Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 87 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη.




Περίληψη:
Αναπλήρωση τακτικού Εισαγγελέα της έδρας από τον αναπληρωματικό του, προκειμένου να διακοπεί η συζήτηση της υπόθεσης για άλλη δικάσιμο, δεν δημιουργεί ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β΄ ΚΠΔ και σχετικό λόγο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Α΄ ΚΠΔ.




Αριθμός 87/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της με αριθμό 987/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 518/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 87 παρ. 3, 88 παρ. 5 και 6, 90 παρ. 1, 2 και 5 και 91 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι οι εισαγγελείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δικαστικών λειτουργών ως μη δικαιοδοτούντα, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, όργανα της Πολιτείας, των οποίων οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες εξειδικεύονται και προσδιορίζονται, εκτός από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και από τα άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών. Όπως, περαιτέρω, προκύπτει από τα άρθρα 27 και 43 του Κ.Ποιν.Δ η λειτουργική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν εξαντλείται στην κίνηση της ποινικής διώξεως, στο γεγονός δηλαδή ότι αυτός προκαλεί την έναρξη της σχετικής ποινικής δίκης, αλλά υποχρεούται να εκπροσωπήσει την κατηγορία σε όλη τη διάρκεια της μέχρι την οριστική κρίση, ως έκφραση και συνέπεια του διέποντας το ποινικό δικονομικό μας δίκαιο κατηγορητικού συστήματος. Η εκπροσώπηση αυτή εξειδικεύεται σε σειρά διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως στα άρθρα 27 παρ. 3, 32 παρ. 2, 343, 333-369, 502 παρ. 1 και 515 παρ. 1 και 2, και συνίσταται στην υποχρεωτική παράσταση του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, έχοντας την υποχρέωση να συμβάλει στην αναζήτηση και ανεύρεση της αλήθειας, να ενεργεί στην ποινική δίκη όχι μόνο κατά αλλά και υπέρ του κατηγορουμένου, να αναζητεί τα στοιχεία της ενοχής, όσο και εκείνα που θεμελιώνουν την αθωότητα του (άρθρο 239 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ). Αν από το συγκεντρωθέν αποδεικτικό υλικό της ανακρίσεως φρονεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, υποβάλλει σχετική πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο και ζητεί να μην απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του (άρθρα 245 και 308, παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). Επίσης, αν από την αποδεικτική διαδικασία, που διεξήχθη στο ακροατήριο, δεν διαπιστώνεται πλήρως η ενοχή του κατηγορουμένου, θα ζητήσει από το δικαστήριο την κήρυξη της αθωότητας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), η εισαγγελία δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπος της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας. Έτσι, άλλο πρόσωπο μπορεί να συντάσσει την έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύξει προφορικώς παριστάμενο ενώπιον του, άλλος να παρίσταται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και άλλος να ασκεί τα ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν για την αποστολή του εισαγγελέα και το ρόλο του στην απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα, πρέπει, να γίνει δεκτό ότι η αρχή του ενιαίου και αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής κάμπτεται και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπληρώσεως κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κατά τη διάρκεια της συζητήσεως της ίδιας υποθέσεως να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας με άλλον εισαγγελέα. Και αυτό γιατί δεν συμβιβάζεται με το συγκεκριμένο ρόλο του εισαγγελέα στη δίκη που είναι η διαρκής προσπάθεια για την ανεύρεση της αλήθειας είτε ως προς την ενοχή είτε ως προς την αθώωση του κατηγορουμένου. Διαφορετικό, αν, δηλαδή, ήταν επιτρεπτή η εναλλαγή, στη θέση του εισαγγελέα σε συγκεκριμένη υπόθεση με άλλον ή στη συνέχεια και του δεύτερου με τρίτο ή τέλος και με επάνοδο του ίδιου, ο ρόλος του εισαγγελέα στο ακροατήριο θα υποβαθμιζόταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εναλλαγή αυτή να προσκρούει σε βασικές αρχές του δικονομικού μας συστήματος, όπως εκείνη της προφορικότητας της διαδικασίας (άρθρο 331 Κ, Ποιν.Δ), η οποίο είναι συστατικό στοιχείο της γενικότερης αρχής της δημοσιότητας (άρθρα 93 παρ. 2 Συν/τος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 329 Κ.Ποιν.Δ), αφού θα απέκλειε, για έναν από τους βασικούς παράγοντες της ποινικής δίκης, τη ζωντανή επικοινωνία, κυρίως με τα προσωπικά αποδεικτικά μέσα, και την πληρέστερη εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, η διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ. η οποία επιτάσσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, δεν σημαίνει απλώς την παρουσία ενός όποιου εκπροσώπου της εισαγγελικής αρχής, αλλά επιβάλλει την παρουσία του ίδιου εισαγγελέα σε όλη τη διάρκεια της συζητήσεως για μία συγκεκριμένη υπόθεση, έτσι ώστε η αντικατάσταση του κατά τη διάρκεια της συζητήσεως για την υπόθεση αυτή να δημιουργεί λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Όμως, τέτοιος λόγος απόλυτης ακυρότητας δεν δημιουργείται, στην περίπτωση κατά την οποία η τυχόν εναλλαγή εξυπηρετεί παρεμπιπτόντως μόνο τη διακοπή της δίκης, για λόγους προσωπικούς (ασθένεια) του αρχικού Εισαγγελέα για να συνεχισθεί μετά ταύτα η εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και πάλι με τη συμμετοχή του αρχικού Εισαγγελέα μόλις αρθεί το κώλυμα. Επομένως, στην περίπτωση αυτή η παρουσία του αναπληρωτή Εισαγγελέα μόνο για το ζήτημα της διακοπής της δίκης, ώστε να επανέλθει για την εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως ο αρχικός Εισαγγελέας είναι σύννομη στα πλαίσια του ενιαίου και αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής, αφού ο πρώτος δεν καλείται ποτέ να σχηματίσει δικανική πεποίθηση και να προτείνει επί της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στη συγκεκριμένη δίκη είχε κληρωθεί ως τακτικός Εισαγγελέας έδρας ο Αντεισαγγελέας Εφετών Ιωάννης Λαζαράκος, ο οποίος, στην αρχική συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2008, δεν παραστάθηκε, αλλ' εμφανίσθηκε ο αναπληρωματικός Αντεισαγγελέας Εφετών Ιωάννης Λιακόπουλος, προκειμένου να αντικαταστήσει τον κωλυόμενο, λόγω ασθενείας του, ως άνω Αντεισαγγελέα και το Δικαστήριο της ουσίας, διέκοψε τη δίκη για τη δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2008, λόγω παρόδου του ωραρίου εργασίας της γραμματέως της έδρας, το ίδιο δε έπραξε, στη δικάσιμο της 4ης Φεβρουαρίου 2008, διακόπτοντας τη δίκη για τη δικάσιμο της 8ης Φεβρουαρίου 2008, λόγω του κωλύματος του Αντεισαγγελέα Εφετών. Στην τελευταία συνεδρίαση της δικασίμου αυτής επανήλθε το άνω Δικαστήριο στην αίθουσα συνεδριάσεως, με τη συμμετοχή πλέον του τακτικού Αντεισαγγελέα της έδρας Ιωάννη Λαζαράκου, με την παρουσία του οποίου έγινε η συζήτηση της υποθέσεως μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, είναι πρόδηλο ότι η αντικατάσταση, λόγω ασθενείας, του τακτικού Αντεισαγγελέα Εφετών της έδρας, κατά τις δικασίμους της 1ης Φεβρουαρίου και 4ης Φεβρουαρίου 2008, από τον αναπληρωματικό Αντεισαγγελέα Εφετών Ιωάννη Λιακόπουλο, προκειμένου να συνεδριάσει το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών και να εκδόσει τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του για διακοπή της δίκης στις προαναφερθείσες δικασίμους, δεν δημιούργησε λόγο απόλυτης ακυρότητας και κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της υπ' αρ. 153/2008 αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. 153/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 987/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή