Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1685 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Αναίρεση για υπέρβαση εξουσίας. Καταδίκη για έκδοση ακαλύπτων επιταγών για την μη πληρωμή των οποίων δεν υποβλήθηκε νομότυπη έγκληση. Αναιρεί. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη.





Αριθμός 1685/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπάτση, για αναίρεση της 69994/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 26 Νοεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του αναιρεσείοντος, ασκηθείσα ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δρχ. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικό δύναται να ορίσει ότι ένα ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στην διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας αυτής και στην εν γένει επιδίωξητου σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας η τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ, επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ.2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας . Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρείας δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ' ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 5/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία, που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.

ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον ’ρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος x1 καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 69.994/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετά από έγκληση, που υπέβαλε κατ' αυτού η φερόμενη ως παθούσα ανώνυμη εταιρία ΅ε την επωνυ΅ία " ΑΓΡΟΝΑΤ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΑΤΣΟΣ Α.Ε. Πράγματι, προς τον Εισαγγελέα Πλη΅΅ελειοδικών Θεσσαλονίκης υποβλήθηκε από τον δικηγόρο Θεσ/κης Φίλωνα Μάγκο, που είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο ΅ε το υπ' αριθ. ..... πρακτικό του ΔΣ της άνω ανώνυ΅ης εταιρείας η από 9-10-2000 έγκληση της τελευταίας κατά του ήδη αναιρεσείοντος, για τις πράξεις της εκδόσεως των υπ' αριθ. .... και ..... ακαλύπτων επιταγών, που είχαν εκδοθεί από τον ίδιο και ήταν πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας, ε΅φανίστηκαν δε νο΅ί΅ως για πληρω΅ή και δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσί΅ων κεφαλαίων. Στην έγκληση αυτή είχε επισυναφθεί "ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του πρωτοτύπου" του προαναφερό΅ενου πρακτικού ΔΣ, το οποίο (φωτοαντίγραφο) είχε επικυρωθεί από τον πρόεδρο του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρείας ........., που δεν ήταν δικηγόρος, χωρίς να βεβαιώνεται, ό΅ως, σ'αυτό είτε από δη΅όσια, δη΅οτική ή κοινοτική αρχή, είτε από δικηγόρο, ότι οι υπογραφές των υπογραψάντων το αντίστοιχο πρακτικό ΅ελών του ΔΣ αυτής ήταν γνήσιες. Με βάση τα προεκτεθέντα η κατά τα άνω από τον δικηγόρο Φίλωνα Μάγκο για λογαριασ΅ό της ανώνυ΅ης εταιρείας "ΑΓΡΟΝΑΤ -ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΑΤΣΟΣ Α.Ε." εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορου΅ένου x1 υποβληθείσα έγκληση δεν ήταν νο΅ότυπη και συνεπώς η ΅ε βάση την έγκληση αυτή κατά τα άνω ασκηθείσα κατ' αυτού για την ως άνω αξιόποινη πράξη ποινική δίωξη, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη (άρθρα 120 ΠΚ και 370 εδ. γ' του ΚΠΔ). Με το να δεχθεί δε τα αντίθετα το Τρι΅ελές Πλη΅/κείο Αθηνών και να χωρήσει, ΅ε την προσβαλλό΅ενη απόφασή του, στην κατ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορου΅ένου υπερέβη την εξουσία του και γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νο΅ότυπα και ε΅πρόθεσ΅α και είναι ως εκ τούτου παραδεκτός, παρελκούσης δε της ερεύνης των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλό΅ενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορου΅ένου ασκηθείσα για την ως άνω αξιόποινη πράξη ποινική δίωξη (άρθρο 517 παρ. 2 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 69.994/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος x1 για την αναφερόμενη στην πιο πάνω απόφαση αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ