Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2364 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοχρησία, Πρόσθετοι λόγοι, Βρασμός ψυχικής ορμής.




Περίληψη:
Απόπειρα ανθρωποκτονία από πρόθεση και παράνομη κατοχή όπλου και οπλοχρησία. Πρόσθετοι λόγοι. Πως ασκείται. Πρόσθετοι λόγοι κρατούμενου με έγγραφο, που διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Λόγοι αναίρεσης. Τι απαιτείται για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής. Ελαφρυντικά άρθρου 84 παρ. 2γ΄. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη όλων των ισχυρισμών. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 2364/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μοίρα, περί αναιρέσεως της 17/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1603/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται. Η διάταξη αυτή δεν διαλαμβάνει καμία εξαίρεση ακόμη και αν ο ασκών την αναίρεση κρατείται στη φυλακή, ο οποίος, όμως, έχει την ευχέρεια να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμά του με αντιπρόσωπο που να έχει ειδική εντολή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται αυτό απαράδεκτο από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, κρατούμενος στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, παραλλήλως προς το παραδεκτό ένδικο μέσο της αναίρεσης, που άσκησε δια του έχοντος ειδική εξουσιοδότηση προς τούτο δικηγόρου του, άσκησε με το από 14/1/2008 με έγγραφο, που διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το 328/14-1-2008 έγγραφο, από την Προϊσταμένη της Διεύθυνσης του πιο πάνω Νοσοκομείου, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι για την άσκησή τους δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ διατυπώσεις, αφού το έγγραφο που περιέχει αυτούς δεν κατατέθηκε στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και δεν συντάχθηκε επ' αυτού ατελώς σχετική έκθεση, όπως ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Επίσης, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και τα κυνηγετικά όπλα (παρ. 1 στοιχ. β), κατά δε τα άρθρα 10 παρ. 3, 13, και 14 του Ν. 2168, τιμωρείται με τις στις διατάξεις αυτές προβλεπόμενες ποινές, όποιος, το μεν φέρει όπλα (οπλοφορεί), χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, το δε, με χρήση όπλου, διαπράττει κακούργημα ή πλημμέλημα, από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί. Οι κάτοχοι κυνηγετικών όπλων υποχρεούνται εντός τριάντα ημερών από την απόκτησή τους να ζητήσουν τον εφοδιασμό τους με άδεια κατοχής, η οποία χορηγείται από την αστυνομική αρχή του τόπου κατοικίας τους (άρ. 8 παρ. 1). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, όπως προκύπτει από το αλληλοσυμπληρούμενο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης 315-319/2007 απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο), της παράνομης κατοχής όπλου και οπλοχρησίας. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε, τα εξής. "...1. Ο κατηγορούμενος, που είναι διαζευγμένος και είχε εμπλακεί στο παρελθόν σε επεισόδια βίας με τον πεθερό και τη γυναίκα του, ζει μόνος στο πατρικό του σπίτι, στο χωριό ..... του Δήμου ..... του Ν. ..... . Απέναντι από το σπίτι του, βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας Ψ. Οι σχέσεις του κατηγορουμένου με τα μέλη της οικογένειας αυτής δεν ήσαν καλές, διότι, όπως λέχθηκε από τους μάρτυρες και τον ίδιο, στο πρόσφατο παρελθόν α) η Ψ1 (μητέρα του πολιτικώς ενάγοντος) είχε κατονομάσει τον κατηγορούμενο ως υπαίτιο κλοπής ελαιολάδου σε βάρος του κοινού γείτονα Α, πράξη για την οποία οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη (βλ. τις καταθέσεις αμφοτέρων) και β) ο Ψ2 (αδελφός του πολιτικώς ενάγοντος) απέδιδε στον κατηγορούμενο την απώλεια των κλειδιών του κινητήρα κάποιου οχήματος (ή μηχανήματος, διότι δεν διευκρινίσθηκε). Την 18 Αυγούστου 2005 και περί ώρα 23:30, όταν ο Ψ2 επέστρεφε από το ψάρεμα στο σπίτι του, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο έξω από αυτό. Με αφορμή που δεν προσδιορίσθηκε, προκλήθηκε φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους, με δυνατές φωνές, ύβρεις και απειλές εκατέρωθεν, που έγινε αντιληπτό από τους περίοικους. Έτσι, βγήκαν για να δουν τι συμβαίνει α) ο Α, που συνέστησε στους δύο φωνασκούντες να σταματήσουν τον καβγά και να πάνε στα σπίτια τους (βλ. κατάθεση του), β) ο πολιτικώς ενάγων, που όταν άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα του σπιτιού για να κατευθυνθεί προς το μέρος των δύο ανδρών, δέχθηκε προτροπή από τον αδελφό του (που μετά τη σύσταση του Α είχε αρχίσει να απομακρύνεται) να ξαναμπεί στο δωμάτιο του, όπου προηγουμένως (ο πολιτικώς ενάγων) βρισκόταν με τη μνηστή του και όπου, πράγματι, επέστρεψε (βλ. κατάθεση του) και γ) η Ψ1, που είδε τη λήξη αυτού του επεισοδίου και κατόπιν έπιασε κουβέντα με το γείτονα Α (βλ. κατάθεση της). 2. Στο σπίτι του επέστρεψε και ο κατηγορούμενος. Λίγο αργότερα, όμως, ξαναβγήκε από αυτό κρατώντας ένα όπλο και εκστομίζοντας απειλές. Αρχικά πλησίασε προς τον Α, ο οποίος, έντρομος και με τα χέρια ψηλά, τον παρακάλεσε να μην κάνει κάτι κακό (βλ. κατάθεση του). Ακούγοντας τις φωνές ξαναβγήκε στο μπαλκόνι και ο πολιτικώς ενάγων. Τότε ο κατηγορούμενος (που τον αντιλήφθηκε αμέσως, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η προσοχή του ήταν συγκεντρωμένη προς το σπίτι και τα μέλη της οικογένειας Ψ) στράφηκε εναντίον του, σημάδεψε από το δρόμο προς το μέρος της κεφαλής και πυροβόλησε μια φορά. Τα περισσότερα από τα σκάγια κτύπησαν σε ένα μεταλλικό υποστύλωμα που κατά σύμπτωση βρέθηκε στην τροχιά τους, μπροστά από το πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος και στον τοίχο της οικοδομής, ακριβώς δίπλα στο κεφάλι του (λόγω της φυσικής διασποράς τους). Κάποια από αυτά, όμως, τον κτύπησαν στο δεξιό μέρος του προσώπου, στο δεξιό αυτί και στο δεξιό μάτι, όπου και προκάλεσαν τη σοβαρότερη βλάβη (παρά τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, στις οποίες ο παθών υποβλήθηκε, η όραση του ματιού αυτού έχει περιορισθεί στο 5% (βλ. κατάθεση Ψ). Αν δεν υπήρχε το υποστύλωμα και τον εύρισκαν περισσότερα σκάγια στο πρόσωπο ή στο κεφάλι, αυτά θα ήσαν ικανά να προκαλέσουν το θάνατο του. 3. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος πυροβόλησε εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος με πρόθεση να τον σκοτώσει. Κίνητρο του ήταν η έχθρα που έτρεφε προς την οικογένεια Ψ και η επιθυμία του να εκδικηθεί, για τις μειώσεις, τις οποίες, όπως πίστευε, είχε υποστεί εξ αιτίας κάποιων από τα μέλη της. Αφορμή αποτέλεσε η λογομαχία που λίγο πριν είχε με τον Ψ2. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σκόπευσε εναντίον του παθόντος και επέτυχε το στόχο του. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι ο κατηγορούμενος, όταν συνελήφθη μετά την πράξη του και ρωτήθηκε "γιατί πυροβόλησες το παιδί;", απάντησε "καλά του έκανα" και κατόπιν, όταν ρωτήθηκε "το ξέρεις ότι το παιδί μπορεί να πεθάνει;" εκείνος απάντησε "δεν με νοιάζει, ας πεθάνει" (βλ. κατάθεση αστυνομικού .....). Το ότι δεν επήλθε, τελικώς, ο θάνατος του παθόντος, οφείλεται σε εξωτερικά αίτια και συγκεκριμένα στην παρεμβολή του υποστυλώματος, δηλαδή σε περιστατικό κείμενο έξω από τη βούληση του δράστη. Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας...................... 4. Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Είχε προηγηθεί, βέβαια, το επεισόδιο με τον Ψ2, αυτό, όμως, ήταν ένα απλό, φραστικό επεισόδιο. Δεν αποδείχθηκε ότι ο Ψ2 είχε μπει στο σπίτι του κατηγορουμένου ούτε ότι τον είχε δείρει αμέσως προηγουμένως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος (βλ. απολογία του). Η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι ούτε στο σώμα του κατηγορουμένου υπήρχαν σημάδια ξυλοδαρμού, ούτε στο σπίτι του υπήρχαν ίχνη πρόσφατης πάλης δύο ανδρών (όχι ακαταστασία, όχι αναποδογυρισμένα έπιπλα κλπ (βλ. κατάθεση Α), που προτάθηκε ανακριτικώς από τον κατηγορούμενο). Κατά συνέπεια, ο εκνευρισμός του κατηγορημένου από το προηγηθέν επεισόδιο είχε την ένταση της συνήθους ταραχής σε παρόμοιες περιπτώσεις και δεν έφθανε μέχρι του βρασμού της ψυχικής ορμής, της ιδιαίτερης έξαρσης, δηλαδή, που απαιτείται για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ. Άλλωστε, η ταραχή αυτή είχε εκτονωθεί, όταν το πρώτο επεισόδιο είχε λήξει και ο κατηγορούμενος είχε αποσυρθεί στο σπίτι του........... 5. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατείχε το κυνηγετικό όπλο χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και ότι το χρησιμοποίησε για τη διάπραξη κακουργήματος. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για τις πράξεις αυτές, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό........".
Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία (6-1) για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση (ένα μέλος έκρινε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον Ψ2, αλλά ότι απέβλεπε μόνο στο να εκφοβίσει τα μέλη της οικογένειας του, πυροβολώντας τυχαία. Και ότι ο τραυματισμός του παθόντος, οφειλόταν σε αμέλεια του κατηγορουμένου). Επίσης κατά πλειοψηφία (4-3) κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την πιο πάνω πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (3 μέλη έκριναν ότι θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται ευρισκόμενος σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής). Επίσης ομοφώνως κρίθηκε ένοχος της παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου και της οπλοχρησίας, χωρίς ελαφρυντικά, ήτοι για παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 42 παρ. 1, 94, 299 παρ. 1, 375 παρ. 1α ΠΚ, 1 παρ. 1β, 10 παρ. 1, 13β και 14 του ν. 2168/1993, και του επιβλήθηκε η ποινή της κάθειρξης δέκα ετών για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ποινή φυλάκισης πέντε μηνών και χρηματική ποινή 100 ευρώ για την παράνομη κατοχή όπλου, ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την οπλοχρησία και συνολική ποινή κάθειρξης δέκα ετών και πέντε μηνών. Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης κατοχής όπλου και της οπλοχρησίας, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, όπως εκτιμάται, με τις μοναδικές αιτιάσεις, ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης: "1. ουδέν κίνητρο είχε ο καταδικασθείς για να προβεί στην πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας αφού ή ίδια η απόφαση αναφέρει ότι: "Αφορμή αποτέλεσε η λογομαχία που λίγο πριν είχε με τον Ψ2" (αδελφό του πολιτικώς ενάγοντος). 2. ότι ο πολιτικώς ενάγων τυχαία και συμπτωματικά βγήκε στο μπαλκόνι της οικίας του που απείχε από εμέ 13 μέτρα καθ' ην στιγμή πυροβόλησε προς εκφοβισμό στον αέρα", είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην απόφαση με πληρότητα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διέπραξε το πιο πάνω έγκλημα, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την πιο πάνω πράξη η ειδική αιτιολόγηση του "κινήτρου" του δράστη.
ΙV. Περαιτέρω, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ότι η πράξη που διαπράχθηκε από αυτόν σε βρασμό ψυχικής ορμής. Η ειδικότερη δε αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να στηρίξει την απόρριψη του ισχυρισμού του αυτού "αγνόησε το προσκομισθέν και επικληθέν και αναγνωσθέν έγγραφο ήτοι το υπ' αριθ. ..... πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας το οποίο ανέφερε αναλυτικώς όλες τις σωματικές βλάβες που είχα υποστεί από προηγηθέντα ξυλοδαρμό μου από την οικογένεια του πολιτικώς ενάγοντος", και δέχεται αντιθέτως "ότι ούτε στο σώμα του κατηγορουμένου υπήρχαν σημάδια ξυλοδαρμού", είναι αβάσιμη. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του για την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, μεταξύ άλλων και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω αναφερόμενο ..... πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας. Η αιτίαση δε ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτουν τα αντίθετα από εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο, απαραδέκτως προβάλλεται, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, ως προς την θεμελίωση της παραδοχής της ότι ο αναιρεσείων αποφάσισε και εκτέλεσε το πιο πάνω έγκλημα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, απορρίπτοντας τον περί ψυχικής ορμής ισχυρισμό του, με τι πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος" (περ. γ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, ζήτησε, επικουρικά, "την αναγνώριση για τον πελάτη του, του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2γ ΠΚ και δη ότι ωθήθηκε στις πράξεις αυτές από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος". Σε σχέση με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ. 2 γ ΠΚ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει λόγω της αοριστίας του, αφού σε αυτόν δεν διαλαμβανόταν τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, εντούτοις, πλέον των όσων αναπτύσσει στο περί ενοχής πιο πάνω σκεπτικό του, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι ουδεμία ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος προηγήθηκε, διέλαβε, επιπλέον και την ακόλουθη απορριπτική του ισχυρισμού αυτού ειδική αιτιολογία "... Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο παθών Ψ δεν είχε καμιά συμμετοχή στο φραστικό επεισόδιο, που είχε προηγηθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και του Ψ2. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, άλλωστε, απολογούμενος είπε ότι "ο Ψ είναι το καλύτερο παιδί".
Συνεπώς, δεν συνέτρεξε κάποια ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, που να ώθησε τον κατηγορούμενο στην πράξη του και ο σχετικός ισχυρισμός αυτού για την αναγνώριση ελαφρυντικού (ΠΚ 84 παρ. 2γ) είναι αβάσιμος". Σε σχέση με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ.2 γ ΠΚ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με όσα αναπτύσσει στο σκεπτικό του, που έχει ήδη εκτεθεί, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με βάση την οποία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προέκυπτε το αβάσιμο του ισχυρισμού και, επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης, πρέπει να απορριφθεί, και ως αβάσιμος.
VI. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 4/13-9-2007 αίτηση αναίρεσης και τους από 14-1-2008 προσθέτους λόγους αυτής του Χ για αναίρεση της 17/14-6-2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ