται, τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. α του αυτού Κώδικα, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, είναι δε υπάλληλοι κατά την ανωτέρω έννοια και τα αστυνομικά όργανα.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον ορισμένως και παραδεκτώς προβάλλονται. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την υπ' αριθ. 976/2007 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "....Από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και από την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι διαπράττει τις αξιόποινες αυτές πράξεις, στο ... στις ..., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα. 1) Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι αστυνομικοί υπάλληλοι A, Β και Γ, έχοντας συλλάβει τον κατηγορούμενο επεχείρησαν να τον προσαγάγουν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, επειδή διέπραξε αυτόφωρο αδίκημα στο Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου. Κατά την στιγμή που τον οδηγούσαν στο γραφείο του Εισαγγελέως ο κατηγορούμενος επεχείρησε να διαφύγει τρέχοντας. Όταν δε οι ίδιοι αυτοί αστυνομικοί επεχείρησαν να ματαιώσουν την διαφυγή του αυτή και προσπάθησαν να τον ξανασυλλάβουν, αυτός μεταχειρίστηκε βία και απειλή βίας για να εξαναγκάσει τους αστυνομικούς αυτούς να παραλείψουν την νόμιμη αυτή ενέργειά τους, που ανάγεται στα καθήκοντά τους. Συγκεκριμένως επετέθη εναντίον τους, τους έσπρωξε βιαίως, τους απείλησε δια των λέξεων "ρε θα σε εξαφανίσω" και επιπλέον δάγκωσε στο δεξιό αυτί τον εκ των ανωτέρω αστυνομικών Γ, σκοπεύοντας έτσι και θέλοντας να τους εξαναγκάσει να παραλείψουν την παραπάνω νόμιμη ενέργειά τους δηλ. την προσαγωγή του από αυτούς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου. Και 2) Προξένησε σε δημόσιο υπάλληλο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, απλή σωματική βλάβη και συγκεκριμένα στον αστυνομικό Γ, ο οποίος ευρίσκετο σε διατεταγμένη υπηρεσία για την σύλληψη του ως άνω κατηγορουμένου, προκειμένου αυτός να οδηγηθεί στον Εισαγγελέα για τέλεση αξιόποινης πράξης, ειδικότερα δε δάγκωσε αυτόν στο δεξιό ους, και του προξένησε δύο θλαστικά τραύματα οπισθίας επιφάνειας ωτός. Σημειωτέον, όπως από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δάγκωσε τον ως άνω αστυνομικό στο αυτί ενώ ακόμη δεν είχαν επιτύχει οι αστυνομικοί να τον ακινητοποιήσουν και να του περάσουν χειροπέδες στα χέρια. Ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις ο εν λόγω κατηγορούμενος, αποδεικνύεται από την επ' ακροατηρίου αναγνωσθείσα από 3-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του ΓΝΝ Ναυπλίου Δ, σε συνδυασμό με τις σαφείς περί τούτων καταθέσεις των επ' ακροατηρίου εξετασθέντων μαρτύρων και εχόντων ιδίαν και άμεση αντίληψη αυτών Γ και Β, οι οποίες δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό μέσο και ιδία από την επίσης επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου κατάθεση του μάρτυρος Ε, ενόψει του ότι ο τελευταίος δεν έχει άμεση και ιδίαν αντίληψη από την αρχή των διαδραματισθέντων γεγονότων, αλλά από την στιγμή που οι ως άνω αστυνομικοί υπάλληλοι επιχειρούσαν να ματαιώσουν την διαφυγή του κατηγορουμένου με την προς τούτο ακινητοποίησή του και θέση σ' αυτών χειροπεδών. Ισχυρίζεται βεβαίως ο κατηγορούμενος, ότι δάγκωσε στο αυτί και τραυμάτισε τον ανωτέρω αστυνομικό και μηνυτή Γ, αμυνόμενος κατ' αυτού όταν ο τελευταίος, κατά την διάρκεια λογομαχίας του (κατηγορουμένου) με τους αστυνομικούς Β και A με αφορμή ότι αυτοί δεν συνέλαβαν, όπως τους ζήτησε, τον εξυβρίσαντα αυτόν Κων/νο Πίτσιο, του πέρασε χειροπέδη στο χέρι και άρχισε να του τραβά με μεγάλη δύναμη κινδυνεύοντας να του το σπάσει. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι απορριπτέος γιατί αφ' ενός μεν δεν αποδεικνύεται από κανένα των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, αντιθέτως αποδεικνύεται, όπως προεξετέθη, ότι η ενέργεια του μηνυτή να περάσει χειροπέδη στον κατηγορούμενο ήταν επιβεβλημένη και αποσκοπούσε στην ακινητοποίηση του για να μην διαφύγει, αφ' ετέρου δεν συνιστά κατ' ουδένα τρόπο άμυνα, αφού δεν υπήρχε άδικη κατ' αυτού επίθεση του μηνυτή, αλλά δράση αυτού εντός των νομίμων και εκ των καθηκόντων του ορίων. Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των αξιοποίνων αυτών πράξεών του έπασχε από νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών και διατάραξη της συνειδήσεώς του και επομένως δεν μπορούν να του καταλογισθούν αυτές άλλως πρέπει να κριθεί ως ελαττωμένης ικανότητος καταλογισμού. Όμως και ο ισχυρισμός του αυτός είναι ουσία αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όπως αποδεικνύεται από τις υπ' αυτού προσκομισθείσες και επ' ακροατηρίου αναγνωσθείσες υπ' αριθ. πρωτ. .../..., .../..., .../..., .../... και .../..., πέντε (5) Ιατρικές βεβαιώσεις του Διευθυντή της Α' Ψυχιατρικής Κλινικής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Τρίπολης, ΣΤ, αυτός κατά τον επίδικο χρόνο έπασχε από καταθλιπτική συνδρομή (μείζονα κατάθλιψη), χωρίς εξ αυτών ή εξ οιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου να προκύπτει ότι η πάθησή του αυτή τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του αυτών ή να ενεργήσει συμφώνως πρός την αντίληψή του για το άδικο αυτό, ή τον καθιστούσε ελαττωμένης .ικανότητος προς καταλογισμό κατά την έννοια του άρθρου 36 ΠΚ. Τέλος ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ΠΚ 84 παρ. 2α, 2β, 2γ και 2ε. Όμως και ο ισχυρισμός του αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί δεν συνοδεύεται από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για την στήριξη εκάστης των επικαλουμένων αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων (ΑΠ 1655/2003 ΠΧρ. ΝΔ. 608). ...". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και δέκα πέντε (15) ημερών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε,διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της αντίστασης και της απλής σωματικής βλάβης κατά δημοσίου υπαλλήλου, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167 παρ.1, 308 παρ.1α και 315 παρ.2 του Π.Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως το νόμιμο της ενεργείας των αστυνομικών υπαλλήλων, συνισταμένης στη σύλληψη του κατηγορουμένου για τη διάπραξη αυτοφώρου εγκλήματος, και δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται ειδικώς το αδίκημα που εκείνος διέπραξε. Περαιτέρω, με την παραδοχή ότι η ενέργεια του αστυνομικού υπαλλήλου να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο και να τον δεσμεύσει με χειροπέδες, δεν συνιστά άδικη επίθεση κατ' αυτού ώστε να δικαιολογείται η από τον τελευταίο πρόκληση σωματικής βλάβης, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη του περί αμύνης αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Τέλος και αναφορικά με το αίτημα της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεως, κατά τα προκύπτοντα εκ των πρακτικών, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε τα επόμενα, κατά λέξη "... να μου αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α,β,γ και ε, αφού έζησα ως τον χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκαν οι πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, στην πράξη μου ωθήθηκα από ανάρμοστη συμπεριφορά του μηνυτή μου, στην πράξη μου ωθήθηκα από όχι ταπεινά αίτια και μάλιστα καθ ον χρόνον διατελούσα υπό την επίδραση της πιο πάνω σοβαρής απειλής, σοβαρής βλάβης της υγείας μου, παρασυρόμενος από οργή και βίαιη θλίψη που μου προκάλεσε η άδικη εναντίον μου επίθεση του μηνυτή μου κ.λ.π.. ". Έτσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός με απλή επανάληψη των όρων της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ και χωρίς την παράθεση, παντάπασι, πραγματικών περιστατικών, που να θεμελιώνουν τη συνδρομή των επικαλουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι παντελώς αόριστος και αβασίμως κατά τούτο ο κατηγορούμενος αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία ομοίως έκρινε.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με την οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ) και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του X για αναίρεση της υπ' αριθμ. 976/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

1607/2008 - σελ. 2