Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 888 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ποινή, Αλλοδαπού απέλαση, Αναίρεση μερική, Εισαγγελική Πρόταση.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών. Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, επί της μετατροπής ή αναστολής της ποινής. Δεν υπάρχει επάρκεια αιτιολογίας, ως προς την επιβολή του μέτρου της απέλασης. Αναιρείται κατά ένα μέρος. Παραπέμπει για νέα συζήτηση, μόνο κατά τη διάταξη περί μετατροπής ή αναστολή της ποινής και κατά τη διάταξη περί απέλασης.





Αριθμός 888/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού και ακολούθως, απελαθέντος κατοίκου Αλβανίας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομμάτη, για αναίρεση της 228/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1093/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε του Π.Κ, της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 228/24-1-2007 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία δεν μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, ούτε και ανέστειλε την εκτέλεσή της και, σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ, για την πράξη της σωματεμπορίας (άρθρο 351 παρ. 1 περ. β', γ'Π.Κ). Με την ίδια απόφασή του, το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δέχθηκε, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις, του άρθρου 84 παρ.2α και 2ε του Π.Κ, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση της πράξης του. Για να αιτιολογήσει δε την παραπάνω κρίση του, ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ότι " ως προς τις επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, δεν αποδείχθηκε, ότι συντρέχουν εν προκειμένω, ούτε του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον καθόλου δεν αποδείχθηκε ότι έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και δεν αρκεί προς τούτο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, ούτε της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, μετά την τέλεση της πράξεως, που προϋποθέτει καθεστώς ελευθερίας. Στη συνέχεια το Δικαστήριο έκρινε αβάσιμους, τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, οι προβληθέντες από τον κατηγορούμενο, ισχυρισμοί του. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που δεν δικαιολογούν τη βασιμότητα των αυτοτελών ισχυρισμών του. Πράγματι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι μόνη η ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου, δεν είναι ικανή να οδηγήσει στην αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης, όπως και δεν είναι ικανή, προς τούτο μόνη η επίδειξη καλής συμπεριφοράς, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού στο σωφρονιστικό κατάστημα, και όχι σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις εκεί ή σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης στην κοινωνία. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος τούτο της ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμη και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξ' άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως, είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β', δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.- Στην προκειμένη υπόθεση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι, μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και την πρόταση του Εισαγγελέα, προς το Δικαστήριο επί της επιβλητέας ποινής, ο κατηγορούμενος ζήτησε, δια του συνηγόρου του, την μετατροπή ή αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο απέρριψε τα ως άνω αιτήματά του, χωρίς να έχει δώσει προηγουμένως το λόγο στον Εισαγγελέα της έδρας, επί του ζητήματος αυτού, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται, η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ακροάσεως, (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, και 171 παρ.1β και δ του ίδιου Κώδικα), είναι βάσιμος και πρέπει, να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά το μέρος τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 2408/1996, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού, που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων, που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα. Όταν ο αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στη χώρα, η απέλαση δεν μπορεί να διαταχθεί, αν δεν του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι ο αλλοδαπός που καταδικάστηκε και βρίσκεται παράνομα στο ελληνικό έδαφος, υπόκειται σε απέλαση, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια της τέλεσης εγκλήματος, έστω και σε βαθμό πλημμελήματος, διότι θεωρείται ότι η παραμονή του εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης. Το δικαστήριο έχει δυνατότητα να κρίνει περί του αναγκαίου ή μη της απέλασης, λαμβάνοντας υπόψη το είδος του εγκλήματος, τις συνέπειες αυτού, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, την εν γένει συμπεριφορά του, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την ύπαρξη οικογένειας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ανεκκλήτως, σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει και αναφέρει, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του πιο πάνω κακουργήματος της παράβασης του άρθρου 351 παρ.1 περ. β, γ του Π.Κ, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ενώ, στη συνέχεια διέταξε την ισόβια απέλαση αυτού από τη Χώρα. Για την απέλαση του κατηγορούμενου από τη χώρα το δικάσαν Δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, οποιαδήποτε αιτιολογία. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, καθόσον αφορά τη διάταξη περί απέλασης του αναιρεσείοντος που του επιβλήθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει ελλιπή αιτιολογία, αφού, κατά την εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1 ΠΚ και κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την απέλαση ή μη του αναιρεσείοντος, το δικάσαν Δικαστήριο, δεν αναφέρει κανένα περιστατικό, που να δικαιολογεί την κρίση του για το αναγκαίο αυτής (απέλασης), από εκείνα που ανάγονται στη βαρύτητα και στο είδος του εγκλήματος, στο χρόνο παραμονής του αναιρεσείοντος στο ελληνικό έδαφος, στην εν γένει συμπεριφορά αυτού, στο επάγγελμά του και στην ύπαρξη ή μη οικογένειας αυτού στην Ελλάδα. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, σχετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος αυτό, που αφορά τη διάταξή της περί απέλασης του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα ως άνω μέρη της, (τόσο για την μετατροπή ή αναστολή της ποινής, όσο και κατά τη διάταξη περί απέλασής του), για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 228/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα ως άνω στο σκεπτικό αναφερόμενα μέρη της, που αφορούν τον αναιρεσείοντα Χ1 και ήδη κρατούμενο στις δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού. και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την 1ην Απριλίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ