Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 652 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια, παρά υποχρέου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.




Αριθμός 652/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, περί αναιρέσεως της 98/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.5.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατά την διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του Ν. 2408/1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικε'ς ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 98/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, πρακτικά, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, ήτοι "για να κληθεί ως μάρτυρας και να καταθέσει ο Διευθυντής του ξενοδοχείου....., στο οποίο ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από 15.9.2006 βεβαίωση της εταιρείας, που το διαχειρίζεται, εργάζονταν την ημέρα του ατυχήματος". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την εξής αιτιολογία: " Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μετά από ανάγνωση στο ακροατήριο της από 15-9-2006 βεβαίωσης της φερόμενης ως εργοδότριας του κατηγορουμένου ξενοδοχειακής ανώνυμης εταιρείας, στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος την 16.7.2001 και ώρα 14:00' έως 22:00' εργαζόταν στο ξενοδοχείο της "...." στα ....., δεν κρίνεται αναγκαίο για την ανακάλυψη της αληθείας να αναβληθεί η παρούσα ποινική υπόθεση για να κληθεί για να εξετασθεί ως μάρτυρας ο διευθυντής της εν λόγω ξενοδοχειακής ανώνυμης εταιρείας, σχετικά με τα αναφερόμενα στην παραπάνω αναγνωσθείσα βεβαίωση, γι' αυτό το σχετικό αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, ενόψει του ότι, πλήρως αξιολογείται το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκε από το Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει το ως άνω αίτημά του, ήτοι η από 15.9.2006 βεβαίωση της εταιρείας που διαχειρίζονταν το ξενοδοχείο ".....", στο οποίο φέρεται ότι εργάζονταν, την ημέρα του ατυχήματος, ο κατηγορούμενος και στη συνέχεια αιτιολογείται, γιατί δεν κρίνεται αναγκαία η αιτούμενη αναβολή, αφού, τα όσα αναφέρονται στη βεβαίωση αυτή, δεν ήταν αναγκαίο να επιβεβαιωθούν και από τον Διευθυντή του ως άνω ξενοδοχείου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο "κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και vα στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 98/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για σωματική βλάβη από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος την 16-7-2001 και περί ώρα 16:50', ηλικίας 18 ετών ως γεννηθείς την 26-7-1983, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. .... δίκυκλο μοτοποδήλατο εργοστασίου κατασκευής HONDA, ιδιοκτησίας του ...., όπως αυτό προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του μοτοποδηλάτου, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και βρίσκεται στη δικογραφία, από τον οποίο το είχε αγοράσει περί τα μέσα του έτους 2000, χωρίς να έχει μεταβιβασθεί η άδεια κυκλοφορίας στο όνομά του, χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, εκινείτο στην πόλη της ...., επί της οδού ..... με κατεύθυνση από ... προς ....., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης ασφαλτοστρωμένη. Όταν έφθασε έμπροσθεν από το σούπερ μάρκετ ".....", όπου βρισκόταν προσωρινά σταθμευμένο το υπ' αριθμ. ....λεωφορείο της Δημοτικής Επιχείρησης ....., προκειμένου να αποβιβάσει και να επιβιβάσει επιβάτες στη στάση που υπάρχει εκεί, όπου το πλάτος οδοστρώματος είναι 6,50 μ. και τα αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, ένα ανά κατεύθυνση, διαχωρίζονται με δύο διαχωριστικές συνεχείς γραμμές, με πλάτος ερείσματος 1 μ. ανά κατεύθυνση, η οδός είναι ευθεία, συνθήκες φωτισμού ημέρα, συνθήκες κυκλοφορίας κανονική, όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα, κατάσταση οδού ξηρά, όπως σημειώνεται και εικονίζεται στην από 16-7-2001 έκθεση αυτοψίας, και στο από 21-7-2001 σχεδιάγραμμα, που συντάχθηκαν από το Αστυνομικό Τμήμα..... που αναγνώσθηκαν και βρίσκονται στη δικογραφία, με επικίνδυνο ελιγμό επίδειξης (σούζα) που εκτέλεσε, προσπέρασε το ανωτέρω προσωρινά σταθμευμένο λεωφορείο, όμως απώλεσε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου, εισήλθε καθ' ολοκληρία στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από .... προς .....στο μέσον, όπου εκινείτο κανονικά το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ....ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SEAT ΙΒΙΖΑ, οδηγούμενο από τον 24χρονο γεννηθέντα την 15-3-1977 ...., και βρέθηκε σε απόσταση 6-7 μέτρα μπροστά του, οπότε ο τελευταίος, προκειμένου να αποφύγει τη μετά βεβαιότητας μετωπική σύγκρουση με το μοτοποδήλατο, αναγκάστηκε να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, εξ αιτίας του οποίου εξετράπη του οδοστρώματος δεξιά, επέπεσε στην παρακείμενη του ερείσματος κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ, την οποία κατέστρεφε και ανετράπη το όχημά του, υποστάς κάκωση δεξιού μηρού, εκδορές προσθίου θωρακικού τοιχώματος και κατάγματα. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το παραπάνω ατύχημα, τούτο οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή οδήγηση του 18χρόνου οδηγού του μοτοποδηλάτου κατηγορουμένου. Η αμέλεια αυτού συνίσταται στο ότι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός οδηγός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες κατά την οδήγηση του προαναφερομένου μοτοποδηλάτου, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πιο πάνω πράξης του, αν και μπορούσε να το προβλέψει. Συγκεκριμένα, δεν οδηγούσε το ως άνω μοτοποδήλατο με σύνεση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν είχε τις αναγκαίες γνώσεις και επιδεξιότητα, για να οδηγεί μοτοποδήλατο, ενόψει του ότι δεν είχε την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, δεν μείωσε την ταχύτητά του, ώστε να είναι σε θέση σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών, ήτοι εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής στην πόλη της .... και μάλιστα πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς λεωφορείων που σταθμεύουν στην υπάρχουσα εκεί στάση για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών, αλλά με ταχύτητα ανωτέρα των 60 χιλιομέτρων, με επικίνδυνο ελιγμό επίδειξης (σούζα), προσπέρασε το προσωρινά σταθμευμένο υπ' αριθμ. .... λεωφορείο της Δημοτικής Επιχείρησης ...., όμως ένεκα της απειρίας και αδεξιότητάς του για να οδηγεί μοτοποδήλατο, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, εισήλθε καθ' ολοκληρία στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στο μέσον, όπου σε απόσταση 6-7 μέτρα απ' αυτόν εκινείτο ο 24χρονος ....., οδηγώντας το ανωτέρω υπ' αριθμ. κυκλοφ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ο οποίος, για να αποφύγει τη μετά βεβαιότητος μετωπική σύγκρουση, αναγκάστηκε να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό και εξ αιτίας του οποίου αυτού ελιγμού εξετράπη του οδοστρώματος δεξιά, επέπεσε στην παρακείμενη του ερείσματος κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ, την οποία κατέστρεψε, ανετράπη το όχημά του και τραυματίσθηκε ο οδηγός του. Ενώ, αν είχε μειώσει την ταχύτητά του, ενόψει των προαναφερθέντων επικρατουσών συνθηκών, και αν δεν εκτελούσε επικίνδυνο ελιγμό επίδειξης (σούζα), δεν θα εισήρχετο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...., ο παραπάνω οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου δεν θα αναγκαζόταν, για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, εξ αιτίας του οποίου εξετράπη του οδοστρώματος το αυτοκίνητό του, και σίγουρα θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν ήταν αυτός που έκανε σούζα με το ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφ. ..... δίκυκλο μοτοποδήλατο και ότι δεν ήταν αυτός που ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα, κρίνεται απορριπτέος ως μη πειστικός, καθ' όσον, όπως κατέθεσε επ' ακροατηρίου ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ...., ο οποίος, οδηγώντας το δικό του μοτοποδήλατο με συνεπιβαίνοντα τον ....., ήταν σταματημένος στη διακλάδωση που έρχεται από ....., στην οποία υπάρχει πινακίδα STOP, και περίμενε να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς ...., στο οποίο εκινείτο ο παθών, και ήταν αυτόπτης μάρτυρας, δεδομένου ότι από το σημείο της εν λόγω διακλάδωσης, που ήταν σταματημένος, είχε ορατότητα στο σημείο του ατυχήματος, που ήταν δεξιά του λίγα μέτρα μετά τη διακλάδωση και η οδός ήταν ευθεία, και γνώριζε το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, το οποίο το είχε αγοράσει από τον πατριό του, αλλά και τον κατηγορούμενο, τον οποίο εγνώριζε από πριν, αφού διαμένουν στην ίδια γειτονιά στους .... και τα σπίτια τους απέχουν μεταξύ τους 40 μ., εκείνη την ημέρα του ατυχήματος τον αναγνώρισε όταν έφθασε στη διασταύρωση που αυτός ήταν σταματημένος, και μάλιστα, όπως κατέθεσε, τον είδε και κατά πρόσωπο γιατί γύρισε πίσω αριστερά και κοίταξε πού ευρίσκετο το αυτοκίνητο του παθόντος, που του ελευθέρωσε το αντίθετο ρεύμα πορείας προς ..... Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υπόχρεου που κατηγορείται".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, προσδιορίζεται με σαφήνεια και πληρότητα το είδος της επιδειχθείσης από τον αναιρεσείοντα αμέλειας (άνευ συνειδήσεως), ήτοι λόγω μη καταβολής της απαιτούμενης προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν προέβλεψε καθόλου το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του και στη συνέχεια προσδιορίζεται αυτή, με την παράθεση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δηλαδή η χωρίς σύνεση και προσοχή οδήγηση του υπ' αριθ. κυκλ. .....δίκυκλου μοτοποδηλάτου, και η επακόλουθη συνέπεια του τραυματισμού του παθόντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αναφερθείσα αμέλεια του αναιρεσείοντος. Είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει αντίφαση, ως προς την αιτία εκτροπής του αυτοκινήτου του παθόντος από την πορεία του, με συνέπεια αυτή να μην έχει νόμιμη βάση, αφού το Εφετείο δέχεται σαφώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο παθών, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, προκειμένου να αποφύγει τη μετά βεβαιότητος μετωπική σύγκρουση, λόγω της καθ' ολοκληρίαν εισόδου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στο μέσον αυτού, του δικύκλου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο αναιρεσείων, αναγκάσθηκε να εκτελέσει δεξιό αποτρεπτικό ελιγμό, εξ αιτίας του οποίου (ελιγμού) εξετράπη του οδοστρώματος και επέπεσε στην παρακείμενη του ερείσματος κολώνα φωτισμού της ΔΕΗ και τραυματίσθηκε, πράγμα το οποίο, όπως ρητά επισημαίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, θα είχε αποφευχθεί, εάν δεν είχε προηγηθεί η αναφερθείσα ενέργεια του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή