Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 841 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Απορρίπτεται ο περί απολύτου ακυρότητας λόγος αναιρέσεως λόγω λήψεως υπόψη μη αναγνωσθέντος εγγράφου, διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη ευθέως και αμέσως και πάντως, διότι η ύπαρξη και το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλο νόμιμο αποδεικτικό μέσο (καταθέσεις μαρτύρων). Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας της παρεμπιπτούσης, απορριπτικής του αιτήματος αναβολής κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ, αποφάσεως. Η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφου κατά το άρθρο 364 ΚΠΔ συνιστά έλλειψη ακροάσεως εφόσον η ανάγνωση ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο δεν επέτρεψε να αναγνωσθεί ή παρέλειψε ν’ αποφανθεί επί του αιτήματος.




Αριθμός 841/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαουλιά, περί αναιρέσεως της 6651/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τανταρούδη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.2.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 348/2007.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται όταν τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκύπτουν όχι μόνον από το έγγραφο δεν που αναγνώσθηκε, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε. Επίσης, δεν επέρχεται όταν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται στην απόφαση απλώς ιστορικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6651/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κλοπής, σε δεύτερο βαθμό, διότι, ειδικότερα, "στα Οινόφυτα Βοιωτίας, στις 8.8.2002, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου ξένα κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα, περί ώρα 21.15' της ανωτέρω χρονολογίας, εργαζόμενος ως οδηγός του 9θέσιου λεωφορείου μεταφοράς προσωπικού της εταιρίας "ΓΡ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ Καλλυντικών, οικιακών και φαρμακευτικών ειδών", εισήλθε στον χώρο της αποθήκης, στο ισόγειο του εργοστασίου της ανωτέρω εταιρίας και από τα αποθηκευμένα εμπορεύματα αφαίρεσε τρία κιβώρια που περιείχαν διάφορα καλλυντικά συνολικής αξίας 600 ευρώ. Τα κιβώτια δε αυτά τα τοποθέτησε, χωρίς να γίνει αντιληπτός από άλλους εργαζομένους στον χώρο αυτόν, στο ανωτέρω λεωφορείο, το οποίο οδήγησε στη συνέχεια, μεταφέροντας στα σπίτια τους προσωπικό του εργοστασίου. Με αυτόν τον τρόπο έβγαλε από τον χώρο του εργοστασίου τα τρία κιβώτια, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Όμως, η ενέργειά του καταγράφηκε από τις κάμερες ασφαλείας του εργοστασίου, από τις οποίες και εντοπίσθηκε". Στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "ο κατηγορούμενος, ενώ εργαζόταν ως οδηγός του λεωφορείου μεταφοράς προσωπικού της εταιρίας "ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΒΕΕ" στα Οινόφυτα Βοιωτίας και είχε λόγω της ιδιότητάς του αυτής πρόσβαση στην αποθήκη και γενικότερα στους εσωτερικούς χώρους του εργοστασίου της εταιρίας, τις βραδινές ώρες της 8.8.2002, αφαίρεσε από την αποθήκη τρία κιβώτια που περιείχαν διάφορα καλλυντικά συνολικής αξίας 600 ευρώ. Τα κιβώτια αυτά τα τοποθέτησε στο λεωφορείο χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους εργαζομένους στον χώρο εκείνο και στη συνέχεια οδήγησε το λεωφορείο εκτός του εργοστασίου, για να μεταφέρει τους εργαζομένους στα σπίτια τους. Με τον τρόπο αυτόν έβγαλε τα τρία κιβώτια από το εργοστάσιο και ιδιοποιήθηκε παράνομα το περιεχόμενό τους. Όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, που εξετάσθηκαν, .... και ...., ο κατηγορούμενος ομολόγησε την κλοπή των τριών κιβωτίων με καλλυντικά, που έλειπαν από την αποθήκη, όταν τον κάλεσε ο πρώτος που ήταν τότε διευθυντής ανεφοδιασμού του εργοστασίου και ενώπιον του δεύτερου μάρτυρα, που ήταν σύμβουλος επί θεμάτων προσωπικού, του γνωστοποίησαν ότι τον είχαν καταγράψει οι κάμερες ασφαλείας να φορτώνει τα κιβώτια στο πούλμαν προσωπικού και να φεύγει από το εργοστάσιο. Ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο κατηγορούμενος, ότι ίσως σκηνοθέτησαν την κλοπή για να τον απολύσουν χωρίς να του καταβάλουν αποζημίωση, δεν κρίνεται πειστικός, αφού δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο........ Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος .........". Από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος δεν τη στήριξε, ευθέως και αμέσως, στη βιντεοκασέτα και τις καταγραφές της, η οποία, επέχουσα θέση εγγράφου, δεν αναγνώσθηκε (προβλήθηκε) πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, αλλά τη στήριξε στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα ίδια πρακτικά, από τα οποία, και ιδίως από τις καταθέσεις των εξετασθέντων και μνημονευομένων στα εν λόγω πρακτικά μαρτύρων, προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο της βιντεοκασέτας αυτής. Εκείνο, ειδικότερα, που αναφέρεται στο τέλος του διατακτικού, ότι "η ενέργεια του κατηγορουμένου καταγράφηκε από τις κάμερες ασφαλείας του εργοστασίου, από τις οποίες και εντοπίσθηκε", δεν έχει την έννοια ότι το Δικαστήριο πείσθηκε από τις καταγραφές της βιντεοκασέτας, αλλά αποδίδει διηγηματικώς το καθεαυτό γεγονός ότι έγινε καταγραφή της κλοπής των κιβωτίων, την οποία (καταγραφή) είδαν οι ως άνω μάρτυρες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για την στήριξη της κρίσεώς του, και βιντεοκασέτα που δεν αναγνώσθηκε (προβλήθηκε), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με παρεμπίπτουσα απόφαση του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης κυρίας αποφάσεώς του και συμπροσβάλλεται με αυτή (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απορρίφθηκε αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ (όπως εκτιμάται), "προκειμένου να λάβει αντίγραφο της βιντεοκασέτας που υπάρχει στη δικογραφία", με την αιτιολογία ότι "η συγκεκριμένη βιντεοκασέτα δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε αξιολογήθηκε αποδεικτικά κατά το στάδιο της προδικασίας το περιεχόμενό της, το οποίο είναι άγνωστο, αφού δεν προκύπτει ότι έγινε προβολή της". Η αιτιολογία αυτή είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι αναφέρονται σ' αυτήν οι λόγοι στους οποίους θεμελίωσε το Εφετείο το αβάσιμο κατ' ουσίαν του αιτήματος αναβολής, ήτοι ότι η βιντεοκασέτα δεν ήταν εκ των αναγνωστέων εγγράφων και ήταν αγνώστου περιεχομένου, εντεύθεν δε δεν συνέτρεχε σημαντικό αίτιο για την ζητηθείσα αναβολή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφου κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ συνιστά έλλειψη ακροάσεως και ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εφόσον η ανάγνωσή του ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε να αναγνωσθεί ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος.
Εν προκειμένω, από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, μετά την ανάγνωση των εγγράφων, ζήτησε, δια του συνηγόρου του, "να γίνει προβολή της βιντεοκασέτας", το δε Δικαστήριο, μετ' ακρόαση του Εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα, διότι, κατά λέξη, "ανεξάρτητα από την έλλειψη κατάλληλης υλικοτεχνικής υποδομής για τη δημόσια προβολή της, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν βεβαιώνεται ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης βιντεοκασέτας έχει σχέση με την δικαζόμενη κατηγορία, ούτε ο τρόπος και η γνησιότητα της εγγραφής της, στοιχεία που δεν μπορεί το Δικαστήριο να διερευνήσει σε περίπτωση αμφισβήτησης, αφού αυτή, όπως αναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν αρνήθηκε να αναγνώσει - προβάλει τη βιντεοκασέτα, που υπήρχε στη δικογραφία και ζήτησε την προβολή της ο αναιρεσείων, αλλά διέγνωσε ανελέγκτως αδυναμία αναγνώσεως - προβολής της, ελλείψει κατάλληλων προς τούτο υλικοτεχνικών μέσων, με παράθεση της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως, οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω τρίτος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του ....., περί αναιρέσεως της 6651/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ