Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 694 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανυποταξία, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.




Περίληψη:
Ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για α) έλλειψη αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.




Αριθμός 694/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Θεοδώρου, περί αναιρέσεως της 320/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών.

Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 739/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 περ. α' του ΣΠΚ (Ν. 2287/95) "όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία, τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 1763/88 "Στρατολογία των Ελλήνων", σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3036/2002, "ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν εμφανίζονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης, η δε ανυποταξία αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας κατατάξεως και διακόπτεται με τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του δράστη, με την κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις, με τη σύλληψη του ανυπότακτου, με την παρουσίασή του στην αρμόδια στρατιωτική ή αστυνομική αρχή, καθώς και με την κρίση του ανυπότακτου ως ακατάλληλου για στράτευση ή με την χορήγηση αναβολής κατατάξεως για λόγους υγείας από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ανυποταξία αποτελεί γνήσιο διαρκές έγκλημα, τελούμενο δια παραλείψεως και η αντικειμενική του υπόσταση, συνίσταται στην "αδράνεια" του στρατευσίμου να προσέλθει, προς κατάταξη, στις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές, μέσα στις τασσόμενες προς τούτο προθεσμίες. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 320/2007 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος δεν έσπευσε να καταταγεί στις τάξεις του Στρατού, όπως όφειλε, για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ήτοι την 22-5-2000 στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. .... με την οποία προσκλήθηκε, και έτσι κατέστη ανυπότακτος από 23.5.2000 έως 7.7.2005, οπότε και συνελήφθη για την πράξη του αυτή. Αρχικά ο κατηγορούμενος φέρεται ότι ύστερα από την υπ' αριθ. .....γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών 94 ΣΔΙ, κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση (Ι/5) ως πάσχων από σπονδυλολίσθηση μεγάλου βαθμού με έντονες λειτουργικές διαταραχές. Επειδή όμως υπήρχαν έντονες υπόνοιες ότι πολλοί στρατεύσιμοι έλαβαν οριστική απαλλαγή από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις για (δήθεν) λόγους υγείας και βάσει πλαστών γνωματεύσεων, διενεργήθηκε σχετική έρευνα από τις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές. Έτσι, μετά από έλεγχο στα αρχεία της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ) και της Επιτροπής Απαλλαγών της 94 ΣΔΙ, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε προσήλθε σε κάποια από τις επιτροπές αυτές το έτος 2000. Μετά τα παραπάνω, η αρμόδια διεύθυνση στρατολογικού του ΓΕΕΘΑ παρήγγειλε προς το αρμόδιο Β' Στρατολογικό Γραφείο Αθηνών να ακυρώσει την μεταβολή απαλλαγής στράτευσης του κατηγορουμένου ως στηριζόμενη σε πλαστή γνωμάτευση και να τον μηνύσει για ανυποταξία, όπως και έγινε (βλ. σχετικά έγγραφα τα οποία και ανεγνώσθησαν). Σημειώνεται επίσης ότι, ενώ ο κατηγορούμενος πράγματι παραπέμφθηκε την 22-5-2000 προς κρίση της σωματικής του ικανότητας στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, στην οποία όμως ουδέποτε προσήλθε εντός του 2000, φέρεται ως κριθείς ακατάλληλος από Επιτροπή Απαλλαγών άλλης υπηρεσίας και συγκεκριμένα της 94 ΣΔΙ, εδρευούσης στην Τρίπολη Αρκαδίας, χωρίς να μπορεί να δώσει κάποια λογική εξήγηση επ' αυτού ούτε και ο πατέρας του που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και ο οποίος επιμένει ότι ο κατηγορούμενος γιος του εξετάσθηκε κατά τον επίδικο χρόνο από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών (βλ. κατάθεσή του). Κάτι βέβαια που διαψεύδεται από τα προκύψαντα έγγραφα στοιχεία. Με βάση, συνεπώς, τα προεκτεθέντα, σαφώς και αναμφιβόλως αποδείχθηκε, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, τόσο η γνώση του κατηγορουμένου περί της υποχρέωσης κατάταξής του στις τάξεις του Στρατού την 22-5-2000, όσο και η θέλησή του να μην εμφανιστεί την συγκεκριμένη ημερομηνία προς κατάταξη. Πρέπει, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 3, 11, 32 περ. α 193, 198, 213 παρ. 1 ΣΠΚ, 3 Ν. 663/77, 3 Ν. 3036/2002, 3, 4, 5 Ν. 2943/2001, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος δεν έσπευσε να καταταγεί στις τάξεις του Στρατού, όπως όφειλε, για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ήτοι την 22.5.2000, στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ..... πρόσκληση του ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, πληρούται, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προπαρατέθηκε. Από την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι στις 22.5.2000 ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε προς κρίση της σωματικής του ικανότητας στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, δεν συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε την ως άνω ημέρα στο Στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, όπου και έπρεπε να παρουσιαστεί. Αντιθέτως, ρωτά στη συνέχεια αναφέρεται ότι, στην επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, ο κατηγορούμενος ουδέποτε εμφανίσθηκε. Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ναι μεν ο κατηγορούμενος φέρεται ότι κρίθηκε ακατάλληλα από την Επιτροπή Απαλλαγών άλλης υπηρεσίας, εκτός Αθηνών και συγκεκριμένα της 94 ΣΔΙ που εδρεύει στην Τρίπολη Αρκαδίας, η σχετική, όμως, απαλλαγή στηρίχθηκε σε πλαστή γνωμάτευση, αφού ουδέποτε προσήλθε σε κάποια από τις αρμόδιες επιτροπές το έτος 2000. Οι λοιπές αιτιάσεις όπως "δεν διαλαμβάνεται από ποιά έγγραφα ο αρμόδιος υπάλληλος προέβη στην εγγραφή - μεταβολή των Στρατολογικών Μητρώων του κατηγορουμένου" ..... "πώς είναι δυνατόν ο αυτός υπάλληλος προέβη και σε άλλη εγγραφή" ...... "η γνωμάτευση περί απαλλαγής του κατηγορουμένου αναιρεί το σκεπτικό της προσβαλλομένης" ..... "δεν βρέθηκε στα αρχεία της 94 ΣΔΙ έγκυρη γνωμάτευση στο όνομα του κατηγορουμένου"..... κλπ, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 219/2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 320/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ