Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 129 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Λαθρεμπορία, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Λαθρεμπορία. Έννοια. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρεί εν μέρει ως προς την επιβληθείσα χρηματική ποινή για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.




Αριθμός 129/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 246/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αντώνιο Αντωνίου. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 759/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή (ως προς το μέρος της επιβολής χρηματικής ποινής) η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1 Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνιακής αρχής. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ειδικότερα στην περίπτωση της κατοχής του λαθρεμπορεύματος, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσίασής του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητα η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 246/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά την 16η Ιανουαρίου 2001 κατασχέθηκε στο ..... της Αγγλίας, μεταξύ των άλλων, και το με στοιχεία ..... εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο είχε φορτωθεί επί του πλοίου "....." στο λιμάνι του ..... και είχε προορισμό τη ..... Πορτογαλίας. Η ως άνω κατάσχεση έγινε διότι, ενώ στο δηλωτικό εξαγωγής και τα φορτωτικά έγγραφα αναφερόταν ότι το περιεχόμενο του επιδίκου εμπορευματοκιβωτίου ήταν "ποτήρια νερού" (υαλικά είδη), το πραγματικό περιεχόμενο τούτου ήταν 40.000 κούτες τσιγάρων, δηλαδή 8.000.000 τσιγάρα (400.000 πακέτα των 20 τσιγάρων το καθένα). Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, κατά την 1η Ιανουαρίου 2001, στον ....., ενεργώντας με πρόθεση, εξήγαγε από την Ελληνική επικράτεια εμπορεύματα, δηλαδή 8.000.000 τσιγάρα, υποκείμενα σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις οι οποίες εισπράττονται από τα αρμόδια κατά τόπο Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής αρχής, αποσκοπώντας να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους υπό αυτού εισπρακτέους φόρους, δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις, οι οποίες ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 675.995,65 ευρώ. Πλέον συγκεκριμένα, προκειμένου να επιτύχει την εκ του λιμένος ..... εξαγωγή 8.000.000 τσιγάρων άνευ καταβολής των αναλογούντων φόρων και δασμών, χρησιμοποίησε τη μέθοδο της καταρτίσεως προς τούτο δύο (2) πλαστών (εικονικών) εγγράφων, δηλαδή, α) του φερομένου ως γνησίου και υπ' αριθμ. ..... τιμολογίου, με φερόμενο ως εκδότη την επί της οδού ..... στην ..... εδρεύουσα ομόρρυθμη εταιρεία εμπορίας υαλικών ειδών, με την επωνυμία .....-..... Ο.Ε., με στοιχεία πελάτη την εις την Πορτογαλία εδρεύουσα εταιρεία με την επωνυμία ....., με διεύθυνση ....., με τόπο φορτώσεως τον ..... και τόπο παραδόσεως τη ..... Πορτογαλίας, με μεταφορικό μέσο το υπό αριθμό ..... εμπορευματοκιβώτιο και περιγραφή 665 κιβωτίων, τα οποία περιείχαν 47.880 ποτήρια ύδατος τύπου Κρόγος αντί τιμής 14.364,00 ευρώ και 350 κιβωτίων, τα οποία περιείχαν 12.600 ποτήρια ύδατος τύπου Δίας, αντί τιμής 4.032,00 ευρώ, και β) του φερομένου ως γνησίου και υπ' αριθμ. ..... δελτίου αποστολής με φερόμενο ως εκδότη την επί της οδού ..... στην ..... εδρεύουσα ομόρρυθμη εταιρεία εμπορίας υαλικών ειδών, με την επωνυμία .....-..... Ο.Ε., με στοιχεία παραλήπτη την εις την Πορτογαλία εδρεύουσα εταιρεία με την επωνυμία ..... με διεύθυνση ....., και περιεχόμενο συνολικά 60.400 τεμάχια ποτηριών ύδατος, καθαρού βάρους 9.509 και 3.325 KGS. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ασκεί από το έτος 1980, το επάγγελμα του εκτελωνιστή. Αυτός από το έτος 1999 είχε πελάτη του κάποιον Α, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος τηλεφώνησε σ' εκείνον (δεύτερο κατηγορούμενο) την 28-12-2000 και του ζήτησε να συναντηθούν την επομένη (29-12-2000) στο Γ' Τελωνείο, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποστολή "ενός εμπορεύματος με ποτήρια" στην Πορτογαλία. Κατά την προγραμματισμένη συνάντηση εμφανίστηκε κάποιο άτομο, ονόματι "Β", ως συνεργάτης του Α και παρέδωσε στο δεύτερο κατηγορούμενο τα ως άνω δύο (2) εικονικά έγγραφα (τιμολόγιο και δελτίο αποστολής). Ο τελευταίος (δεύτερος κατηγορούμενος), δεν γνώριζε για την πλαστότητα των ίδιων παραπάνω εγγράφων, ενώ, επί πλέον, κατά τον έλεγχο που έκανε, δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε παρατυπία σ'αυτά. Έτσι, υπέβαλε στο Γ' Τελωνείο Πειραιά, για λογαριασμό της εταιρείας που φερόταν ως εξαγωγέας (".....-..... Ο.Ε."), σχετική αίτηση, με την οποία ζητούσε τη "χορήγηση πιστοποιητικού κοινοτικής διαμετακόμισης (τύπου T2L)". Άλλωστε, ο εκτελωνιστής δεν μπορούσε να ελέγξει το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου, καθόσον αυτό δεν αποσφραγίζεται για μεταφορά-αποστολή, που προορίζεται σε χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ενώ, επί πλέον, δεν μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοιες σ' αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) το γεγονός ότι το μεν επίδικο πλαστό τιμολόγιο είχε εκδοθεί στις 28-12-2000, το δε πλαστό δελτίο αποστολής μία ημέρα αργότερα, δηλαδή στις 29-12-2000. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, μετά την κατάσχεση του επιδίκου εμπορευματοκιβωτίου από τις Αγγλικές Τελωνειακές Αρχές το Ελληνικό Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) προέβη σε διάφορες έρευνες, σχετικά με την ως άνω υπόθεση λαθρεμπορίας. Από τις έρευνες αυτές διαπιστώθηκε ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 είχαν πραγματοποιηθεί και άλλες αποστολές από εξαγωγικές εταιρίες, οι οποίες εμπορεύονταν "αθλητικές φόρμες" και "υάλινα είδη" (ποτήρια), τα σχετικά όμως εμπορευματοκιβώτια δεν είχαν τέτοια εμπορεύματα, αλλά λαθραία τσιγάρα, ενώ οι φερόμενες ως εξαγωγικές εταιρίες εδήλωσαν ότι δεν είχαν αποστείλει στο εξωτερικό εμπορεύματά τους. Οι αμέσως προηγούμενες προβληματικές αποστολές έγιναν μέσω του ναυτικού πρακτορείου "..... CONTAINER SERVICES", στο οποίο είχε δηλωθεί ως υπεύθυνη για τις σχετικές φορτώσεις η εδρεύουσα στον ..... (οδός .....) εταιρία με την επωνυμία "..... TRADING", που είχε νόμιμο εκπρόσωπο αυτής τον Γ, με αριθμό κινητού τηλεφώνου ..... . Όμως, η αμέσως προηγούμενη εταιρία δεν υφίστατο ποτέ ως νομικό πρόσωπο, ενώ, επί πλέον, ο προαναφερόμενος αριθμός του κινητού τηλεφώνου του φερομένου ως εκπροσώπου της ανήκε από 1-1-1999 έως 2-11-1999 στον Χ1, δηλαδή στον πρώτο κατηγορούμενο. Όταν ο τελευταίος (1ος κατηγορούμενος) κλήθηκε να καταθέσει σχετικά με την ερευνώμενη υπόθεση από το ΣΔΟΕ, δεν ανταποκρίθηκε. Επίσης, ο ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος), κληθείς από τον Ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεν εμφανίστηκε σ' εκείνον και ούτε απολογήθηκε. Επομένως και ενόψει του ότι, για την αποστολή των 8.000.000 τσιγάρων με το επίδικο εμπορευματοκιβώτιο, χρησιμοποιήθηκε η ίδια μέθοδος με τις πραγματοποιηθείσες παραπάνω προβληματικές αποστολές των ετών 1999-2000, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της διωκομένης και αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Με αυτά που δέχθηκε ή διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1,98 του ΠΚ 155 παρ. 1 περ. β' και 2ζ' και 157 παρ.1 εδ. β' περ. γ' του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Καμμιά αντίφαση δεν δημιουργείται από το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ο προαναφερόμενος αριθμός κινητού τηλεφώνου του φερομένου ως εκπροσώπου ανήκε από 1-1-1999 έως 2-11-1999 στον Χ1 "αναιρεσείοντα", ήτοι σε χρόνο προγενέστερο κατά 14 μήνες τον χρόνο που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο τελευταίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας. Και τούτο διότι το ιστορικά απλώς αναφερόμενο ότι ο αναιρεσείων έπαυσε κατά τον κρίσιμο χρόνο που του αποδίδεται η κατηγορία της διάπραξης της λαθρεμπορίας να έχει στο όνομά του τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου που είχε προηγουμένως, δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο που ν' αποκλείει την απ' αυτόν τέλεση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, την οποία δέχθηκε το Εφετείο ότι τέλεσε στηριζόμενο ως προαναφέρθηκε στα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ.1 και 2 εδ. β' του Ν. 1165/1918 για τον "Τελωνειακό Κώδικα", όπως η παρ.2 εδ. β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ. α του Ν. 1731/1987 "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται ... και αν για οιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δημεύθηκαν". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ.1 και 2 του Ν. 2960/2001 για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από 1.1.2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται ... . Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των (κατά το παρόν άρθρο), αντικειμένων της λαθρεμπορίας επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα". Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας, που τελέστηκα προ της ισχύος τους. Σε κάθε όμως περίπτωση για να επιβληθεί χρηματική ποινή, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να βεβαιώνεται με ειδική σκέψη στην απόφαση ότι η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας κατέστη αδύνατη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και χρηματική ποινή 209,889,94 ευρώ χωρίς όμως να γίνεται μνεία ή να βεβαιώνεται στην αιτιολογία, όπως θα έπρεπε κατά τα προεκτεθέντα, ότι δεν κατέστη δυνατόν να δημευθούν τα εμπορεύματα που ήσαν αντικείμενο της λαθρεμπορίας και ότι για το λόγο αυτό επιβάλλεται χρηματική ποινή. Τούτο δε, παρά το γεγονός ότι στην ίδια απόφαση μνημονεύεται και η διάταξη του άρθρου 164 του Ν. 2960/2001, που ρυθμίζει τα περί κατασχέσεως των αντικειμένων της λαθρεμπορίας και των σε δήμευση υποκειμένων. Επιπλέον δεν αναφέρεται καθόλου πως προέκυψε το ύψος της χρηματικής αυτής ποινής και ειδικότερα αν το ποσό των 209.889,94 ευρώ αντιστοιχεί στην αξία cif των εμπορευμάτων αυτών, η αν στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις και δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, κατά παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 ΠΚ και 160 παρ.1 του Ν. 2960/2001. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επέβαλε την χρηματική ποινή των 209.889,94 ευρώ, στερείται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τις βάσιμες περί τούτου αιτιάσεις που περιέχονται, στον δεύτερο λόγο της κρινομένης αναιρέσεως. Συνεπώς, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που επέβαλε στον αναιρεσείοντα χρηματική ποινή και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 246/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, κατά το μέρος που επέβαλε την αναφερόμενη στο σκεπτικό χρηματική ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2/4/2008 (με αριθμό πρωτ. 2932/2008) αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της αυτής πιο πάνω αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή